Κυριακή Ι΄ Ἐπιστολῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 9 Αὐγούστου 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 9 Αὐγούστου 2026, Κυριακή Ι΄ Ἐπιστολῶν (Γαλ. γ΄ 23 – δ΄ 5)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐ­σχά­τους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐ­γε­­­νήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. ἡμεῖς μω­ροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀ­σθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶ­μεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦ­μεν καὶ κοπιῶ­μεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διω­κό­με­­­νοι ἀνε­χόμεθα, βλασφημούμενοι πα­ρακαλοῦμεν· ὡς περικα­θάρ­ματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πα­τέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. παρακαλῶ οὖν ὑ­μᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. «Μωροὶ» στὰ μάτια τοῦ κόσμου

Στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, ἀπὸ τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέσα σὲ λίγους στίχους μᾶς περιγράφει τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπισαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὸν κόσμο. Ὁ Θεός, γράφει, παρουσίασε ἐμᾶς τοὺς Ἀποστόλους στὰ μάτια τοῦ κόσμου ὡς τελευταίους, ὡς μελλοθάνατους κατάδικους. Γίναμε θέαμα στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Ἄλλοι μᾶς θαυμάζουν, ἐνῶ ἄλλοι μᾶς περιφρονοῦν καὶ μᾶς χλευάζουν. «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν», σημειώνει. Ὁ κόσμος μᾶς θεωρεῖ ἀνόητους, ἐπειδὴ κηρύττουμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι γιὰ τὴ λογικὴ πολλῶν ἀνθρώπων ἡ πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ εἶναι ἀνοησία. Τὸ κήρυγμα γιὰ ἕνα Θεό, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε, θεωρεῖται «κουταμάρα». «Ἡμεῖς κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» (Α΄ Κορ. α΄ 23), γράφει ἀλλοῦ ὁ Ἀπόστολος. Τὸ κήρυγμα αὐτὸ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους εἶναι ἀδιανόητο, ἐνῶ γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες ἀνοησία. Ἡ λατρεία ἑνὸς Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος νεκρώθηκε, εἶναι ἀπερισκεψία. Ἑπομένως ὁ ἀγώνας τοῦ Χριστιανοῦ νὰ ζεῖ θυσιάζοντας τὶς ἐπίγειες ἀπολαύσεις καὶ ἐπιλέγοντας τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἄσκηση, τὴν ὀλιγάρκεια, τὴν αὐταπάρνηση, τὴν αὐτοθυσία, θεωρεῖται μωρία. Οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ, διότι δὲν ἐξηγεῖται μὲ τὸ μυαλό, ἀλλὰ μὲ τὴν πίστη. Ἑρμηνεύεται μόνο μὲ τὴ λογικὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὴ ἡ μωρία ὅμως, αὐτὸ ποὺ φαίνεται ἀνοησία, εἶναι τελικὰ ἡ ἐξυπνότερη ἐπιλογὴ ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος στὴ ζωή του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μᾶς προτρέπει ὁ Ἀπόστολος: Ἂν κανεὶς νομίζει ὅτι εἶναι σοφός, ἐπειδὴ ἔχει τὴ σοφία τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, «μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός» (Α΄ Κορ. γ΄ 18). Ἂς γίνει μωρός, ἀνόητος, κατὰ τὴν ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀκολουθώντας τὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου· διότι ἔτσι θὰ γίνει πραγματικὰ σοφός.

2. Μὲ κόπους καὶ στερήσεις

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρει πιὸ συγκεκριμένα τὶς ἀντιξοότητες, τὶς ὁποῖες ὑπέμειναν κατὰ τὸ ἀποστολικό τους ἔργο οἱ Μαθητὲς τοῦ Κυρίου. «Ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν», σημειώνει. Δηλαδή, μέχρι τὴ στιγμὴ αὐτὴ ποὺ σᾶς γράφω, πεινοῦμε καὶ ὑποφέρουμε ἀπὸ δίψα στὶς περιοδεῖες μας, καὶ δὲν ἔχουμε ἀρκετὰ ροῦχα, ὅταν στὴ μέση τῶν ταξιδιῶν μᾶς πιάνει ξαφνικὰ ὁ χειμώνας· δεχόμαστε καὶ χτυπήματα καὶ κακομεταχειρίσεις, καὶ δὲν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, ἀλλὰ διαρκῶς φεύγουμε ἐδῶ κι ἐκεῖ.

Σὲ πόσες στερήσεις ὑποβάλλονταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι! Ἄφησαν τὰ σπίτια καὶ τοὺς συγγενεῖς τους, χωρὶς νὰ πάρουν μαζί τους τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφάλιζαν τὴν παραμικρὴ ἔστω ἄνεση. Διωκόμενοι ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ πλανόδιους σκηνίτες, χωρὶς σπίτι, τροφὴ καὶ ἐνδύματα. Γνήσιοι ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ποὺ δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Λουκ. θ΄ 58).

Καὶ ὅμως αὐτοὶ ἦταν οἱ στύλοι τῆς Ἐκκλησίας! Ἐκεῖνοι ποὺ ἐγκολπώθηκαν μὲ χαρὰ τὴν ἑκούσια πτωχεία καὶ τὶς στερήσεις γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ τὸ θαυμάσιο παράδειγμά τους μᾶς διδάσκουν νὰ μὴ γογγύζουμε στὶς δυσκολίες· νὰ μὴ δυσφοροῦμε στὰ ἐμπόδια, ἰδιαιτέρως ὅταν τὰ συναντοῦμε κατὰ τὴν ἐπιτέλεση κάποιου πνευματικοῦ ἔργου γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ μὴν ἐγκαταλείπουμε τὴν προσπάθειά μας, ἀλλὰ νὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος ὅλα τὰ γνωρίζει, ἀνάλογα δὲ μὲ τὸν κόπο μας θὰ χαρίσει καὶ τὸ ἔλεός του.

3. Παράδειγμα πρὸς μίμηση

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τοὺς Κορινθίους νὰ μιμηθοῦν τὸ παράδειγμά του. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὑπῆρξε πνευματικός τους διδάσκαλος. «Μιμηταί μου γίνεσθε», τοὺς γράφει. Νὰ γίνεσθε μιμητές μου. Νὰ μιμεῖσθε τὸ παράδειγμά μου στοὺς κόπους καὶ τὶς θυσίες, στὴν περιφρόνηση τῶν χλευασμῶν, στὴν ἀνεξικακία, στὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Μάλιστα σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς γράφει: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. ια΄ 1). Δηλαδή, νὰ μιμεῖσθε τὸ παράδειγμά μου, ὅπως κι ἐγὼ μιμοῦμαι τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἀσφαλῶς κάθε διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου ὀφείλει νὰ ἔχει ὑποδειγματικὴ ζωὴ καὶ ἦθος. Νὰ διδάσκει ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του. Καὶ ὄχι μόνο οἱ διδάσκαλοι τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ κάθε Χριστιανὸς καλεῖται νὰ ἀποτελεῖ παράδειγμα πρὸς μίμηση μὲ τὴν ὅλη βιοτή του. Νὰ εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε΄ 14). Μιὰ περίβλεπτη πόλη στὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ, ποὺ τὴ βλέπουν ὅλοι καὶ τὴ θαυμάζουν. Νὰ μὴ δείχνει ἁπλῶς τὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ προπορεύεται σὲ αὐτήν, ἀκολουθώντας καὶ ὁ ἴδιος ἀντίστοιχα τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὸ αἰώνιο παράδειγμα τοῦ μόνου Διδασκάλου, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.