26. «Ἆρα γε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;»

Μεταφορτώσεις

Θέμα για τους κυκλάρχες

 

Φθάσαμε μέ τή βοήθεια τοῦ Κυρίου στό τέλος τῶν φετινῶν συμμελετῶν μας. Μέχρι τώρα εἴδαμε τή ζωή καί δράση τῆς πρώτης Εκκλησίας, κατά τήν ὁποία δέσποζε ἡ παρουσία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Στή συνέχεια τό βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» παρουσιάζει κυρίως τή ζωή καί δράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ ὁποία εἶναι ἐξίσου θαυμαστή. Κλείνοντας τίς συμμελέτες μας θά δοῦμε ἕνα περιστατικό, τό ὁποῖο προσαρμόζεται κάπως καί μέ τό τέλος τῆς φετινῆς περιόδου.

Μελέτη περικοπῆς: Πράξ. η´ 26-40.

1. Τό θεοκίνητο πρόσωπο πού παρουσιάζει ἐνώπιόν μας ἡ περικοπή εἶναι καί πάλι, ὅπως καί στήν προηγούμενη συμμελέτη μας εἴδαμε, ὁ διάκονος Φίλιππος. Κατ᾿ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ὁ Φίλιππος μετέβη στήν ὁδό πού ὁδηγοῦσε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ στή Γάζα, πόλη τῶν Φιλισταίων, πού ἀπεῖχε γύρω στά 4 χιλιόμετρα ἀπό τή Μεσόγειο θάλασσα. Ὁ Φίλιππος ὑπάκουσε ἀμέσως καί ἐνῶ ἦταν μεσημέρι, βρέθηκε στόν δρόμο αὐτό, πού ἦταν τήν ὥρα ἐκείνη ἔρημος. Δέν σκέφθηκε, «ποῦ βρέθηκα τέτοια ὥρα στήν ἐρημιά»! Ἀντίθετα ἀφέθηκε νά τόν ὁδηγεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἦταν βέβαιος ὅτι κάτι καλό θά προερχόταν, ἐφόσον ὁ Θεός τόν ἀπέστειλε ἐκεῖ.

Τί διδασκόμαστε ἀπό αὐτό; Νά ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας καί τά θέματα τῆς ζωῆς μας στά παντοδύναμα χέρια τοῦ πάνσοφου καί παντογνώστη Θεοῦ, ἐμπιστευόμενοι στήν Πρόνοιά Του. «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα», μᾶς ὑπενθυμίζει καθημερινά ἡ Ἐκκλησία μας (βλ. Φιλιπ. δ´ 6).

2. Τό δεύτερο πρόσωπο τῆς περικοπῆς μας εἶναι ὁ ἀξιωματοῦχος τῆς βασίλισσας τῆς Αἰθιοπίας. Ἦταν εὐνοῦχος καί φρόντιζε ἐπιπλέον τή διαφύλαξη τοῦ κοιτώνα τῆς βασίλισσας καί γιά τά οἰκονομικά της. Ἡ Αἰθιοπία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀντιστοιχεῖ πρός τή σημερινή Νουβία καί τό Σουδάν. Οἱ κάτοικοί της «ἐθεωροῦντο ὡς τό εὐτελέστερον καί περισσότερον ἀξιοκαταφρόνητον ἐκ τῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου καί λόγῳ τοῦ χρώματος αὐτῶν ὡς ἐστιγματισμένοι ὑπ᾿ αὐτῆς τῆς φύσεως. Ἐν τούτοις τό Εὐαγγέλιον ἀπεστάλη καί εἰς αὐτούς… Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὐκ ἔνι βάρβαρος ἤ Σκύθης» (Π. Ν. Τρεμπέλας).

