21. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Κυρίου στούς ἕνδεκα Μαθητές. Ἡ ψηλάφηση τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ. (20-26/4)

ΘΕΜΑ: Ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Κυρίου στούς ἕνδεκα Μαθητές. Ἡ ψηλάφηση τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ.
ΕΒΔΟΜΑΔΑ: 20-26 Ἀπριλίου 2026
ΑΡΘΡΟ:
ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ἰω. κ΄ 24-29
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ: 1. † Π. Ν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰω­­άν­νην Εὐαγγέλιον, σελ. 708-713, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20226. 2. † Γεωργίου Ἰ. Δημοπούλου, «Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου», (κατά τόν εὐαγγελιστήν Ἰωάννην), σελ.197-212, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20038.


Μεταφορτώσεις

Θέμα για τους κυκλάρχες

Άγιογραφικό

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Χριστός ἀνέστη! Ἀληθῶς ἀνέστη! Συνεχίζοντας τίς συμμελέτες μας γιά τίς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος Κυρίου, θά μελετήσουμε σήμερα τήν ἕκτη κατά σειρά ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος. Ἔγινε στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ τό βράδυ τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀντίπασχα (ἤ Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ), δηλαδή ὀκτώ ἡμέρες ἔπειτα ἀπό τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Πάσχα. Στήν ἐμφάνιση αὐτή φανερώθηκε ὁ Ἀναστάς στούς ἕνδεκα Μαθητές Του, παρόντος καί τοῦ Θωμᾶ, καί ἀκολούθησε ἡ ψηλάφηση τοῦ Θωμᾶ. Διασώζει τήν ἐμφάνιση αὐτή ὁ ἱερός εὐαγγελιστής Ἰωάννης (κ΄ 24-29).
Α΄ ΜΕΡΟΣ: Ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Κυρίου στούς ἕνδεκα Μαθητές
1. «Ὦ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ»! Θά διαβάσουμε τό κείμενο καί τήν ἑρμηνεία τῆς περικοπῆς: Ἰω. κ΄ 24-26. Μᾶς λέει ἡ περικοπή ὅτι, ὅταν ἐμφανίστηκε ὁ ἀναστάς Κύριος στούς Μαθητές Του τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Πάσχα, ἀπουσίαζε ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἀπό τό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὅταν κατόπιν ἐπέστρεψε, τοῦ ἔλεγαν οἱ ἄλλοι Μαθητές ὅτι εἶδαν τόν Ἀναστάντα: «ἑωράκαμεν τόν Κύριον» (στίχ. 25).  Αὐτός ὅμως δυσκολευόταν νά τό πιστέψει. Ἤθελε νά Τόν δεῖ μέ τά μάτια του, νά βάλει τό δάχτυλό του στό σημάδι τῶν καρφιῶν, νά ψηλαφήσει μέ τήν παλάμη του τήν λογχευθείσα πλευρά τοῦ Χριστοῦ, γιά νά σιγουρευθεῖ ἀπόλυτα, καί μετά νά πιστέψει: «Ἐάν μή ἴδω ἐν ταῖς χερσίν αὐτοῦ τόν τύπον τῶν ἥλων, καί βάλω τόν δάκτυλόν μου εἰς τόν τύπον τῶν ἥλων, καί βάλω τήν χεῖρά μου εἰς τήν πλευράν αὐτοῦ, οὐ μή πιστεύσω» (στίχ. 25).
Γι᾿ αὐτή τήν ἀρχική δυσπιστία του πολλοί τόν ἀποκαλοῦν ἄπιστο Θωμᾶ. Εἶναι ὅμως φανερό ὅτι τόν παρεξηγοῦν, διότι ὄχι μόνο ὁ Θωμᾶς, ἀλλά ὅλοι οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἀρχικά ἦταν δύσπιστοι στήν Ἀνάσταση. Ἐνῶ ρητά τούς εἶχε πεῖ ὁ Κύριος: «μετά τό ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τήν Γαλιλαίαν» (Μάρκ. ιδ΄ 28), κανείς δέν Τόν περίμενε ἐκεῖ. Ἀναστημένος τούς ἔστειλε καί δεύτερο μήνυμα, «ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τήν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται», ἐκεῖ θά μέ δοῦν (Ματθ. κη΄ 10), ὅμως καί πάλι κανείς δέν ἀνταποκρίθηκε. Ἀλλά καί οἱ Μυροφόρες γυναῖκες τό πρωί «τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων» πήγαιναν στό μνημεῖο, γιά νά τελέσουν τά νεκρικά ἔθιμα τῆς ἐποχῆς πρός τόν πεφιλημένο νεκρό τους. Γιά τήν Ἀνάσταση οὔτε σκέψη. Ὅταν εἶδαν τόν Ἀναστάντα καί ἄκουσαν ἀπό τή γλυκύτατη φωνή Του τό «χαίρετε», ἔτρεξαν νά τό ποῦν στούς Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά «ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεί λῆρος τά ρήματα αὐτῶν, καί ἠπίστουν αὐταῖς» (Λουκ. κδ΄ 11). Τίς ἄκουσαν μέ δυσπιστία. Ἀλλά καί οἱ δύο Μαθητές πού πορεύονταν πρός Ἐμμαούς, παρόλο πού πληροφορήθηκαν τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως ἀπό τό πρωί τῆς Κυριακῆς, ἐξακολουθοῦσαν νά εἶναι σκυθρωποί καί λυπημένοι, πού σημαίνει ὅτι δέν πήγαινε καθόλου ἡ σκέψη τους στήν Ἀνάσταση (βλ. Λουκ. κδ΄ 13-24).
