ΘΕΜΑ: Γιατί χάνω τήν εἰρήνη μου;
ΕΒΔΟΜΑΔΑ: 19-25 Ὀκτωβρίου 2025
ΑΡΘΡΟ: «Γιατί χάνω τήν εἰρήνη μου;», «Ο ΣΩΤΗΡ», τεῦχ. 2354/1.6.2026/σελ. 259-260.
ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ: † Ἀρχιμ. Γαβριήλ Γ. Ἀθανασιάδη, «Ἔχεις εἰρήνη;», σελ. 38-131, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα 20228.
Μεταφορτώσεις
|
Θέμα για τους κυκλάρχες |
Άρθρο |
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Ἡ γαλήνη τῆς ψυχῆς, ἡ ἐσωτερική εἰρήνη καί ἀνάπαυση εἶναι θεῖο δῶρο, ἀνεκτίμητο ἀγαθό. Ποιός δέν τή θέλει; Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων κι ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι του ζητεῖ τήν εἰρήνη. Ὁ μεγαλόπνοος ποιητής τοῦ Χριστιανισμοῦ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ψάλλει μέ πόθο: «Εἰρήνη φίλη, τό γλυκύ πρᾶγμα καί ὄνομα! Εἰρήνη φίλη τό ἐμόν μελέτημα καί καλλώπισμα»! Ὅμως, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐπαινοῦν τό θεῖο δῶρο τῆς εἰρήνης, ἐλάχιστοι τό χαίρονται στήν ἐποχή μας. Οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι, μέ τόν τρόπο πού ζοῦμε στήν καταναλωτική κοινωνία μας, πολύ συχνά χάνουμε τήν εἰρήνη μας. Μπορεῖ ἐξωτερικά νά γελοῦμε, νά διασκεδάζουμε, νά δίνουμε τήν ἐντύπωση ὅτι εἴμαστε εὐχαριστημένοι ἀπό τή ζωή μας, ἀλλά ἐσωτερικά ὑποφέρουμε. Μπορεῖ νά ἀπολαμβάνουμε πλεῖστα ὅσα ὑλικά ἀγαθά, νά ζοῦμε μέ πολλές εὐκολίες καί ἀνέσεις, νά ἱκανοποιοῦμε κατά κόρον τίς ποικίλες ἐπιθυμίες μας, ὅμως ἐκεῖνο πού συχνά ἀπουσιάζει ἀπό τήν ψυχή μας εἶναι τό θεῖο δῶρο τῆς εἰρήνης.
Γιατί ἄραγε τό παθαίνουμε αὐτό; Γιατί συχνά ἀτονοῦν οἱ δυνάμεις μας, κόβονται τά φτερά μας, ταραζόμαστε καί συγχυζόμαστε; Γιατί χάνουμε τήν εἰρήνη μας; Γιά πολλές αἰτίες τή χάνουμε. Τό πρακτικότατο βιβλίο τοῦ ἀειμνήστου π. Γαβριήλ Ἀθανασιάδη «Ἔχεις εἰρήνη;» ἀναφέρεται διεξοδικά στίς αἰτίες πού χάνουμε τήν εἰρήνη μας καί καταθέτει πρακτικές συμβουλές, γιά νά ξαναβρίσκουμε τήν εἰρήνη μας. Ἐμεῖς στό θέμα τοῦ Κύκλου πού θά κάνουμε σήμερα, καθώς θά μελετοῦμε τό ἄρθρο: «Γιατί χάνω τήν εἰρήνη μου;», θά ἀναπτύξουμε μία μόνο ἀπό τίς αἰτίες πού χάνουμε τήν εἰρήνη μας, τήν πολύδακρυ ἁμαρτία.