Ὁ Αἰθίοπας ἦταν, κατά τή γνώμη τῶν περισσότερων ἑρμηνευτῶν, προσήλυτος. Εἶχε γνωρίσει δηλαδή τήν ἰουδαϊκή θρησκεία καί ἔτρεφε εὐλάβεια πρός τόν Θεό τῶν Ἰουδαίων. Γι᾿ αὐτό εἶχε ἔλθει στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσει στόν τόπο ὅπου λατρευόταν ὁ ἀληθινός Θεός. Κατά τήν ἐπιστροφή του, καθισμένος στήν ἀρχοντική ἅμαξά του, διάβαζε τήν Παλαιά Διαθήκη, καί μάλιστα τόν προφήτη Ἡσαΐα, ἔστω κι ἄν δέν κατανοοῦσε πλήρως αὐτά πού διάβαζε. Ἄνθρωπος μέ πολλά καθήκοντα καί ὑποχρεώσεις ὁ Αἰθίοπας στήν πατρίδα του, χρησιμοποίησε τόν χρόνο τοῦ ταξιδιοῦ του γιά νά μελετήσει τόν λόγο τοῦ Κυρίου. Ἀντί νά σκέπτεται κάτι ἄλλο καί ἀντί νά ἀφαιρεῖται μέ τή θέα τῶν τοπίων, γέμιζε τή διάνοιά του μέ ἱερές σκέψεις διατηρώντας καί τίς ἅγιες ἐντυπώσεις του ἀπό τό προσκύνημα πού ἔκανε.

Τί διδασκόμαστε καί ἀπό αὐτό; Νά μή χάνουμε τήν εὐκαιρία νά μελετοῦμε τόν θεόπνευστο λόγο, ὅπου εἶναι δυνατόν.

Εἴπαμε στήν ἀρχή ὅτι ἡ περικοπή μας αὐτή προσαρμόζεται καί μέ τό τέλος τῶν συμμελετῶν μας. Πῶς τό ἀντιλαμβάνεσθε αὐτό; Ἐπί ἀρκετούς μῆνες ὅλοι μαζί μελετούσαμε τήν Ἁγία Γραφή. Τώρα πού θά διακόψουμε λόγῳ τοῦ θέρους τίς συμμελέτες μας, νά συνεχίσουμε καί μόνοι μας τή θεία αὐτή μελέτη, ὅπου κι ἄν βρεθοῦμε.

3. Ἄς προσέξουμε τώρα τή συνομιλία τοῦ Φιλίππου καί τοῦ Αἰθίοπα. Τί εἶπε στόν Αἰθίοπα ὁ Φίλιππος, ὁ ὁποῖος κατ᾿ ἐντολή τοῦ Θεοῦ πλησίασε καί ἄγγιξε τό ἅρμα του; «Ἆρά γε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;» Κατανοεῖς αὐτά πού διαβάζεις; Τό ἐρώτημα αὐτό σήμαινε, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅτι μέσα στό ἱερό κείμενο πού διάβαζε ὑπῆρχε κρυμμένος «πολύς θησαυρός» καί ἔπρεπε νά ἐμβαθύνει γιά νά τόν ἀνακαλύψει (ΕΠΕ 15, 544).

Μπορεῖ ἄραγε τό ἐρώτημα αὐτό νά ἀπευθυνθεῖ καί πρός ἐμᾶς; Ἀσφαλῶς. Κάποτε δέν κατανοοῦμε πλήρως τό νόημα τῆς ἄλφα ἤ βῆτα περικοπῆς. Καί ἔχουμε ἀνάγκη βαθύτερης μελέτης, ἀλλά καί χειραγωγοῦ ὁ ὁποῖος θά μᾶς βοηθήσει νά εἰσδύσουμε στό βάθος τῶν θείων νοημάτων. Συντελεῖ σέ αὐτό καί ἡ ὀρθόδοξη καί βάσει τῶν Ἁγίων Πατέρων ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τήν ὁποία ἔχουμε στή διάθεσή μας. Ἔχουμε ὁπωσδήποτε ἀνάγκη βοήθειας. Αὐτό γίνεται καί στίς συμμελέτες μας. Ἀλληλοβοηθούμαστε γιά τήν καλύτερη κατανόηση τῶν θείων νοημάτων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί γιά νά μή μένουμε μόνο στήν ἐπιφάνεια.

