7 Σεπτεμβρίου

0907

7 Σεπτεμβρίου

 

Ἑορταζόμενοι ἅγιοι

 

●     Ὁ Ἅγιος Σώζων

●     Οἱ Ἅγιοι Εὔοδος καὶ Ὀνησιφόρος οἱ Ἀπόστολοι

●     Ὁ Ἅγιος Εὐψύχιος

●   Ὁ Ὅσιος Πέτρος ἡγούµενος τῆς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος τῆς ἐπικαλούµενης τοῦ

Βαθέος Ρύακος

●     Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Λυκαόνων

●     Ἡ Ὁσία Κασσιανή

●     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θαυµατουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας (Ρῶσος)

● Προεόρτια (Παραµονή) τῆς Γεννήσεως τῆς Δεσποίνης ἡµῶν Θεοτόκου καὶ

Ἀειπαρθένου Μαρίας

 

Περισσότερα στοιχεῖα

 

ὉἍγιος Σώζων

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα µ.Χ. Πατρίδα του ἦταν ἡ Λυκαονία καὶ σὰν ἐθνικὸς ὀνοµαζόταν Ταράσιος. Ὅταν βαπτίσθηκε χριστιανός, ὀνοµάσθηκε Σώζων. Βοσκὸς στὸ ἐπάγγελµα, προσπαθοῦσε νὰ µιµεῖται τὴν ἡµερότητα τῶν προβάτων, ποὺ θαύµαζε πολύ. Πολλὲς φορὲς τὸν ἐνοχλοῦσαν καὶ τὸν ἀδικοῦσαν οἱ ἄλλοι βοσκοί, ἀλλὰ αὐτὸς πάντοτε στάθηκε πρᾶος ἀπέναντί τους. Μοῦ εἶναι ντροπή, ἔλεγε, νὰ γίνω κατώτερος ἀπὸ τὰ πρόβατα ποὺ βόσκουν. Μελετοῦσε µὲ ἐπιµέλεια τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ὅταν στὴν ἐξοχὴ συναντοῦσε εἰδωλολάτρη, προσπαθοῦσε νὰ τὸν κατηχήσει στὸ Χριστό. Κάποτε ὁ Σώζων πῆγε στὴν Ποµπηιούπολη τῆς Κιλικίας, ὅπου ὑπῆρχε ἕνα χρυσὸ εἰδωλολατρικὸ ἄγαλµα. Μόλις τὸ εἶδε, ἡ ψυχὴ τοῦ πράου Σώζοντα παροργίστηκε. Τότε, µὲ θάρρος πολὺ ἔσπασε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ χρυσοῦ ἀγάλµατος, τὸ πούλησε καὶ τὰ ἔσοδα διαµοίρασε στοὺς φτωχούς. Ὁ ἔπαρχος Μαξιµιανὸς ἀναστατώθηκε καὶ φυλάκισε πολλοὺς ἀνεύθυνους. Ὅταν τὸ ἔµαθε αὐτὸ ὁ Σώζων, παρουσιάστηκε στὸν ἔπαρχο καὶ στὶς ἀπειλές του µὲ ἤρεµο ὕφος ἀπάντησε ὅτι µέσα στὸ ναὸ τὸ ἄγαλµα ἦταν ἄχρηστο, ἐνῷ ἔτσι ὠφέλησε καὶ κάποιους φτωχούς. Ἀµέσως τότε, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν φρικτά, τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά, ὅπου ὁ πρᾶος καὶ ζηλωτὴς βοσκὸς ἀπῆλθε πρὸς τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος νὰ τί λέει γιὰ τοὺς πράους: «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονοµήσουσι τὴν γῆν». Μακάριοι, δηλαδή, οἱ πρᾶοι, ποὺ συγκρατοῦν τὸ θυµό τους καὶ δὲν παραφέρονται ποτέ, διότι αὐτοὶ θὰ πάρουν σὰν κληρονοµιὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ τὰ ἀγαθά της θὰ ἀπολαύσουν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή.

 

ΟἱἍγιοι Εὔοδος καὶὈνησιφόρος οἱἈπόστολοι

Ὁ Εὔοδος ἀνήκει στὴ χορεία τῶν ἑβδοµήκοντα Ἀποστόλων καὶ ἔγινε ἐπίσκοπος στὴ µεγάλη Ἀντιόχεια, ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο. Αὐτὸς λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε µεγαλόφωνος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔλαµψε σ΄ ὅλες τὶς ἀρετές, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Ὀνησιφόρος, ἦταν χριστιανὸς οἰκογενειάρχης στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου. Τὸν ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν Β΄ πρὸς Τιµόθεον ἐπιστολὴ τοῦ κεφ. α΄ στίχ. 16-18. Αὐτὸς λοιπόν, ἔγινε ἐπίσκοπος Κολοφῶνος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ διακρίθηκε στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖο ὑπερασπίσθηκε µὲ ἀνδρεία µέχρι αἵµατος. (Γι΄ αὐτὸν τὸν Ἅγιο βλέπε καὶ στὸ βιογραφικὸ σηµείωµα τῆς Ἁγίας Θέκλας, τὴν 24η τοῦ ἰδίου µήνα).