Α΄ ΜΕΡΟΣ: Χάνουμε τήν εἰρήνη μας, διότι ἁμαρτάνουμε
1. Θά διαβάσουμε τό Α΄ Μέρος τοῦ ἄρθρου «Γιατί χάνω τήν εἰρήνη μου;», «Ο ΣΩΤΗΡ», τεῦχ. 2354/1.6.2026/σελ. 259-260, ἕως ἐκεῖ πού λέει: «Ἄν ξέρατε τί πικρία ὑπάρχει στήν ψυχή μου, πόσο φαρμακωμένος αισθάνομαι!», σελ. 260, α΄ στήλη, καί θά ποῦμε στά Μέλη: Τό ἄρθρο «Γιατί χάνω τήν εἰρήνη μου;» μᾶς λέει ὅτι τό θεῖο δῶρο τῆς εἰρήνης, ἐνῶ ὅλοι τό ἐπαινοῦν, λίγοι τό χαίρονται στήν ἐποχή μας, διότι ἁμαρτάνουν. Τί ἔχετε νά πεῖτε πάνω σ᾿ αὐτό; (Σκέψεις Μελῶν…). Πράγματι· ἁμαρτάνουμε οἱ ἄνθρωποι καί μόλις ἁμαρτήσουμε, χάνουμε τήν εἰρήνη μας. Αὐτό τό ἐπιβεβαιώνει καί ἡ Ἁγία Γραφή: «Θλῖψις καί στενοχωρία ἐπί πᾶσαν ψυχήν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τό κακόν» (Ρωμ. β΄ 9) καί ὁ καθένας ἀπό μᾶς ὡς ἐμπειρία μας τό καταθέτουμε ὅτι μόλις ἁμαρτήσουμε, ἀμέσως χάνουμε τήν εἰρήνη μας. Πρίν ἁμαρτήσουμε, ἔχουμε τόν ἀπατηλό λογισμό ὅτι ἄν διαπράξουμε τήν ἁμαρτία, θά βροῦμε σ’ αὐτήν τή χαρά καί τήν εὐτυχία μας. Ἀλλά μόλις ἁμαρτήσουμε, ἀντί νά βροῦμε τή χαρά καί τήν εὐτυχία μας, βασανιζόμαστε ἀπό τίς τύψεις τῆς συνειδήσεως, ἀπό τή λύπη καί τό ψυχοπλάκωμα. Ἀντί νά ρθοῦν ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία καί νά πληρώσουν τό ἐσωτερικό μας, ἔρχονται καί στρογγυλοκάθονται ἡ θλίψη καί ἡ στενοχώρια καί «κολάζουν» τήν ταλαίπωρη ψυχή μας. Δημιουργεῖται στό ἐσωτερικό μας βαριά ἀτμόσφαιρα. Σύννεφα ἐμφανίζονται στόν οὐρανό τῆς ψυχῆς μας. Δέν ἔχουμε διάθεση γιά δημιουργική ἐργασία. Βαραίνουν τά βήματά μας. Χαλάει ἡ ψυχική μας διάθεση. Ἡ θλίψη μας αὐτή γίνεται ἀντιληπτή καί στούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ρωτοῦν: «Τί ἔπαθες; Ἔλα νά κάνουμε ἕναν περίπατο, νά σοῦ προσφέρουμε ἕναν γλυκό!» Δεχόμαστε τά δῶρα τῆς ἀγάπης τους καί τούς καθησυχάζουμε ὅτι δέν πάθαμε τίποτε. Ἀλλά ἐσωτερικά μονολογοῦμε: «Ἄν ξέρατε τί πικρία ὑπάρχει στήν ψυχή μου»! «Ἄν ξέρατε πόσο φαρμακωμένος αισθάνομαι»!
2. Μποροῦμε νά καταθέσουμε παραδείγματα πού νά ἀποδεικνύουν ὅτι μόλις ἁμαρτήσουμε, χάνουμε τήν εἰρήνη μας; (Σκέψεις Μελῶν…) Τό πιό χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι τῶν Πρωτοπλάστων. Πρίν ἁμαρτήσουν, ἀπολάμβαναν ἀδιατάρακτη εἰρήνη. Μετά τήν πτώση τους γέμισε ἀπό φόβο καί ταραχή ἡ ψυχή τους. Ἤθελαν νά κρυβοῦν ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. «Τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καί ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι καί ἐκρύβην», εἶπε ὁ Ἀδάμ στόν Θεό, ὅταν ὁ Θεός τόν ρώτησε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» (Γεν. γ΄ 9-10). Πῆγε κατόπιν ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ καί ἔβγαλε τόν Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο. Κι αὐτός κάθισε ἀπέναντι ἀπό τόν Παράδεισο καί ἔκλαιγε «χερσί τύπτων τάς ὄψεις». Θρηνοῦσε γοερῶς ἀναλογιζόμενος τί εἶχε καί τί ἔχασε. Ὁ Ἀδαμιαῖος θρῆνος ἦταν αὐτός! (Γεν. γ΄ 1-24).
Παρόμοιο μέ τό παράδειγμα τῶν Πρωτοπλάστων εἶναι καί τό παράδειγμα τοῦ Κάιν. Κι αὐτός μόλις σκότωσε τόν ἀδελφό του, ἔχασε ἀμέσως τήν εἰρήνη του. Δέν τόν χωροῦσε ὁ τόπος. Ἔφευγε «μηδενός διώκοντος», διότι εἶχε τήν αἴσθηση ὅτι τόν κυνηγοῦν. Ζοῦσε πάνω στή γῆ τρέμοντας καί στενάζοντας. Παρέλυσε τελείως, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας πού διέπραξε (Γεν. δ΄ 1-16).