Πῶς ἀπάντησε στόν Φίλιππο ὁ Αἰθίοπας καί τί φαίνεται ἀπό τήν ἀπάντησή του; Δέχθηκε τήν ἐρώτησή του χωρίς νά ἀντιδράσει, διότι κάποιος ξένος τοῦ ἔκανε αὐτή τήν ἐρώτηση· χωρίς νά τόν ὑποτιμήσει, διότι ἀσφαλῶς θά φαινόταν ὡς ἁπλός χωρικός ὁ Φίλιππος· χωρίς νά τοῦ πεῖ, ὅπως γράφει πάλι ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Σύ τίς εἶ;», ποιός εἶσαι σύ πού μέ ρωτᾶς; Δέν ὁμιλεῖ μέ ὑπερηφάνεια λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του. Ἀντίθετα «ὁμολογεῖ ἀγνοεῖν, διό καί μανθάνει» (ΕΠΕ 15, 544). Ὁμολογεῖ μέ ἁπλότητα τήν ἄγνοιά του καί ζητεῖ τή βοήθειά του. Κάλεσε μάλιστα μέ ταπείνωση τόν ἄγνωστό του Φίλιππο νά καθίσει δίπλα του στό ἅρμα, γιά νά τόν βοηθήσει νά κατανοήσει καλύτερα τό νόημα τῆς περικοπῆς.

Τί διδάσκει μέ τήν ταπεινή αὐτή συμπεριφορά του ὁ Αἰθίοπας; Νά μή νομίζουμε ὅτι γνωρίζουμε τά πάντα ὡς πρός τήν Πίστη μας, ἀλλά νά ἔχουμε καί νά ἐκδηλώνουμε μέ ταπείνωση τή διάθεση νά βοηθηθοῦμε. Καί ἐπειδή τό βάθος τῶν νοημάτων τῆς Πίστεώς μας εἶναι μεγάλο, πάντοτε πρέπει νά ἔχουμε αὐτή τή διάθεση καί νά ζητοῦμε τή βοήθεια ἄλλων, ἐμπειρότερων καί πράγματι πνευματικῶν ἀνθρώπων, γιά νά μή σφάλλουμε ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀρκετοί πού παρασύρονται στίς διάφορες αἱρέσεις, στη­ρίζονται ἐγωιστικά μόνο στίς δικές τους διανοητικές δυνάμεις. Δέν ἀναγνωρίζουν τό κύρος τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, δέν δέχονται τίς ἑρμηνεῖες τους καί γι᾿ αὐτό παρεκκλίνουν καί χάνονται μέσα στίς παρερμηνεῖες καί διαστρεβλώσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού εἰσηγεῖται ὁ ἐχθρός τῆς σωτηρίας μας Διάβολος.

4. Ἄς δοῦμε καί τήν τελευταία σκηνή αὐτῆς τῆς ὡραίας διηγήσεως. Ἡ περικοπή πού ἀνεγίνωσκε ὁ Αἰθίοπας ἦταν προφητική, μεσσιακή καί ἀναφερόταν στό πάθος καί τή δόξα τοῦ Μεσσία. Καί ὅταν ὁ Αἰθίοπας ρώτησε: «Γιά ποιόν ὁμιλεῖ ὁ Προφήτης;», βρῆκε ὁ Φίλιππος τήν εὐκαιρία καί τοῦ μίλησε γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό. Τοῦ μίλησε ἀσφαλῶς καί γιά τό Βάπτισμα ὡς πύλη τῆς σωτηρίας. Πῶς φαίνεται αὐτό; Ἀπό τό ὅτι, μόλις εἶδαν καθ᾿ ὁδόν κάποια πηγή ὕδατος, ὁ Αἰθίοπας εἶπε στόν Φίλιππο: «ἰδού ὕδωρ· τί κωλύει με βαπτισθῆναι;» Νά, ἐδῶ ὑπάρχει νερό, τί μέ ἐμποδίζει νά βαπτισθῶ; Ἐάν πιστεύεις μέ ὅλη τή δύναμη τῆς καρδιᾶς σου, μπορεῖς νά βαπτισθεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. Και ὁ Αἰθίοπας εἶπε: «Πιστεύω τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ εἶναι τόν Ἰησοῦν Χριστόν». Δέν εἶπε ἁπλῶς, πιστεύω ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀόριστα, ἀλλά μέ τό ἄρθρο εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐνανθρωπήσας δηλαδή Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. «Αὐτή εἶναι ἡ κυρία καί θεμελιώδης διδασκαλία τῆς χριστιανικῆς πίστεως» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Γι᾿ αὐτό καί σήμερα, πρίν ἀπό τό Βάπτισμα, ἀπαιτεῖται νά ὁμολογήσει αὐτός πού πρόκειται νά βαπτισθεῖ, τήν πίστη του αὐτή μέ τήν ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.