Ἐπίσης δέν ζητοῦσε μόνο ὁ Θωμᾶς νά ψηλαφήσει τόν Κύριο, ἀλλά ὅλοι οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ ζητοῦσαν παρόμοιες ἀποδείξεις. Ὅταν πρωτοεῖδαν τόν Ἀναστάντα, Τόν πέρασαν γιά φάντασμα: «Ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν» (Λουκ. κδ΄ 37). Τόσο πού γιά νά τούς πείσει ὁ Χριστός ὅτι δέν εἶναι φάντασμα, τούς ζήτησε νά Τοῦ δώσουν κάτι νά φάει λέγοντας: Τό «πνεῦμα σάρκα καί ὀστέα οὐκ ἔχει καθώς ἐμέ θεωρεῖτε ἔχοντα» (Λουκ. κδ΄ 39).
Αὐτή ἡ ἀρχική δυσπιστία ὅλων τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ πρός τήν Ἀνάσταση ἦταν ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας, γιά τή γενική θεμελίωση καί προκοπή τῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν μιά καλή ἀπιστία, γιά νά ἐνισχυθεῖ ἡ δική μας πίστη. «Ὦ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ! τῶν πιστῶν τάς καρδίας εἰς ἐπίγνωσιν ἦξε», ψάλλουμε σ᾿ ἕνα τροπάριο τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ. Μέ τήν καλή ἀπιστία του ὁ Θωμᾶς σταθεροποίησε τή δική μας πίστη. Διότι, ἄν ἦταν παρών στήν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος, δέν θά εἶχε ἀμφιβολία γιά τήν Ἀνάσταση. Κι ἄν δέν εἶχε ἀμφιβολία, δέν θά ζητοῦσε νά δεῖ. Κι ἄν δέν ζητοῦσε νά δεῖ, δέν θά ψηλαφοῦσε. Κι ἄν δέν ψηλαφοῦσε, δέν θά ὁμολογοῦσε. Κι ἄν δέν ὁμολογοῦσε τόν Χριστό Κύριο καί Θεό του, δέν θά μαθαίναμε ἐμεῖς νά Τόν ὁμολογοῦμε μ᾿ αὐτό τόν τρόπο. Ἀκόμη μέ τήν καλή ἀπιστία του ὁ Θωμᾶς εἶναι ὁδοδείκτης στό σταυροδρόμι τῶν ταλαντεύσεων, γιά νά δείχνει σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τόν ὀρθό προσανατολισμό. Βοηθεῖ τούς ὀλιγόπιστους ὅλων τῶν γενεῶν νά ἐρευνοῦν καλόπιστα, νά βεβαιώνονται πλήρως γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί νά γίνονται κατόπιν διαπρύσιοι κήρυκες τῆς Ἀναστάσεώς τοῦ Χριστοῦ «πρός πάντας ἀνθρώπους».
2. «Εἰρήνη ὑμῖν»! Μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες, δηλαδή τή δεύτερη Κυριακή τῆς Ἀναστάσεως, κι ἐνῶ οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἦταν συγκεντρωμένοι στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ «καί ὁ Θωμᾶς μετ᾿ αὐτῶν», ἐμφανίζεται πάλι ὁ ἀναστάς Κύριος «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», στέκεται ἀνάμεσά τους καί τούς ἀπευθύνει τόν ἀναστάσιμο χαιρετισμό: «Εἰρήνη ὑμῖν»! (Ἰω. κ΄ 26).
