Κυριακῆς ΚΑ΄ Ἐπιστολῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ὀκτωβρίου 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ὀκτωβρίου 2026, Κυριακῆς ΚΑ΄ Ἐπιστολῶν (Γαλ. β΄ 16-20)

Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ­μεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπι­στεύ­σαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ὁριστικὴ διαγραφὴ
Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας γιὰ νὰ τοὺς συμβουλέψει, διότι εἶχαν ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ ψευδεῖς διδασκαλίες καὶ θεωροῦσαν ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία τους ἦταν ἀπαραίτητη ἡ τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται μὲ τὴν τήρηση τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό. «Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι», τονίζει. Ἂν ἐπανέρχομαι σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ προηγουμένως κατήργησα, ἀποδεικνύομαι παραβάτης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος ζητεῖ κάτι δύσκολο ἀπὸ τοὺς πιστούς· νὰ κάνουν μιὰ ὑπέρβαση. Νὰ γκρεμίσουν μέσα τους ἕναν κόσμο, τὸν κόσμο τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Μιὰ ἀντίστοιχη ὑπέρβαση ζητεῖ κι ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός. Νὰ γκρεμίσουμε ὁλοκληρωτικὰ μέσα μας τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Νὰ μὴν ἐπανερχόμαστε σὲ ὅ,τι ἀφήσαμε πίσω μας, προκειμένου νὰ πλησιάσουμε τὸν Κύριο καὶ νὰ συνδεθοῦμε μαζί Του. Νὰ διαγράψουμε ὁριστικὰ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν μας, τὴν παλαιὰ ζωή μας, τὴν ἐκτροπὴ σὲ συνήθειες καὶ πάθη ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἴχαμε ξεπεράσει, τὴν ἀναστροφὴ μὲ πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴχαμε κρατήσει ἀπόσταση γιὰ νὰ διαφυλάξουμε τὴν ἀκεραιότητα τῆς ψυχῆς μας. Ἂς προσέχουμε πολύ! Τὰ πάθη εἶναι φιλεπίστροφα. Ἀκόμη κι ἂν γιὰ κάποιον καιρὸ νιώθουμε ὅτι ἔχουν ἀτονίσει μέσα μας, εὔκολα μποροῦν νὰ ἐπανέλθουν καὶ ἐκ νέου νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσουν. Ἂν ἀναζητοῦμε, λοιπόν, τὴν παλαιὰ ζωή μας, ἀποδεικνυόμαστε τελικὰ παραβάτες τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.
2. Ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος
Ὅμως, ὄχι. Δὲν εἶμαι παραβάτης, σημειώνει στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ὁ Ἀπόστολος. Ἔχω πεθάνει ὡς πρὸς τὸν παλαιὸ νόμο, γιὰ νὰ ζήσω γιὰ τὸν Θεό. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Εἶναι συγκλονιστικὴ ἡ διατύπωση τοῦ θείου Παύλου. Θεωροῦσε νεκρὸ τὸν ἑαυτό του. Σὰν νὰ μὴ ζοῦσε ὁ ἴδιος. Μέσα του ζοῦσε ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος κυριαρχοῦσε στὶς πράξεις, στὰ λόγια, στὶς ἐπιθυμίες, στὰ συναισθήματα, στὶς σκέψεις του. Ἀγαποῦσε, συγχωροῦσε, συμπεριφερόταν ὅπως ὁ Χριστός. Ἡ ζωή του ἦταν μιὰ ἐπανάληψη τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Μελετώντας τὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων εἶναι σὰν νὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων προεκ­τείνεται καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Συναντοῦμε τὸν ἴδιο Θεό, τὶς ἴδιες θεῖες ἐνέργειες, τὶς ἴδιες θεῖες ἀλήθειες. «Κάθε Ἅγιος εἶναι ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος» (Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, σελ. 99), γράφει ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς.
Αὐτὸ θὰ συμβεῖ καὶ σ᾿ ἐμᾶς, ἂν νεκρώσουμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό μας. Θὰ ζήσουμε τότε μιὰ ἄλλη ζωή, τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, τὰ ἐλατήρια, οἱ διαθέσεις, ὅλα θὰ εὐωδιάζουν Χριστό. Θὰ φανερώνεται καὶ στὴ δική μας ζωὴ ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Θὰ ἐφαρμόζεται στὴν καθημερινότητά μας τὸ Εὐαγγέλιο. Θὰ γίνει ἡ ζωή μας μιὰ συνέχεια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Διότι ὅταν ὁ Κύριος κατοικεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο, τόν μεταμορφώνει, τὸν ἐξαγιάζει, τὸν καθιστᾶ ἕνα μικρὸ Χριστὸ κατὰ Χάριν.
3. Ὁ δικός μου Θεὸς
Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος στρέφει τὸν λόγο του στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανε­ρώθηκε κυρίως κατὰ τὴ σταυρική του θυσία. «Ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ», ἐπισημαίνει. Δηλαδή, ζῶ ἐμπνεόμενος καὶ κυριαρχούμενος ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ δική μου σωτηρία. Στὴ διατύπωση αὐτὴ τοῦ Ἀποστόλου φαίνεται ἡ προσωπικὴ σχέση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Χριστό. Σὰν νὰ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ νὰ θυσιάσθηκε ὁ Κύριος μόνο γι᾿ αὐτόν, προσωπικὰ γιὰ τὸν Παῦλο. Αὐτὸ ἔνιωθε ὁ Ἀπόστολος.
Καὶ πράγματι, ἐνῶ ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ θυσιάσθηκε γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ταυτόχρονα ἐπιτέλεσε τὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὸν καθένα μας ξεχωριστά, μὲ προσωπικὴ ἀγάπη. «Ὅλα τὰ ὑπέστη γιὰ μένα, σὰν νὰ ἤμουν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος στὴ γῆ», μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ ὁ καθένας μας. Διότι γιὰ τὸν Θεὸ δὲν εἴμαστε ἀδιάφοροι ἀριθμοὶ ἑνὸς πλήθους, ἀλλὰ πρόσωπα μοναδικὰ μὲ ἀξία ἀπροσμέτρητη. Τόση τιμὴ μᾶς ἀποδίδει ὁ Θεός! Ἡ ἀγάπη του δὲν περιγράφεται μὲ λόγια, οὔτε χωρεῖ στὴν ἀνθρώπινη λογική. Ὅταν τὴν ἀναλογίζεται κανείς, μόνο νὰ Τὸν εὐγνωμονεῖ μπορεῖ καὶ νὰ Τὸν δοξάζει μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ θεάρεστη ζωή του.