03. Κληρικοί καί Λαϊκοί μαζί ἀποτελοῦμε τήν Ἐκκλησία

Μεταφορτώσεις

Θέμα για τους κυκλάρχες

 

Ὅπως θυμάστε, στήν προηγούμενη συμμελέτη μας θέμα μας εἴχαμε τήν πρώτη Ἀποστολική Σύνοδο, πού συγκλήθηκε στά Ἱεροσόλυμα γιά τό θέμα τῆς περιτομῆς. Εἴδαμε τήν ὁμιλία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ὡς πρός τό θέμα αὐτό. Μετά τόν ἀπόστολο Πέτρο ἔλαβε τόν λόγο καί ἔκανε τό κλείσιμο, κατά κάποιον τρόπο, τῆς Συνόδου ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, πού δέν ἦταν Ἀπόστολος, ἀλλά πρῶτος Ἐπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων. Αὐτό φανερώνει τήν τιμητική θέση πού κατεῖχε μεταξύ τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας. Φανερώνει ὅμως καί τήν ταπείνωση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, πού δέν εἶχε αὐτός τόν πρῶτο καί τελευταῖο λόγο στή Σύνοδο, ἀλλά ὁ Ἰάκωβος, πού ἦταν πιθανῶς καί ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου. Τό λησμόνησαν ὅμως αὐτό οἱ πάπες τῆς Ρώμης, πού νομίζουν ὅτι εἶναι διάδοχοι τοῦ ἀποστόλου Πέτρου καί ὑποστηρίζουν ὅτι στό πρόσωπό τους συγκεντρώνουν ὅλη τήν Ἐκκλησία. Ἄς δοῦμε ὅμως τό ἱερό κείμενο, γιά νά μελετήσουμε τόν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰακώβου καί τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου.

Μελέτη Περικοπῆς: Πράξ. ιε´ 13-29.

1. Πρῶτα ἄς προσέξουμε τήν ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου. Τί σᾶς κάνει ἐντύπωση στήν ὁμιλία του; Ἀποκαλεῖ τούς ἄλλους ταπεινά ἀδελφούς. Ὁμιλεῖ ἤρεμα καί χωρίς νά ἐλέγχει κανέναν. Παράδειγμα γιά ὅλους μας.

Ποῦ στήριξε τή γνώμη του ὁ ἅγιος Ἰάκωβος; Στήν Ἁγία Γραφή. Στίς Προφητεῖες. Γιατί τό ἔκανε αὐτό; Διότι ἡ Ἁγία Γραφή ἐθεωρεῖτο ἀνέκαθεν θεόπνευστη καί κανείς δέν θά ἤθελε καί δέν θά μποροῦσε νά ἀνατρέψει τούς λόγους της. Ὅλοι ἐξάλλου οἱ εὐλαβεῖς Ἰουδαῖοι μελετοῦσαν τίς Προφητεῖες καί δέν θά εἶχαν ἀντίρρηση νά δεχθοῦν λόγους στηριγμένους στό αἰώνιο κύρος τῶν Προφητῶν.

Γίνεται, ἄραγε, καί σ᾿ αὐτό παράδειγμά μας ὁ ἅγιος Ἰάκωβος; Μάλιστα. Γιατί; Διότι, ὅταν ὅσα λέμε στούς ἄλλους στηρίζονται στήν Ἁγία Γραφή, πού ἔχει εἰδική Χάρι, ἐπιδροῦν στίς ψυχές. Μή νομίζουμε ὅτι θά ἐπηρεάσουμε τούς ἄλλους μέ φιλοσοφίες καί ἀνθρώπινους στοχασμούς καί χρησιμοποιώντας μεγάλα καί ἐντυπωσιακά κατά κόσμον ὀνόματα.

Ποιό ἦταν τό κεντρικό μήνυμα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἁγίου Ἰακώβου; Ὅτι οἱ Προφῆτες εἶχαν προφητεύσει αἰῶνες πρό Χριστοῦ ὅτι κατά τήν ἐποχή τοῦ Μεσσία θά πίστευαν στόν Κύριο καί τά ἄλλα ἔθνη ἐκτός ἀπό τούς Ἑβραίους. Δέν θά εἶχαν στή Μεσσιακή ἐποχή τήν ἀποκλειστικότητα οἱ Ἑβραῖοι. Ὁ Μεσσίας θά ἦταν «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν» (Λουκ. β´ 32).