Μέ τόν χαιρετισμό «εἰρήνη ὑμῖν» τούς χαιρέτησε καί τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Πάσχα, πάλι στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπου ἦταν κλεισμένοι οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων» (Ἰω. κ΄ 19). Τήν εἰρήνη εἶχαν ἀνάγκη ἀπ᾿ ὅλα πιό πολύ οἱ φοβισμένοι Μαθητές Του. Αὐτό τό θεῖο δῶρο τούς χαρίζει καί στίς δύο ἐμφανίσεις Του. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ εἰρήνη μας. Ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό εἰρηνεύουμε μέ τόν Θεό, μέ τούς συνανθρώπους μας, καί μέ τόν ἑαυτό μας, καί ἀπολαμβάνουμε «τήν εἰρήνην τοῦ Θεοῦ τήν ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν» (Φιλιπ. δ΄ 7)!
Β΄ ΜΕΡΟΣ: Ἡ ψηλάφηση τοῦ Θωμᾶ
1. Ἡ ψηλάφηση τοῦ Θωμᾶ. Κατόπιν θά διαβάσουμε τό ὑπόλοιπο κείμενο καί τήν ἑρμηνεία τῆς περικοπῆς: Ἰω. κ΄ 27-29. Μᾶς λέει ἡ περικοπή ὅτι στή συνέχεια ἀπευθύνθηκε προσωπικά ὁ Κύριος στόν Θωμᾶ καί τοῦ εἶπε: «Φέρε τόν δάκτυλόν σου ὧδε καί ἴδε τάς χεῖράς μου, καί φέρε τήν χεῖρά σου καί βάλε εἰς τήν πλευράν μου, καί μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός» (στίχ. 27). Δέν περίμενε νά Τόν πλησιάσει πρῶτος ὁ Θωμᾶς, ἀλλά τόν καλεῖ ὁ Ἴδιος κοντά Του. Ἦταν σάν νά τοῦ ἔλεγε: Ἄκουσα τήν προηγούμενη Κυριακή τί εἶπες στούς ἀδελφούς σου καί βρίσκομαι γιά δεύτερη φορά κοντά σας, γιά νά βεβαιωθεῖς κι ἐσύ γιά τήν Ἀνάστασή μου. Μή διστάσεις νά δεῖς καλά, γιά νά βεβαιωθεῖς. Μή διστάσεις νά ψηλαφήσεις τά χέρια μου καί τήν πλευρά μου. Ἀνέχομαι τά περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχθηκα τά καρφιά τοῦ Σταυροῦ! Βεβαιώσου γιά ὅλα αὐτά «καί μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός» (στίχ. 27).
Συγκλονιζόμαστε οἱ Χριστιανοί, ὅταν ἀναλογιζόμαστε αὐτή τή σκηνή. Ἐκεῖ­νο τό «φέρε καί ἴδε», «φέρε καί βάλε» ἠχεῖ στά αὐτιά μας σάν ἕνα ἄλλο «λά­βετε φάγετε», «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες». Βεβαίως ὁ Θωμᾶς πίστευσε καί χω­ρίς νά ψηλαφήσει, ἀλλά ὁ ἀναστάς Κύριος τοῦ ἐπέβαλε τήν ψηλάφηση, γιά νά πιστώσει τή ζωηφόρο Ἀνάστασή Του καί μ᾿ αὐτό τόν χειροπιαστό τρόπο. Στό ἑξῆς ἐπιτρέπει κάτι ἀκόμη πιό θαυμαστό! Μᾶς προσφέρει νά κοινωνοῦμε τό ἄ­χραντο Σῶμά Του καί τό τίμιο Αἷμά Του, ἱκανοποιώντας ἔτσι ὅλες τίς αἰσθήσεις μας, ἀφοῦ μποροῦμε ἀκόμη καί νά γευόμαστε τόν ἀναστημένο Χριστό.
