8 Αὐγούστου

0808

8 Αὐγούστου

 

Ἑορταζόμενοι ἅγιοι

 

●     Ὁ Ἅγιος Αἰµιλιανὸς ὁ Ὁµολογητής, ἐπίσκοπος Κυζίκου

●     Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Θαυµατουργός, ἐπίσκοπος Κρήτης

●     Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἡγούµενος Ὀρόβων

●    Οἱ Ἅγιοι Ἐλευθέριος, Λεωνίδης καὶ τὰ Ἅγια Νήπια

●    Οἱ Ἅγιοι Δέκα Ὅσιοι καὶ ἀσκητὲς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο

●     Οἱ Ἅγιοι Δύο Μάρτυρες ἀπὸ τὴν Τύρο

●     Ὁ Ἅγιος Στυράκιος

●     Τῇ αὐτῇ ἡµέρᾳ ἡ ἀνάµνησις τῶν ἐγκαινίων τῶν Ἅγιων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ

Παύλου

●     Ἐγκαίνια ναοῦ τῆς Θεοτόκου (ἐν Ἱεροσολύµοις)

●     Ὁ Ἅγιος Τριαντάφυλλος ἀπὸ τὴ Ζαγορά

●     Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

●     Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ζωγράφος ὁ ἐν τῷ σπηλαίῳ (Ρῶσος)

 

Περισσότερα σοιχεῖα

 

ὉἍγιος Αἰµιλιανὸς ὁὉµολογητής, ἐπίσκοπος Κυζίκου

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θέλοντας νὰ τονίσει τὴν µεγάλη σηµασία τῆς ὁµολογίας τῆς πίστης µας πρὸς τὸ Χριστό, εἶπε: « Ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα µέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἷόν του Θεοῦ, κρατῶµεν τῆς ὁµολογίας». Ἀφοῦ, δηλαδή, ἔχουµε µεγάλο Ἀρχιερέα, ποὺ ἔχει πλέον περάσει ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ µπῆκε στὴν αἰώνια κατάπαυση, ὅπου µᾶς περιµένει, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς κρατᾶµε καλὰ τὴν ὁµολογία τῆς πίστης µας πρὸς Αὐτόν, τὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα µας Ἰησοῦ Χριστό. Ἕνα τέτοιο παράδειγµα ὁµολογίας ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Αἰµιλιανός, ποὺ ἔζησε µεταξὺ 8ου καὶ τοῦ 9ου αἰῶνα. Ὁ Αἰµιλιανὸς ἦταν ἐπίσκοπος Κυζίκου µετὰ τὸ Νικόλαο, στὰ χρόνια 787-815. Ἀγωνίστηκε µὲ ὅλη τὴν δύναµη ποὺ τοῦ παρεῖχε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν τιµητικὴ προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ εἰκονοµάχος Λέων ὁ Ε´. Ἀθλητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, µιλοῦσε θερµότατα γι᾿ αὐτὴν καὶ ἐνίσχυε τοὺς πιστοὺς νὰ ὑποµένουν καρτερικὰ τοὺς ἀσεβεῖς διωγµούς. Ὑπέφερε πολλὲς κακοπάθειες καὶ θλίψεις καὶ πέθανε τελικὰ ἐξόριστος, σὰν γνήσιος Ὁµολογητὴς τῆς ὀρθῆς πίστης.

 