Παρόμοιο μαρτύριο συνειδήσεως βίωσε καί ὁ βασιλιάς Δαβίδ μετά τή διάπραξη διπλοῦ ἁμαρτήματος, τῆς μοιχείας καί τοῦ φόνου. Οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως τόν βασάνιζαν σάν χίλια σπαθιά. Γινόταν χαλασμός στό ἐσωτερικό του. Δέν μποροῦσαν νά ἡσυχάσουν οὔτε τά ὀστά του. «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπό προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου» (Ψαλ. λζ΄ 4).
Καί ἄλλα πολλά τέτοια παραδείγματα μποροῦμε νά καταθέσουμε. Διότι αὐτή εἶναι ἡ φύση τῆς ἁμαρτίας. Σοῦ ὑπόσχεται χαρά, εὐτυχία, ἡδονή, εὐχαρίστηση, καί σέ ποτίζει μέ τύψεις συνειδήσεως, ἀγωνία, στενοχώρια καί θλίψη.
Β΄ ΜΕΡΟΣ: Πῶς ξαναβρίσκουμε τήν εἰρήνη μας;
1. Ἔπειτα θά διαβάσουμε τό ὑπόλοιπο ἄρθρο καί θά ποῦμε στά Μέλη: Μετά τή διάπραξη τῆς ἁμαρτίας, ἀρχίζουμε νά αἰσθανόμαστε σάν νά ἤπιαμε δηλητήριο καί ἀναρωτιώμαστε: Δέν ὑπάρχει διέξοδος στό ἀδιέξοδο; Δέν μποροῦμε νά ξαναβροῦμε τήν εἰρήνη μας; Μποροῦμε, μᾶς λέει τό ἄρθρο πού μελετοῦμε. Πῶς θά τό ἐπιτύχουμε αὐτό; (Σκέψεις Μελῶν…) α) Ἐφόσον ἡ ἁμαρτία φυγαδεύει τήν εἰρήνη μας, θά ἦταν εὐχῆς ἔργο νά θωρακίζαμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά μήν ἁμαρτάναμε. Ἀλλά ἐμεῖς σάν ἀδύνατοι ἄνθρωποι πού εἴμαστε, ἁμαρτάνουμε καί χάνουμε τήν εἰρήνη μας. Πολλοί ἄνθρωποι, μόλις χάσουν τήν εἰρήνη τους, γιά νά ξεχάσουν, πηγαίνουν γιά κυνήγι καί γιά ψάρεμα ἤ πηγαίνουν σέ ἐκδρομές ἤ τό ρίχνουν στό πιοτό. Ὅμως ἀντιλαμβάνονται ἐπάνω στά πράγματα ὅτι οἱ πληγές πού δημιουργεῖ «ἡ πολύδακρυς ἁμαρτία», δέν θεραπεύονται μέ τέτοιες διεξόδους, οἱ ὁποῖες προσωρινά μᾶς ἀνακουφίζουν, ἀλλά οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως ἐπανέρχονται.
Γιά νά ξαναβροῦμε τήν εἰρήνη μας, μία μόνο διέξοδος ὑπάρχει, αὐτή τῆς μετάνοιας καί τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Νά μήν ἀφήνουμε τήν ἁμαρτία νά χρονίζει μέσα μας, ἀλλά νά μετανοοῦμε εἰλικρινά γιά τίς ἁμαρτίες μας· νά ἐπιστρέφουμε μετανοημένοι στήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα· νά ἐξομολογούμαστε μέ εἰλικρίνεια τά κρίματά μας στόν Πνευματικό· νά λέμε μέ ἀπόφαση διορθώσεως τό «ἥμαρτον»· νά γονατίζουμε κάτω ἀπό τό πετραχήλι του· νά ἀκοῦμε τή συγχωρητική εὐχή καί νά λαμβάνουμε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὅταν τελεῖται τό φιλάνθρωπο Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ὁ Οὐράνιος Πατέρας καί Θεός δέχεται τήν εἰλικρινή ἐξομολόγησή μας, διανοίγει ἀγκάλας πατρικάς, συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας «κατά τό μέγα ἔλεός Του καί μᾶς χαρίζει τό θεῖο δῶρο τῆς εἰρήνης. Μετά ἀπό κάθε καθαρή ἐξομολόγηση, νοιώθουμε ἕνα βάρος νά φεύγει ἀπό τήν ψυχή μας· βουνό ὁλόκληρο νά μετακινεῖται ἀπό πάνω μας· εἰρηνεύει τό ἐσωτερικό μας· ἐπανέρχεται τό χαμόγελο στό πρόσωπό μας· ἡ καρδιά μας ἀναθάλλει καί ἡ ψυχή μας γαληνεύει.