Ἔπειτα ἀπό τέτοιες ἀδιάσειστες μαρτυρίες δικαιολογοῦνται νά ὑπάρχουν ἄπιστοι; Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου· «μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός» ὑπαινίσσεται ὅτι μποροῦν νά ὑπάρχουν καί πιστοί καί ἄπιστοι. Δέν καταργεῖται τό αὐτεξούσιό μας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά παίρνει τίς ἀποφάσεις του. Ἡ Ἱστορία βεβαιώνει ὅτι στό διάβα τῶν αἰώνων ὑπῆρξαν καί πιστοί καί ἄπιστοι. Ὁ διώκτης Σαῦλος πίστεψε στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἀπό Σαῦλος ἔγινε Παῦλος. Ἀλλά ὑπῆρξαν καί κάποιοι ἄλλοι πού ἔμειναν πεισματικά στήν ἀπιστία τους. Μόνο πού ἡ αἰτία τῆς ἀπιστίας τους δέν ὀφειλόταν στήν ἔλλειψη ἀποδείξεων. Κάποια ἄλλα προσωπικά ἐμπόδια τούς κράτησαν στήν ἀντίπερα ὄχθη: ἡ παχυλή ἄγνοιά τους, ὁ ὑπερτροφικός ἐγωισμός τους, ἡ ἀγάπη τους πρός τά χρήματα καί τήν ἐφήμερη δόξα, τό σαρκικό φρόνημά τους, καί πιό πολύ ἡ ἀπρόσεκτη ζωή τους. Ὅσοι ὅμως εἶναι καλόγνωμοι, αὐτοί δέχονται τόν ἀναστάντα Κύριο καί γίνονται διαπρύσιοι κήρυκες τῆς Ἀναστάσεώς Του, ὅπως ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς.
2. «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»! Ὁ Θωμᾶς μπορεῖ νά ἔδειξε  δυσπι­στία, ἀλλά δέν ἦταν ἄπιστος. Γι᾿ αὐτό ὁμολόγησε ἀμέσως «τήν καλήν ὁμολογίαν» του: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (στίχ. 28). Καί ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: Ἐπειδή μέ εἶδες, πίστεψες! Στό ἑξῆς μακάριοι θά εἶναι «οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες» (στίχ. 29).
Στή χορεία τῶν μακάριων Χριστιανῶν πού βλέπουν μέ τά μάτια τῆς πίστεως· πού πιστεύουν στό θαῦμα καί χωρίς νά βλέπουν μέ τούς σωματι­κούς ὀφθαλμούς, νά προστεθοῦμε κι ἐμεῖς. Νά ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ λέγοντας: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»! Ἰδίως ὅταν προσερχόμαστε νά κοινωνήσουμε τά Ἄχραντα Μυστήρια, νά ἐπανα­λαμβάνουμε τούς λόγους τῆς Εὐχῆς: «Πιστεύω, Κύριε, καί ὁμολογῶ ὅτι σύ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθών εἰς τόν κόσμον ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ. Ἔτι πιστεύω ὅτι τοῦτο αὐτό ἐστι τό ἄχραντον Σῶμά σου καί τοῦτο αὐτό ἐστι τό τίμιον Αἷμά σου»! Πιστεύω ὅτι εἶσαι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκες γιά χάρη μου ἐπάνω στόν Σταυρό. Πιστεύω ὅτι ἀναστήθηκες αὐτεξουσίως καί ἀνελήφθης «ἐν δόξῃ». Ἕνα Θεό προσκυνῶ καί λατρεύω. Τόν ὑπέρ ἐμοῦ «παθόντα καί ταφέντα καί ἀναστάντα»! Ἕνα ὄνομα ὑμνῶ καί δοξάζω! Τό ὑπερύμνητο καί ὑπερένδοξο Ὄνομα τοῦ ἀναστάντος Κυρίου μου, ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου ὀφείλει νά ὑποκλίνεται «πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων» καί κάθε γλώσσα νά ὁμολογεῖ ξεκάθαρα ὅτι εἶναι «Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β΄ 10-11). Ἀμήν.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ὅσοι δεχόμαστε τόν Χριστό ὡς Σωτήρα καί Λυτρωτή μας· ὅσοι κοινω­νοῦ­με τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί γευόμαστε τούς ἀγλαούς καρ­πούς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας, νά εἴμαστε «υἱοί ἀναστάσεως», νά «περιπατῶμεν ἐν καινότητι ζωῆς» (Ρωμ. στ΄ 4), νά δίνουμε καθαρή καί κρυστάλλινη μαρτυρία γιά τόν Χριστό, νά ὁμολογοῦμε τήν «καλήν ὁμολο­γίαν» μας «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» καί ὡς σάλπιγγες Χριστοῦ νά σαλπίζουμε στά πέρατα τῆς Οἰκουμένης τόν νικητήριο παιάνα τῆς Ἀναστάσεως: «Χριστός ἀνέστη» – «ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος»!
ΣΥΝΘΗΜΑ 
«Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (Ἰω. κ΄ 28)
Τό ἑπόμενο θέμα μας θά εἶναι ἁγιολογικό: Ἡ μεγαλομάρτυς ἁγία Εἰρήνη (5 Μαΐου).