ὉἍγιος Μύρων ὁ Θαυµατουργός, ἐπίσκοπος Κρήτης

Ὁ Ἅγιος Μύρων γεννήθηκε κοντὰ στὴν Κνωσὸ τῆς Κρήτης. Εὐσεβὴς ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία, παντρεύτηκε καὶ ὑπῆρξε πρότυπο συζύγου καὶ πατέρα. Διέπρεψε σ᾿ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀναδείχτηκε ἀπαράµιλλος στὴν ἐλεηµοσύνη καὶ τὴν φιλανθρωπία. Μία νύκτα, ὅταν πῆγε νὰ δεῖ τοὺς ἀγρούς του, τὴν ἐποχὴ τοῦ θέρους, βρῆκε µέσα κλέφτες νὰ κλέβουν τὸ βίος του. Ὁ Ἅγιος Μύρων λυπήθηκε ὄχι γιατί ἔκλεβαν τὸ βιός του, ἀλλὰ γιατί δὲν ἦρθαν νὰ τοῦ ζητήσουν νὰ δώσει ὁ ἴδιος ὅ,τι ἤθελαν νὰ κλέψουν. Καὶ ὄχι µόνο δὲν κατήγγειλε τὴν ἀδικία, ἀλλὰ καὶ προστάτεψε κατόπιν τοὺς δρᾶστες. Ἐκεῖνοι συγκινηµένοι µπροστὰ σὲ τόση ἀγαθότητα, ἔγιναν ἀργότερα ἀπὸ τοὺς καλύτερους χριστιανούς. Ὁ Μύρων χάρηκε ὑπερβολικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε: «Ἄν οἱ πλούσιοι ἦταν καλύτεροι, δηλαδὴ πιὸ φιλάνθρωποι, οἱ φτωχοὶ δὲν θὰ εἶχαν τὴν ἀνάγκη νὰ ζητήσουν στὴν κλοπὴ τὸ ψωµί τους. Γι᾿ αὐτὸ ὅπου ἡ κλοπὴ ἀκµάζει, νὰ θεωρήσετε σὰ βέβαιο, ὅτι ἐκεῖ προηγήθηκε ἡ ὠµότητα καὶ ἡ πλεονεξία». Τὰ χρόνια ὅµως ἦταν σκληρὰ γιὰ τοὺς χριστιανούς. Συχνοὶ ἦταν οἱ διωγµοὶ ἐναντίον τους. Ὁ Μύρων διακρίθηκε στὴν ἐµψύχωση τῶν πιστῶν, καὶ τὸ ἔτος 180 µ.Χ. ἔγινε ἐπίσκοπος Κρήτης. Τὴν ἐπισκοπὴ διοίκησε ὅπως καὶ τὴν οἰκογένειά του, δηλαδὴ µὲ εὐσέβεια καὶ στοργή. Πέθανε 100 χρονῶν καὶ τὸν θρήνησε τόσο ἡ οἰκογένειά του, ὅσο καὶ τὸ ποίµνιό του, ποὺ ἐπίσης ἦταν οἰκογένειά του.

 

ὉὍσιος Θεοδόσιος ἡγούµενος Ὀρόβων

Ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του ἔµαθε νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ σηµαίνει γιὰ τὴν ἀγάπη ὑπὲρ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον. Ὅταν πῆγε στὸ µοναστήρι ἐργάστηκε φιλότιµα γιὰ τὴν εὐσέβεια µέσα στὴ µοναχικὴ ἀδελφότητα, καθὼς ἐπίσης καὶ ὑπὲρ τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς φιλαδελφείας. Καί, ὅταν ἔγινε ἡγούµενος, ἀνέδειξε τὸ µοναστήρι του κέντρο φιλανθρωπικῆς ὑπηρεσίας.

 

ΟἱἍγιοι Ἐλευθέριος, Λεωνίδης καὶ τὰἍγια Νήπια

Μαρτύρησαν διὰ πυρός. Ἡ σύναξή τους γίνεται στὴν Ἁγία Εἰρήνη στὶς Ἴουστινιαναις.

 

ΟἱἍγιοι Δέκα Ὅσιοι καὶἀσκητὲς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.

 

ΟἱἍγιοι Δύο Μάρτυρες ἀπὸ τὴν Τύρο

Μαρτύρησαν, ἀφοῦ θανατώθηκαν συρόµενοι κατὰ γῆς.

 

ὉἍγιος Στυράκιος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους. ( Ὁρισµένα ἁγιολόγια µαζὶ µὲ τὴν µνήµη τοῦ ἁγίου Στυρακίου, ἀναφέρουν καὶ αὐτὴ κάποιου µάρτυρα Ἑρµολάου).

 

Τῇ αὐτῇἡµέρᾳἡἀνάµνησις τῶν ἐγκαινίων τῶν Ἅγιων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου

Τῇ αὐτῇ ἡµέρᾳ ἡ ἀνάµνησις τῶν ἐγκαινίων τῶν Ἅγιων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ἐν τῷ περιτειχίῳ, τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἔνδον τοῦ σεπτοῦ οἴκου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοῖς Μαρναίου καὶ τοῦ

Ὁσίου Κασσιανοῦ. Καὶ ἡ ἀνάµνησις, ὅτε ἐγένετο ἡ τοῦ ἡλίου ἔκλειψις ἀπὸ ἕκτης ὥρας ἕως ἐνάτης, ὥστε καὶ τοὺς ἀστέρας φανῆναι, ἐν ἔτει ἀπὸ κτίσεως Κόσµου ἑξακισχιλιοστῷ τριακοσιοστῷ ἐνενηκοστῷ ἐνάτῳ, ἡλίου ἔχοντος κύκλους πεντεκαίδεκα, καὶ σελήνης κύκλους τοὺς αὐτούς, Ἰνδικτιῶνος ἐνάτης ἐπὶ τῆς βασιλείας Λέοντος τοῦ σοφοῦ καὶ Ἀλεξάνδρου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, τῶν εὐσεβῶν καὶ φιλοχρίστων βασιλέων. Ἐγκαίνια ναοῦ τῆς Θεοτόκου (ἐν Ἱεροσολύµοις) Σύµφωνα µὲ τὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα Γ 74 (φ. 100β).