Ὁ Μωυσῆς 1.400 περίπου ἔτη πρό Χριστοῦ ἀναφέρει στό «Δευτερονόμιον» (λβ´ 21) ὅτι θά ἔλθει καιρός πού ὁ Θεός θά κάνει τούς Ἑβραίους νά ζηλεύουν γιά τό ἔλεος καί τήν τιμή πού θά δείξει πρός ἄλλους ἀνθρώπους, πού δέν θά ἀνῆκαν στό ἑβραϊκό ἔθνος (βλ. Ρωμ. ι´ 18-19).

Ὁ Προφήτης καί βασιλιάς Δαβίδ 1.000 περίπου ἔτη πρό Χριστοῦ ἔψαλλε: «ψάλατε τῷ Κυρίῳ τῷ κατοικοῦντι ἐν Σιών, ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τά ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ» (Ψαλ. θ´ 12). Καί γιά τόν Μεσσία προφήτευε: «καί κατακυριεύσει ἀπό θαλάσσης ἕως θαλάσσης καί ἀπό ποταμῶν ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης… Καί προσκυνήσουσιν αὐτῷ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, πάντα τά ἔθνη δουλεύσουσιν αὐτῷ… πάν­τα τά ἔθνη μακαριοῦσιν αὐτόν… καί πληρωθήσεται τῆς δόξης αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ» (Ψαλ. οα´ [71] 8, 11, 17, 19),

Ὁ προφήτης Ἡσαΐας 800 περίπου ἔτη πρό Χριστοῦ διακήρυττε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «ἐγγίζει ταχύ ἡ δικαιοσύνη μου καί ἐξελεύσεται ὡς φῶς τό σωτήριόν μου καί εἰς τόν βραχίονά μου ἔθνη ἐλπιοῦσιν» (Ἡσ. να´ [51] 5) καί «ἰδού ἔθνη, ἅ οὐκ οἴδασί σε, ἐπικαλέσονταί σε, καί λαοί, οἵ οὐκ ἐπίστανταί σε, ἐπί σέ καταφεύξονται ἕνεκεν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου» (Ἡσ. νε´ [55] 5).

Ἁνέφερε δέ ὁ ἅγιος Ἰάκωβος καί τήν προφητεία τοῦ προφήτη Ἀμώς, μέ τήν ὁποία προφήτευε ὁ Θεός μέσω αὐτοῦ ὅτι θά ἀνοικοδομήσει κάποτε τή βασιλεία τοῦ Δαβίδ πού θά καταπέσει καί θά τήν ἀνορθώσει μέσω ἀπογόνου του, τοῦ Μεσσία. Θά ἐγκαθιδρύσει νέα πνευματική βασιλεία, τήν Ἐκκλησία, «ὅπως ἐκζητήσωσιν οἱ κατάλοιποι τῶν ἀνθρώπων καί πάντα τά ἔθνη» τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. (Ἀμ. θ´ 11-12).

Ὅλα αὐτά πού εἶπαν οἱ Προφῆτες γιά τήν ἐποχή τοῦ Μεσσία, πρόσ­θεσε ὁ ἅγιος Ἰάκωβος, εἶναι γνωστά στόν Θεό. Ἐκεῖνος τά προεῖπε. Εἶναι ὅμως γνωστά καί σέ ὅσους ἀκοῦν τίς Προφητεῖες στίς Συναγωγές κάθε Σάββατο. Κι ἐμεῖς τώρα βλέπουμε τήν ἐκπλήρωσή τους μέ τήν πίστη στόν Μεσσία Χριστό τῶν πρώην εἰδωλολατρῶν. Μήν τούς ἐμποδίζουμε λοιπόν νά πιστεύουν στόν ἀληθινό Θεό.

