Μεταφορτώσεις
|
Θέμα για τους κυκλάρχες |
῾Η ζωή τῆς πρώτης Ἐκκλησίας εἶναι πολύ διδακτική. Ἐκπέμπει μηνύματα σπουδαῖα καί αἰώνια, πού ἐμπνέουν καί διδάσκουν τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Τό εἴδαμε αὐτό στίς μέχρι τώρα συμμελέτες μας. Θά τό διαπιστώσουμε καί κατά τήν παρούσα συμμελέτη, ἡ ὁποία θά μᾶς δώσει πολλές ἀφορμές ψυχικῆς ὠφέλειας.
Μελέτη περικοπῆς: Πράξ. η´ 1-25.
(Ἀφοῦ ἀναγνώσουμε τό κείμενο καί τήν ἑρμηνεία, θά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας στά ἑξῆς τρία σημεῖα:)
1. Τό πρῶτο σημεῖο πού θά μελετήσουμε εἶναι ὁ διωγμός ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, πού ἀκολούθησε μετά τόν λιθοβολισμό τοῦ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου (στ. 1-4). Εἶναι ὁ πρῶτος γενικός διωγμός, τόν ὁποῖο διαδέχθηκαν καί ἄλλοι φοβεροί διωγμοί μέχρι καί τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Στούς διωγμούς αὐτούς τῶν τριῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, τούς ὁποίους ἄρχισαν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καί συνέχισαν οἱ Ρωμαῖοι, μαρτύρησαν ἕνδεκα ἑκατομμύρια Χριστιανοί.
Αραγε ἀπό τόν πρῶτο αὐτό γενικό διωγμό προῆλθε κανένας γλυκύς καρπός; Μάλιστα. Ποιός ἦταν αὐτός ὁ καρπός; Ὅπου διεσπάρησαν οἱ πιστοί, ἐγκαταλείποντας τίς οἰκίες τους στά Ἱεροσόλυμα καί τήν Ἰουδαία, διέδιδαν τή νέα πίστη. Διέδιδαν παντοῦ, ὅπου πήγαιναν τόν θεῖο λόγο, γιά τόν ὁποῖο εἶχαν ἐγκαταλείψει τούς τόπους τῆς διαμονῆς τους, καί πίστευαν καί ἄλλοι στόν Χριστό. Ἔφθασαν μάλιστα καί στή Σαμάρεια, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, στήν ὁποία, κατ᾿ ἐντολήν τοῦ Κυρίου, δέν εἶχαν μεταβεῖ ἀκόμη οἱ ᾿Απόστολοι (βλ. Ματθ. ι´ 5). Ἄνοιγε πλέον ὁ ὁρίζοντας τῆς δράσεως τῆς ᾿Εκκλησίας. Κήρυτταν παντοῦ ὅλοι οἱ πιστοί καί ὄχι μόνο οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, γιά νά φαίνεται ὅτι ἡ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὑπόθεση ὅλης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος χρησιμοποιεῖ πρός τοῦτο ὅλους τούς πιστούς. Ἔτσι οἱ διῶκτες, χωρίς ἴσως νά τό ἐννοοῦν, «συνετέλεσαν εἰς τό νά διαδοθῇ καί ἀλλαχοῦ ἡ φλόξ τῆς πίστεως» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Καί ὅσο λυσσομανοῦσε καί μεγάλωνε ὁ ἄνεμος τῶν διωγμῶν, τόσο διαδιδόταν καί ἡ φωτιά τοῦ θείου λόγου. Τό παράδειγμα τῶν πιστῶν ἐκείνων ἄς ἐμπνέει ὅλους μας σέ ἀνάλογη συμπεριφορά. Παντοῦ νά μιλοῦμε γιά τήν πίστη μας μέ θερμότητα καί πειστικότητα.
Ἄς δοῦμε σύντομα καί τό πρόσωπο πού δέσποζε στόν διωγμό αὐτό.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι δύο φορές στούς τέσσερις αὐτούς στίχους ἀναφέρει ὁ ἅγιος Λουκᾶς τό ὄνομα τοῦ Σαύλου. Γιατί ἄραγε; ῾Ο ἅγιος Λουκᾶς ἦταν μαθητής καί συνεργός τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί «πολλάκις ἐξεδήλωσεν ἐνώπιόν του τά συναισθήματά του ὁ μέγας ἀπόστολος θλιβόμενος διά τήν πρό τῆς ἐπιστροφῆς αὐτοῦ συμπεριφοράν του ἔναντι τῶν Χριστιανῶν. Καταισχύνων ἑαυτόν ὁ ἀπόστολος καί ἐκδηλῶν τήν μετάνοιαν αὐτοῦ δι᾿ ὅλης τῆς ζωῆς του ὡμολόγει ἐνώπιον πάντων τήν ἐνοχήν αὐτοῦ καί ἀπεκήρυττε τό ἁμαρτωλόν παρελθόν του, ὅπως πράττει τοῦτο ἐπανειλημμένως καί ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς αὐτοῦ» (Π. Ν. Τρεμπέλας).
Τί διδασκόμαστε ