Μεταφορτώσεις
|
Θέμα για τους κυκλάρχες |
Στήν προηγούμενη συμμελέτη μας εἴδαμε πῶς διεξήχθη ἡ πρώτη Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μας πού λέγεται Ἀποστολική, καί τίς ἀποφάσεις της ὡς πρός τήν περιτομή. Τό τί ἐπακολούθησε, θά τό δοῦμε στήν παρούσα συμμελέτη μας. Ἔχει πολύ ἐνδιαφέρον καί ὑπάρχουν ὠφέλιμα διδάγματα καί γιά τή δική μας ἐποχή.
Μελέτη Περικοπῆς: Πράξ. ιε´ 30-41.
1. Τό πρῶτο πού θά προσέξουμε καί ἀπό τό ὁποῖο θά πάρουμε ἀφορμή γιά τίς σκέψεις πού θά ἀνταλλάξουμε εἶναι ἡ ἐπίδραση τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου αὐτῆς στίς ψυχές ὅλων τῶν πιστῶν. Τί λένε οἱ τρεῖς πρῶτοι στίχοι τῆς περικοπῆς; Ὅτι οἱ Ἀπόστολοι παρέδωσαν τή γραπτή ἀπόφασή τους σέ δύο πιστούς τῶν Ἱεροσολύμων, τόν Ἰούδα καί τόν Σίλα, πού εἶχαν καί προφητικό (δηλαδή κηρυκτικό, διδακτικό) χάρισμα, καί αὐτοί μαζί μέ τόν Βαρνάβα καί τόν Παῦλο τή μετέφεραν στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας. Ἀφοῦ τήν ἀνέγνωσαν οἱ ἐκεῖ πιστοί, «ἐχάρησαν ἐπί τῇ παρακλήσει», γράφει τό ἱερό κείμενο. Αἰσθάνθηκαν δηλαδή ἀνακούφιση καί εἰρήνη μέσα στήν ψυχή τους μέ τή λύση πού δόθηκε. Προσθέτει μάλιστα ὁ ἱερός Συγγραφέας ὅτι οἱ κομιστές τῆς ἐπιστολῆς Ἰούδας καί Σίλας μέ τό διδακτικό τους χάρισμα, μέ πολλές ἐπεξηγήσεις καί δίνοντας ἀρκετές ἀπαντήσεις σέ τυχόν ἐρωτήσεις τῶν ἀκροατῶν τους, «παρεκάλεσαν τούς ἀδελφούς καί ἐπεστήριξαν». Τούς βοήθησαν νά εἰρηνεύσουν καί νά στηριχθοῦν στήν πίστη.
Ὅπως βλέπουμε, δύο φορές γίνεται ἐδῶ λόγος γιά τήν παράκληση πού χαρίσθηκε στούς πιστούς τῆς Ἀντιόχειας μέ τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου. Καί μᾶς δίνεται ἔτσι ἡ ἀφορμή νά σκεφθοῦμε τί εἶναι καί πῶς χαρίζεται αὐτή ἡ παράκληση.
Παράκληση, παρακαλῶ, εἶναι λέξεις μέ εὐρύ νόημα. Σημαίνουν παρηγορία, εἰρήνευση, ἐνίσχυση, τόνωση ψυχική κλπ. Τί μᾶς ὑπενθυμίζουν αὐτές οἱ λέξεις; Τό Πανάγιο Πνεῦμα, τό Ὁποῖο στήν προσευχή πού ἀπευθύνουμε πρός Αὐτό, στό γνωστότατό μας «Βασιλεῦ οὐράνιε», ὀνομάζεται «Παράκλητος». Ἔτσι ἄλλωστε Τόν ὀνόμασε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, ὅταν ὑποσχέθηκε ὅτι μετά τήν Ἀνάληψή του θά ἐρχόταν μέ τή δική Του ἱκεσία πρός τόν οὐράνιο Πατέρα Του, τό Ἅγιο Πνεῦμα. «Ἐγώ ἐρωτήσω τόν πατέρα καί ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα», τούς εἶπε (Ἰωάν. ιδ´ 16). Καί πρόσθεσε: «Ὁ δέ παράκλητος, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ὅ πέμψει ὁ πατήρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καί ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἅ εἶπον ὑμῖν» (Ἰωάν. ιδ´ 26).
Ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, τό Ὁποῖο, σύμφωνα μέ τούς πιό πάνω λόγους τοῦ Θεανθρώπου, παραμένει διαρκῶς στήν Ἐκκλησία, τή διδάσκει καί τήν «ὁδηγεῖ εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (βλ. Ἰωάν. ιστ´ 13)· εἶναι Αὐτός πού παρακαλεῖ (ἐνισχύει – τονώνει – παρηγορεῖ) τούς πιστούς.