Νά καθορίσουμε μόνο, συνέχισε ὁ ἅγιος Ἰάκωβος, νά ἀπέχουν ἀπό μολυσμούς, πού προέρχονται ὅταν τρώγει κάποιος τά κρέατα τῶν θυσιῶν, πού οἱ είδωλολάτρες θεωροῦν ἱερά· νά ἀπέχουν ἐπίσης ἀπό τήν πορνεία, νά μήν τρώγουν πνιγμένα ζῶα, διότι περιέχεται μέσα τους τό αἷμα πού θεωρεῖται ἕδρα τῆς ζωῆς· καί νά μήν πίνουν γιά τόν ἴδιο λόγο αἷμα. Ἐννοεῖ καί αὐτό πού ἔκαναν οἱ εἰδωλολάτρες, πού ἔπιναν μεῖγμα ἀπό κρασί καί αἷμα τῶν ζώων πού προσφέρονταν στίς θυσίες τους.

Μέ τίς ἀπαγορεύσεις αὐτές βοηθοῦνταν οἱ πρώην εἰδωλολάτρες πιστοί νά μήν κάνουν ὅ,τι ἔκαναν προηγουμένως κατά τίς θυσίες τους θεωρώντας ἱερά τά σφάγια τῶν θυσιῶν ἐκείνων. Θά βοηθοῦνταν συγχρόνως καί οἱ πρώην Ἰουδαῖοι Χριστιανοί, γιά νά μήν ἔχουν διαρκῶς ἀφορμές σκανδαλισμοῦ βλέποντας τούς πρώην εἰδωλολάτρες πιστούς νά ἔχουν εἰδωλολατρικές συνήθειες.

Θεοφώτιστη πράγματι ἡ πρόταση τοῦ ἁγίου Ἰακώβου, ἔγινε ἀμέσως ἀποδεκτή. Ἀποφασίσθηκε μάλιστα ἀπό ὅλους νά στείλουν στήν Ἀντιόχεια μαζί μέ τόν Βαρνάβα καί τόν Παῦλο καί δύο ἐπιφανεῖς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, τόν Ἰούδα ἤ Βαρσαββᾶ καί τόν Σίλα, γιά νά μεταφέρουν τήν ἐπιστολή μέ τήν ἀπόφαση.

2. Ἄς δοῦμε τήν ἐπιστολή πού περιέχει τήν ἀπόφαση τῆς πρώτης Ἀποστολικῆς Συνόδου. Οἱ ἑρμηνευτές λένε ὅτι ἐγράφη πιθανῶς στήν Ἑλληνική. Ὁ ἀρχικός χαιρετισμός «χαίρειν» καί ὁ τελικός «ἔρρωσθε» εἶναι γνωστοί ἀπό τήν ἑλληνική ἐπιστολογραφία τῆς ἐποχῆς.

Τί σᾶς κάνει ἐντύπωση εὐθύς ἐξαρχῆς στήν ἐπιστολή; Ὅτι ἐγράφη ἐκ μέρους ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Τή γράφουν καί τήν ἀποστέλλουν «οἱ ἀπόστολοι καί οἱ πρεσβύτεροι καί οἱ ἀδελφοί». Ὄχι μόνο οἱ Ἀπόστολοι, κι ἄς εἶχαν ὕψιστο κύρος μεταξύ τῶν πιστῶν. Οὔτε μόνο «οἱ Ἀπόστολοι, καί οἱ πρεσβύτεροι», δηλαδή οἱ κληρικοί, ἀλλά «καί οἱ ἀδελφοί». Δηλαδή καί οἱ λαϊκοί. Ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν τή σύμφωνη γνώμη τους στήν ἀπόφαση τῆς πρώτης αὐτῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὑπερτιμῶνται οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ κληρικοί, οὔτε ὑποτιμῶνται οἱ λαϊκοί. Αὐτό εἶναι τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό πνεῦμα.