 

ὉἍγιος Τριαντάφυλλος ἀπὸ τὴν Ζαγορά

Ὁ ἔνδοξος νεοµάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Τριαντάφυλλος ἦταν ἀπὸ τὴν Ζαγορὰ τῆς Μαγνησίας, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸ Βόλο. Γεννήθηκε τὸ 1663. Ἐργαζόταν σὰ ναύτης στὰ πλοῖα, καὶ ὅταν ἦταν 17 χρονῶν συνελήφθη γιὰ ἄγνωστη σὲ µᾶς αἰτία, ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ποὺ τὸν ἐκβίαζαν νὰ γίνει µωαµεθανός. Ὁ Τριαντάφυλλος ὅµως, τὸ εὐωδιαστὸ αὐτὸ λουλούδι τῆς Ὀρθοδοξίας, προτίµησε µύριους θανάτους παρὰ ν᾿ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Βασανίστηκε ποικιλοτρόπως, ἀλλ᾿ ἔµεινε ἀµετακίνητος στὴν πίστη του φωνάζοντας: «Χριστιανὸς εἶµαι, δὲν ἀρνοῦµαι τὸν Σωτῆρα µου Χριστό». Τελικὰ τὸν θανάτωσαν στὸν ἱππόδροµο τῆς Κωνσταντινουπόλεως µὲ ἀποκεφαλισµὸ στὶς 8 Αὐγούστου 1680. Ἦταν τότε 18 χρονῶν. Ἔτσι ἡ µακαρία ψυχή του ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ καὶ πῆρε ἀπὸ τὸν ἀθλοθέτη Χριστὸ τὸ ἀµάραντο στεφάνι τῆς νίκης.

 

ὉἍγιος Ἀναστάσιος ἀπὸ τὴν Βουλγαρία

Πατρίδα του ἡ πόλη Ροδοβίσι τῆς ἐπαρχίας Στρούµιτζα τῆς Βουλγαρίας. Εἴκοσι χρονῶν ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ δούλευε σὰν ὑπάλληλος σὲ κάποιο ἐµπορικὸ κατάστηµα. Κάποια µέρα, βοήθησε τὸ ἀφεντικό του γιὰ τὴν λαθραῖα ἐξαγωγὴ ἐνδυµάτων ἔξω ἀπὸ τὸ Κάστρο τῆς Θεσ/νίκης, γιὰ νὰ µὴ πληρώσει φόρους. Ὁ Ἀναστάσιος µάλιστα, φόρεσε καὶ µία τούρκικη στολὴ προκειµένου νὰ περάσει τὸ ἐµπόρευµα. Ἀλλ᾿ ἐνῷ περνοῦσε τὴν πύλη, Τοῦρκοι φοροειοπράκτορες, τὸν ρώτησαν ἂν εἶχε ἀνάλογα ἔγγραφα γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ τῶν ἐνδυµασιῶν. Αὐτὸς µὲ ἀφέλεια ἀπάντησε ὅτι ἦταν Τοῦρκος. Γιὰ νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσει αὐτό, οἱ Τοῦρκοι ὑπάλληλοί του ζήτησαν νὰ κάνει «σαλαβάτι» (ὁµολογία). Ὁ νέος στὸ ἄκουσµα τοῦ αἰτήµατος αὐτοῦ ἔµεινε ἄφωνος. Ἀµέσως τότε τὸν ἅρπαξαν οἱ Τοῦρκοι καὶ µὲ ἄγρια χτυπήµατα τὸν ὁδήγησαν στὸν ἀγά. Ἐκεῖ ὁ Ἀναστάσιος, παρὰ τὶς κολακεῖες καὶ τὶς φοβέρες τοῦ ἀγά, ἔµεινε ἀκλόνητος στὴ χριστιανικὴ πίστη. Κατόπιν ὁδηγήθηκε στὸν κριτὴ καὶ ἔπειτα σ᾿ ἄλλον ἄρχοντα, ὅπου φυλακίστηκε καὶ βασανίστηκε ἀνελέητα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ καὶ πάλι ὁµολογοῦσε τὸν Χριστὸ τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο. Στὸ δρόµο γιὰ τὴν ἀγχόνη, ὁ Ἀναστάσιος ὑπέκυψε στὰ τραύµατά του καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦµα του στὸν Θεό, ἔξω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη κοντὰ στὴν «καινούρια πόρτα», στὶς 8 Αὐγούστου 1794.

 

ὉὍσιος Γρηγόριος ζωγράφος ὁἐν τῷ σπηλαίῳ (Ρῶσος)