Πῶς γίνεται αὐτή ἡ παράκληση; Μέ τή Χάρι πού παρέχεται μέσω τῶν ἱερῶν Μυστηρίων. Μέ τούς φωτισμένους λόγους τοῦ Πνευματικοῦ μας. Μέ τήν καλή συμμετοχή μας στή Λατρεία. Μέ τή μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἄλλων σχετικῶν πρός τόν θεῖο λόγο βιβλίων. Μέ τήν προσευχή κατ᾿ ἰδίαν καί ἀπό κοινοῦ μέ ἄλλους. Μέ τήν ἐπικοινωνία μέ ἄλλους ὁμόφρονες πνευματικούς ἀδελφούς. Μέ τόν ἱερό ἀγώνα τῆς ἱεραποστολῆς καί ψυχικῆς βοήθειας τῶν συνανθρώπων μας. Μέ τά ἔργα τῆς ἀγαθοεργίας κλπ.
Πῶς αἰσθάνεται ἡ ψυχή χωρίς τήν παράκληση τοῦ Παρακλήτου; Εἶναι ἀπαράκλητη. Χωρίς εἰρήνη καί ἀγαλλίαση πνεύματος. Χωρίς κατάνυξη. Χωρίς δροσερότητα πνευματική. Νιώθει ξηρασία μέσα της καί γύρω της· ὅπως ὅταν βρεθεῖ κανείς σέ κάποιον κακοτράχαλο, ἀπόκρημνο ξηρότοπο.
Ποιά προϋπόθεση ἀπαιτεῖται προκειμένου νά μᾶς χαρισθεῖ ἡ θεία παράκληση; Βασικά ἡ ταπεινοφροσύνη. «Τό ταπεινόν ἐν στεναγμοῖς». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὁ Θεός «παρακαλεῖ τούς ταπεινούς» (Β´ Κορ. ζ´ 6). Δηλαδή; Αὐτούς πού ἐνῶ εἶναι ταλαιπωρημένοι ἀπό τά βάρη τῆς ζωῆς, τίς θλίψεις καί δυσκολίες της, δέν ἐμπιστεύονται στόν ἑαυτό τους, ἀλλ᾿ ἀναθέτουν ὅλα τους τά προβλήματα στά πανάγαθα, παντοδύναμα καί πάνσοφα χέρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτά σημαίνουν ὅτι κατ᾿ οὐσίαν ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νά ἑλκύσουμε ἐπάνω μας τήν παρακλητική Χάρι τοῦ Θεοῦ.
2. Τό δεύτερο σημεῖο στό ὁποῖο θά στρέψουμε τή συζήτησή μας εἶναι αὐτό πού λέει ὁ ἱερός Συγγραφέας τῶν Πράξεων ἅγιος εὐαγγελιστής Λουκᾶς στούς στίχους 36 καί ἑξῆς. Πρόκειται γιά τόν παροξυσμό πού συνέβη μεταξύ τῶν ἀποστόλων Βαρνάβα καί Παύλου. Τί ἀκριβῶς συνέβη; Ὅταν ἀποφάσισαν οἱ δύο ἅγιοι Ἀπόστολοι νά ἀναχωρήσουν ἀπό τήν Ἀντιόχεια γιά τή δεύτερη ἀποστολική πορεία τους, ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας θέλησε νά πάρουν μαζί τους καί τόν ἀνεψιό του Ἰωάννη, πού ὀνομαζόταν καί Μᾶρκος. Πρόκειται γιά τόν μετέπειτα ἱερό Εὐαγγελιστή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅμως, ἐπειδή ὁ Μᾶρκος τούς εἶχε ἐγκαταλείψει σέ κάποια φάση τῆς πρώτης περιοδείας τους, δέν ἤθελε νά τόν πάρουν μαζί τους, ἔστω κι ἄν εἶχε πιθανῶς μετανοήσει γιά τό σφάλμα του. Ὁ Βαρνάβας ἐκ φύσεως φιλάνθρωπος καί παρακινούμενος καί ἀπό τή συγγένεια ἐπέμενε στήν ἄποψή του. Ὁ Παῦλος ὅμως φερόταν μέ παιδαγωγική αὐστηρότητα, διότι σκεφτόταν ὅτι ὁ Μᾶρκος ὑστεροῦσε σέ αὐταπάρνηση καί δέν ἦταν ἀκόμη κατάλληλος γιά τό βαρύ καί ἐπικίνδυνο ἔργο τῆς ἀποστολικῆς δράσεως. Ἀργότερα βέβαια, ὅταν ἄλλαξε ὁ Μᾶρκος, τόν δέχθηκε μεταξύ τῶν συνεργατῶν του καί ἐκφράσθηκε πολύ ἐπαινετικά γι᾿ αὐτόν (βλ. Κολασ. δ´ 10, Β´ Τιμ. δ´ 11). Ἔγραψε ὅτι ἦταν «εὔχρηστος εἰς διακονίαν». Ἐκείνη ὅμως τή στιγμή τοῦ φαινόταν ἀκατάλληλος καί δέν τόν ἤθελε μαζί του. Ἐπέμεναν δέ καί οἱ δύο Ἀπόστολοι στήν ἄποψή τους, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐπέλθει «παροξυσμός», δηλαδή ζωηρή διαφωνία μεταξύ τους. Καί ἀποφάσισαν τελικά νά χωρίσουν οἱ δρόμοι τους. Ἔτσι ὁ μέν Βαρνάβας μέ τόν Μᾶρκο ἔπλευσαν πρός τήν πατρίδα του Κύπρο καί δέν γίνεται πλέον λόγος γι᾿ αὐτόν στίς Πράξεις. Ὁ δέ Παῦλος πῆρε μαζί του τόν Σίλα καί ἀναχώρησε γιά διάφορες πόλεις τῆς Συρίας καί Κιλικίας, ὅπου εἶχαν κηρύξει μέ τόν Βαρνάβα τό Εὐαγγέλιο, καί στήριζε μέ τά λόγια του καί τήν παρουσία του τούς πιστούς.