β) Μποροῦμε νά καταθέσουμε κάποια παραδείγματα πού νά ἀποδεικνύουν ὅτι μόλις λάβουμε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, ξαναβρίσκουμε τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς μας; (Σκέψεις Μελῶν…)
1) Τό ἄρθρο ἀναφέρει τή μαρτυρία τοῦ ἱεροῦ Ψαλμωδοῦ, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι εἶναι τρισευτυχισμένοι ἐκεῖνοι πού τούς συγχωρήθηκαν οἱ ἀνομίες ἀπό τόν Θεό καί τούς σκεπάστηκαν οἱ ἁμαρτίες, ὥστε νά μή φαίνονται πλέον πουθενά: «Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καί ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι» (Ψαλ. λα΄ 1).
2) Ἐπίσης τό ἄρθρο ἀναφέρει τόν μεγάλο Ρῶσο λογοτέχνη Ντοστογιέφσκι, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄπιστος, γνώρισε τόν Χριστό μέσα στή φυλακή, ἐξομολογήθηκε τά κρίματά του στόν Πνευματικό καί ὁμολόγησε: «Τώρα πού ἐξομολογήθηκα, παράδεισος φύτρωσε στήν ψυχή μου»!
3) Νά μνημονεύσουμε καί τόν μετανοημένο ληστή, ὁ ὁποῖος μόλις ἐξομολογήθηκε στόν Χριστό ἐπάνω στό Σταυρό, συγχωρήθηκαν ἀμέσως οἱ ἁμαρτίες του καί μπῆκε πρῶτος στόν Παράδεισο.
4) Τό ἴδιο καί ὁ κάθε μετανοημένος ἁμαρτωλός, καί ὁ καθένας ἀπό μᾶς, μποροῦμε ἀπό προσωπική ἐμπειρία μας νά καταθέσουμε ὅτι ἐνῶ πρίν ἀπό τό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἤμασταν ἀνήσυχοι καί ταραγμένοι, μετά ἀπ’ αὐτήν ἀπολαμβάνουμε «εἰρήνην καί πλῆθος εἰρήνης»! Ἀνακουφίζεται ἡ ταλαίπωρη ψυχή μας! Ἠρεμοῦν τά τσακισμένα νεῦρα μας! Ὅλο τό σῶμα μας γελᾶ σεβάσμια ἔσωθεν! Ἐπιστρέφουμε ἀνάλαφροι στό σπίτι μας, χαρούμενοι, εὐδιάθετοι, ἀναπαυμένοι, μέ τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ στά χείλη μας καί τήν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά μας!
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Τό συμπέρασμα στό ὁποῖο καταλήγουμε εἶναι ὅτι ὀφείλουμε νά ζοῦμε κατά Θεόν καί νά μήν ἁμαρτάνουμε. Νά καθαρεύουμε «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος». Ἀλλά κι ἄν ἁμαρτήσουμε καί χάσουμε τήν εἰρήνη μας, νά τήν ξαναβρίσκουμε μέ τήν εἰλικρινή μετάνοια καί τήν καθαρή Ἐξομολόγηση. Ἔτσι θά ἔρχεται καί θά κατοικεῖ στήν καρδιά μας ἡ Ἁγία Τριάδα· θά προσερχόμαστε ἀκατακρίτως στό Ποτήριο τῆς ζωῆς καί θά ἑνωνόμαστε διά τῆς θείας Κοινωνίας μέ τόν Κοσμοπόθητο Κύριο. Ἄν ἔχουμε στήν καρδιά μας τόν Χριστό, πῶς νά μήν εἴμαστε εἰρηνικοί; Ὁ Χριστός εἶναι ἡ εἰρήνη μας: «Αὐτός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφεσ. β΄ 14)! Ἄν ἔχουμε στήν καρδιά μας τό Ἅγιο Πνεῦμα, πῶς νά μήν εἴμαστε εἰρηνικοί; Ἡ εἰρήνη εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν… εἰρήνη» (Γαλ. ε΄ 22)!
ΣΥΝΘΗΜΑ
«Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπό προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου» (Ψαλ. λζ΄ 4).
Τό ἑπόμενο θέμα μας θά εἶναι ἀπό τό ἄρθρο «Δέν εὐκαιρῶ», «Ο ΣΩΤΗΡ», τεῦχ. 2349/15.3.2026/σελ. 127-128.