Αὐτό τό πνεῦμα ἐπικράτησε ἐπί αἰῶνες στήν Ἐκκλησία. Καί ἐάν ἀργότερα δέν λάμβαναν μέρος οἱ λαϊκοί στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ὅμως ἡ γνώμη τῶν λαϊκῶν ἦταν βαρύνουσα ἐκ τῶν ὑστέρων γιά τήν ἐγκυρότητα τῆς ὀρθότητος τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων. Ὑπῆρξε περίπτωση στήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, πού συνῆλθαν 139 Ἐπίσκοποι σέ Σύνοδο στήν Ἔφεσο τό 449 μ.Χ. καί ἐπειδή ὁ πιστός λαός δέν ἐγκολπώθηκε τίς ἀποφάσεις της, ὄχι μόνο δέν χαρακτηρίσθηκε οἰκουμενική ἡ Σύνοδος αὐτή, ἀλλά ἀποδοκιμάσθηκε ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔμεινε γνωστή στήν Ἱστορία ὡς «Ληστρική Σύνοδος».

Πρέπει νά τά γνωρίζουμε αὐτά, γιά νά παρακαλοῦμε τόν Κύριο καί Ἀρχηγό τῆς Ἐκκλησίας νά φωτίζει τούς ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες μας νά μήν ἐνεργοῦν χωρίς νά ὑπολογίζουν τούς λαϊκούς. Κάτι ἀνάλογο μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νά συμβεῖ καί σήμερα μέ τόν λεγόμενο Οἰκουμενισμό καί τήν Πανθρησκεία, πού θέλουν νά ἐπιβάλουν ὁρισμένοι ὑψηλόβαθμοι κληρικοί ἀγνοώντας τίς ἀντιδράσεις τῶν πιστῶν. Καί οἱ λαϊκοί, οἱ πιστοί βεβαίως, ἔχουν τή θέση τους στήν ἐκκλησιαστική ζωή, ὅπως εἶναι ὁλοφάνερο ἀπό τήν πρώτη Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἔλεγε καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (ΕΠΕ 36, 268), «ποιμαίνοντες καί ποιμαινόμενοι», ἐνώπιον τοῦ «μεγάλου Ποιμένος» καί ἀρχιερέως Χριστοῦ εἶναι «πρόβατα». Ἴσοι δηλαδή, μέ ἴδιες ὑποχρεώσεις καί μέ ἴδια δικαιώματα. Ὅλοι ἄλλωστε κοινωνοῦμε τό ἴδιο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου καί ἔχουμε προοπτική τήν κληρονομία τῆς ἴδιας καί μίας Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Αὐτά δείχνουν καί τήν εὐθύνη πού ἔχουμε καί οἱ λαϊκοί γιά τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο, ἀλλά καί τήν προσοχή πού πρέπει νά δείχνουμε στή ζωή μας, γιά νά μή σκανδαλίζεται κανείς ἐξαιτίας μας καί βλάπτεται ἔτσι ἡ Ἐκκλησία.

Τί λέει ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου; Ὅ,τι ἀκριβῶς πρότεινε καί ὁ ἅγιος Ἰάκωβος. Μέ εὐγένεια ἀλλά καί μέ σοβαρότητα καθόρισαν τί ἔπρεπε νά γίνεται στό ἑξῆς καί ἔτσι λύθηκε τό σοβαρότατο πρόβλημα τῶν ἐκ περιτομῆς πιστῶν. Δέν ἀποφάσισαν νά βαρυφορτώσουν τούς πιστούς, ὅλους τούς Χριστιανούς, «ἐξ Ἰουδαίων» καί «ἐξ Ἐθνῶν», μέ δυσβάστακτα φορτία. Στήν ἀπόφαση, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τήν ἀρχική της φράση, ἔπνευσε ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖο φώτισε τήν Ἐκκλησία καί τήν ὀδήγησε «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. ιστ´ 13). Ἄς εὐχόμαστε πάντα ἔτσι καί ἀληθινά Ἁγιοπνευματοκίνητες νά εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας μας. Θά πρέπει ὅμως κι ἐμεῖς, τά ἁπλά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νά ζοῦμε καί νά συμπεριφερόμαστε σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε δέν θά σφάλλουμε ποτέ, διότι θά μᾶς καθοδηγεῖ ὁ ἀγαθός Παράκλητος, «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας».

ΣΥΝΘΗΜΑ: Κληρικοί καί Λαϊκοί μαζί ἀποτελοῦμε τήν Ἐκκλησία.