Τί μποροῦμε νά σκεφθοῦμε ὡς πρός τό γεγονός αὐτό τοῦ παροξυσμοῦ; Πρῶτον, ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή δέν ὡραιοποιεῖ τά πράγματα. Λέει πάντοτε τήν ἀλήθεια. Δέν ἀποκρύπτει τά λάθη τῶν Ἀποστόλων. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι καί οἱ δύο ἅγιοι Ἀπόστολοι ἦταν ἄνθρωποι, δέν «ἦσαν λίθοι ἤ ξύλα» (ΕΠΕ 16Α, 302). Εἶχαν τίς σκέψεις τους, τίς συμπάθειές τους κλπ. «Καί οἱ ἁγιώτεροι τῶν ἀνθρώπων εἶναι δυνατόν νά ἔχουν διαφόρους γνώμας καί ἀντιλήψεις ἐπί ζητημάτων φρονήσεως καί κρίσεως. Καί οἱ ἄριστοι τῶν ἀνθρώπων δέν παύουν νά εἶναι ἄνθρωποι. Ἐπιτρέπει δέ ὁ Θεός τοιαύτας διαφωνίας, ἵνα φαίνεται καί δι᾿ αὐτῶν ἡ ἀνθρωπίνη ἀσθένεια καί ἀδυναμία» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Μόνο ὁ Θεός εἶναι ἀλάθητος.
Τί διδασκόμαστε ἀπό τό γεγονός αὐτό; Νά μάθουμε νά μήν ἐπιμένουμε στή γνώμη μας, ὅσο ὀρθή κι ἄν μᾶς φαίνεται αὐτή, ὅταν πρόκειται γιά θέματα τακτικῆς στά διάφορα ἱερά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὑποχωρητικότητα καί ἡ ἐπιείκεια φέρνουν συνήθως καλύτερα ἀποτελέσματα. Δέν εἶναι ἐπίσης ὀρθό νά ἐπηρεαζόμαστε ἀπό συγγενικά ἤ ἄλλα αἰσθήματα καί νά φερόμαστε μέ εὐμένεια πρός ὁρισμένους καί μέ δυσμένεια πρός ἄλλους. Καί ἡ πολλή αὐστηρότητα ἐπίσης δέν ἐνδείκνυται πάντοτε καί σέ ὅλες τίς περιπτώσεις.
Προῆλθαν, ἄραγε, κάποια ἀγαθά ἀποτελέσματα ἀπό αὐτό τό γεγονός, πού δέν ἦταν ὁπωσδήποτε καλό; Ἀσφαλῶς. Μέ τή Χάρι τοῦ πάνσοφου Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐπέτρεψε νά συμβεῖ αὐτός ὁ παροξυσμός καί νά καταγραφεῖ στό αἰώνιο Βιβλίο τῆς ἀληθείας, ἀπό τό πικρό προῆλθε γλυκύ. Πῶς; «Ὁ χωρισμός οὗτος ἀπέβη διά τοῦ Κυρίου εἰς τό ἀγαθόν. Διότι ἐξ ἑνός ζεύγους ἐγένοντο δύο καί ὁ Παῦλος ἀποκτήσας ἀντί ἑνός συντρόφου, ὅστις ἦτο ἴσος του, πολλούς ὑφισταμένους, ἦτο εἰς τό ἑξῆς ὀλιγώτερον περιωρισμένος εἰς τάς κινήσεις του» (Ὑπόμνημα Π. Ν. Τρεμπέλα).
Ἐπειδή ὑπῆρχε καλή διάθεση καί στούς δύο, δέν χωρίσθηκαν ὡς «ἐχθροί», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ὁ χωρισμός τους ἔγινε «κατά σύνεσιν», μέ συνεννόηση (ΕΠΕ 16Α, 302-304). Δέν ἐπέτρεψε δέ ὁ Θεός νά σκανδαλισθοῦν οἱ πιστοί πού τυχόν πληροφορήθηκαν τό γεγονός, καί χάρισε μέ τήν πανσοφία Του διόρθωση τοῦ λάθους καί αἴσια ἔκβαση τῶν γεγονότων. Ἄς μάθουμε νά δείχνουμε περισσότερη ἐμπιστοσύνη στή σοφία καί στήν ἀγάπη Του.
ΣΥΝΘΗΜΑ: Νά καταφεύγουμε στή Χάρι τοῦ ἀγαθοῦ Παρακλήτου.