Τί εἴδους ὅμως πρέπει νά εἶναι αὐτή ἡ πίστη; Ὄχι ἁπλῶς θεωρητική καί ἐγκεφαλική, ἀλλά καρδιακή, θερμή καί ἔμπρακτη. Αὐτό τόνισε καί ὁ Φίλιππος, ὅταν τοῦ εἶπε: ἐάν πιστεύεις «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας», μπορεῖς νά βαπτισθεῖς. «Δέν ἀρκεῖ νά συγκατατεθῇ ἡ διάνοια εἰς τάς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου. Πρέπει καί ἡ θέλησις νά ἐγκολπωθῇ τό Εὐαγγέλιον ὑποτασσομένη πλήρως εἰς αὐτό» (Π. Ν. Τρεμπέλας).

Τί συνέβη μόλις βάπτισε ὁ Φίλιππος τόν Αἰθίοπα;

Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἅρπαξε μέ θαυμαστό τρόπο, ὑπερφυσικά τόν Φίλιππο καί τόν μετέφερε σέ ἄλλη πόλη τῶν Φιλισταίων, τήν Ἄζωτο, καί δέν τόν εἶδε πλέον ἄλλοτε ὁ Αἰθίοπας. Τί σήμαινε ἡ θαυμαστή αὐτή ἐξαφάνιση τοῦ Φιλίππου; Ὅτι τό ὅλο περιστατικό πού συνέβη, ἦταν νεύση Θεοῦ. «Ἵνα θεῖον δειχθῇ τό γινόμενον καί ἵνα μή νομίσῃ ὅτι ἄνθρωπός ἐστιν ἁπλῶς» αὐτός πού τέλεσε τά πάντα, γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος (ΕΠΕ 15, 546). Ἡ θαυμαστή ὕψωση τοῦ Φιλίππου καί ἡ ἐξαφάνιση ἀπό μπροστά του ἐνίσχυσε περισσότερο τόν Αἰθίοπα στήν πίστη του στό Εὐαγγέλιο πού τοῦ κήρυξε ὁ Φίλιππος.

Γιατί ἐπέστρεφε «χαίρων» στή χώρα του ὁ Αἰθίοπας; Διότι εἶχε ἀνακαλύψει τόν «πολύτιμον μαργαρίτην» μέ τό νά πιστεύσει στόν Χριστό. Καί διότι προετοίμαζε Ἐκεῖνος τήν ψυχή του νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο καί στούς συμπατριῶτες του. Αὐτό εἶναι ἀφορμή πολύ μεγάλης χαρᾶς. Τήν αἰσθάνονται ὅσοι ἐμπνέονται ἀπό τόν Θεόν καί διαδίδουν τόν θεῖο λόγο Του στούς συνανθρώπους τους, ὅπου βρεθοῦν καί ὅπου μποροῦν.

ΣΥΝΘΗΜΑ: «Ἆρα γε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;» (Πράξ. η´ 30).