Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα (2/9)

Ἀπόστολος: ἡμέρας, Πέμ. ια΄ ἑβδ. ἐπιστολῶν (Β΄ Κορ. δ΄ 1-12)

Διὰ τοῦτο, ἔχοντες τὴν διακονίαν ταύτην καθὼς ἠλεήθημεν, οὐκ ἐκκακοῦμεν, 2 ἀλλ᾿ ἀπειπάμεθα τὰ κρυπτὰ τῆς αἰσχύνης, μὴ περι-πατοῦντες ἐν πανουργίᾳ μηδὲ δολοῦντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῇ φανερώσει τῆς ἀληθείας συνιστῶντες ἑαυτοὺς πρὸς πᾶσαν συνείδησιν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 3 εἰ δὲ καὶ ἔστι κεκαλυμμένον τὸ εὐαγγέλιον ἡμῶν, ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις ἐστὶ κεκαλυμμένον, 4 ἐν οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ. 5 οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν Ἰησοῦν Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ Ἰησοῦν. 6 ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, 8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, 9 διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, 10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. 11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. 12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

Ἐπειδή λοιπόν τό ἔργο μας καί ἡ διακονία μας εἶναι τόσο ἔνδοξα, γι’ αὐτό, ἔχοντας τή διακονία αὐτή ὄχι ἀπό τά κατορθώματά μας ἀλλά ἀπό τό ἔλεος πού μᾶς ἔδειξε ὁ Θεός, δέν χάνουμε τό θάρρος μας, ὅσους πειρασμούς κι ἄν ὑποφέρουμε. 2 Ἀλλά ἀπαρνηθήκαμε ὅλα ἐκεῖνα πού οἱ ἄνθρωποι κρύβουν, διότι ντρέπονται νά τά φανερώσουν. Καί δέν συμπεριφερόμαστε μέ πανουργία, οὔτε νοθεύουμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ μέ ξένες διδασκαλίες· ἀλλά μέ τή φανέρωση τῆς ἀλήθειας συστήνουμε τόν ἑαυτό μας σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει συνείδηση καί εἶναι σέ θέση νά κρίνει σωστά. Ἔχουμε μάλιστα καί μάρτυρα γιά τήν εἰλικρίνειά μας τόν Θεό. 3 Ἐάν λοιπόν τό Εὐαγγέλιό μας εἶναι σκεπασμένο καί ἀκατανόητο, εἶναι σκεπασμένο σ’ ἐκείνους πού ἐξαιτίας τῆς θεληματικῆς τους τυφλώσεως παραμένουν στήν ἀπώλεια. 4 Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς ὁ σατανάς, πού εἶναι ὁ θεός καί ἄρχοντας τοῦ αἰώνα αὐτοῦ πού διαρκεῖ μέχρι τή δευτέρα παρουσία, τύφλωσε τή σκέψη τῶν ἀπίστων, γιά νά μή λάμψει σ’ αὐτούς ὁ φωτισμός τοῦ Εὐαγγελίου. Καί τό Εὐαγγέλιο αὐτό κηρύττει τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. 5 Λέω ὅτι τό Εὐαγγέλιο κηρύττει τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή μ’ αὐτό δέν κηρύττουμε τόν ἑαυτό μας, οὔτε δοξάζουμε τόν ἑαυτό μας, ἀλλά κηρύττουμε τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Κύριο καί Δεσπότη, ἐνῶ τούς ἑαυτούς μας δούλους δικούς σας γιά τή δόξα τοῦ Ἰησοῦ. 6 Καί κηρύττουμε ἀποκλειστικά καί μόνο γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, διότι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος στή δημιουργία τοῦ κόσμου διέταξε ἀπό τό σκοτάδι νά λάμψει τό φῶς, αὐτός καί τώρα ἔλαμψε στίς καρδιές μας, ὄχι μόνο γιά νά φωτισθοῦμε ἐμεῖς, ἀλλά καί γιά νά μεταδοθεῖ μέσα ἀπό μᾶς ὁ φωτισμός πού προέρχεται ἀπό τή γνώση τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανερώθηκε μέσα ἀπό τό πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχουμε λοιπόν τό θησαυρό τῆς φωτιστικῆς καί ἔν-δοξης αὐτῆς γνώσεως μέσα στά σώματά μας, πού εἶναι εὔθραυστα καί χωματένια, γιά νά ἀποδεικνύεται ὅτι τό ὑπερβολικό μεγαλεῖο τῆς δυνάμεως πού ὑπερνικᾶ τά ἐμπόδια καί τούς κινδύνους μας, εἶναι τοῦ Θεοῦ καί δέν προέρχεται ἀπό ἐμᾶς τούς ἀσθενικούς καί ἀδύναμους. 8 Κι ἔτσι συμβαίνει νά θλιβόμαστε σέ κάθε τόπο καί περίσταση, ἀλλ’ ὅμως οἱ ἐξωτερικές αὐτές δυσκολίες δέν μᾶς δημιουργοῦν ἐσωτερικό ἀδιέξοδο καί στενοχώρια ἀγωνιώδη. Φθάνουμε σέ ἀπορία, χωρίς ὅμως καί νά ἀπελπιζόμαστε ἤ νά στερηθοῦμε τελείως κάθε μέσο καί δυνατότητα σωτηρίας. 9 Μᾶς καταδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ ὁ Θεός. Φαίνεται ὅτι μᾶς κατανικοῦν καί μᾶς ρίχνουν κάτω στή γῆ σάν τούς παλαιστές, ἀλλά δέν χανόμαστε. 10 Διαρκῶς καί κάθε μέρα περιφέρουμε στίς περιοδεῖες μας τό σῶμα μας κυκλωμένο ἀπό τόν ἔσχατο κίνδυνο νά πεθάνουμε, ὅπως πέθανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀλλά αὐτό γίνεται γιά νά φανερωθεῖ στόν κόσμο μέ τή διάσωση τοῦ σώματός μας ἀπό τούς καθημερινούς κινδύνους ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ. 11 Διότι πάντοτε ἐμεῖς, πού παρά τούς τόσους κινδύνους ζοῦμε, παραδιδόμαστε σέ θάνατο γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, γιά νά φανερωθεῖ μέ τή θνητή σάρκα μας καί ἡ δύναμη τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ, πού παρεμβαίνει καί προλαβαίνει τό θάνατό μας. 12 Κι ἔτσι, ἐνῶ ἐμεῖς ὑποφέρουμε τούς κινδύνους τοῦ θανάτου, ἐσεῖς ἀντιθέτως καρπώνεστε τήν πνευματική ζωή πού προέρχεται ἀπό τήν ἐπικίνδυνη δράση μας.