 

ὉἍγιος Εὐψύχιος

Ἀνήκει στὶς εὐσεβεῖς δόξες τῆς Καισαρείας στὴν Καππαδοκία. Ὁ πατέρας του Διονύσιος, πέθανε ἀλλ΄ αὐτὸς δὲν ἀπέµεινε ὀρφανός. Κατηχήθηκε στὴ χριστιανικὴ πίστη, βαπτίστηκε καὶ ἔγινε ὑπήκοος καὶ µακαριστὸς γιὸς τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα, τὰ µοίρασε στοὺς φτωχούς. Αὐτὸς ζοῦσε µὲ µεγάλη ἁπλότητα καὶ ἀφιερώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν. Γι΄ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἀνδριάνας (117 µ.Χ.), καταδιώχτηκε καὶ καταδικάστηκε. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ξέσκισαν τὰ πλευρὰ καὶ ἔτσι αἱµόφυρτο τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Τελικά, ἀφοῦ δὲν µπόρεσαν νὰ τὸν ἀλλαξοπιστήσουν τὸν ἀποκεφάλισαν.

 

ὉὍσιος Πέτρος ἡγούµενος τῆς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος τῆς ἐπικαλούµενης τοῦ Βαθέος Ρύακος

Αὐτὸς ἦταν µαθητὴς τοῦ ὁσίου Βασιλείου τοῦ κτήτορα τῆς Μονῆς τοῦ Βαθέος Ρύακος, ποὺ µετὰ ἀπ΄ αὐτὸν ἀνέλαβε τὴν ἡγουµενία. Καταγόταν ἀπὸ τὴν δεύτερη ἐπαρχία τῶν Καππαδοκῶν καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν αὐστηρή του εὐλάβεια καὶ τὴν θεοφιλῆ ζωή του. Ἀσκητικὰ ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 

ὉὍσιος Λουκᾶς ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Λυκαόνων

Αὐτὸς ἔγινε µοναχὸς καὶ στὴ συνέχεια ἡγούµενος, τρίτος στὴ σειρὰ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Μονῆς Βαθέος Ρύακος, ποὺ βρίσκεται στὴν Τρίγλια καὶ ἦταν ἀφιερωµένη στὸ ὄνοµα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Διαδέχτηκε τὸν Πέτρο τὸν Εὐλαβῆ ἀπὸ τὴν Καππαδοκία.

 

ἩὉσία Κασσιανή

Εἶναι ἡ γνωστὴ Κασσιανὴ ποιήτρια, ποὺ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦβασιλιᾶ Θεοφίλου (829- 842). Τὴ µνήµη της δὲν ἀναφέρει κανένας Συναξαριστής. Καὶ ὅµως οἱ Κάσιοι, ἀπὸ τὴν συγγένεια τοῦ ὀνόµατός της µὲ τὸ νησί τους, καθιέρωσαν τὴν µνήµη αὐτῆς τὴν 7η Σεπτεµβρίου καὶ ὁ Γεώργιος Σασσὸς ὁ Κάσιος φιλοπόνησε καὶ εἰδικὴ Ἀκολουθία, ποὺ δηµοσιεύθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸ 1889 στὸ τυπογραφεῖο τῆς «Μεταρρυθµίσεως». Τὸ παράδοξο ὅµως εἶναι, ὅτι ἡ Ἀκολουθία αὐτὴ ἀφιερώθηκε στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο, ποὺ ὁ ἴδιος στὴν συνέχεια τὴν ἔδωσε γιὰ ἐκτύπωση στὸν Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερµανὸ (τὴν 1η Σεπτεµβρίου 1889) καὶ ἔτσι, ἐπισηµοποιήθηκε κατὰ κάποιο τρόπο ἡ ἁγιοποίηση τῆς Κασσιανῆς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας, ὅπως τὸ ποθοῦσαν oι κάτοικοι τῆς Κάσου.

 

ὉἍγιος Ἰωάννης ὁ Θαυµατουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας (Ρῶσος)

 

Προεόρτια (Παραµονή) τῆς Γεννήσεως τῆς Δεσποίνης ἡµῶν Θεοτόκου καὶἈειπαρθένου Μαρίας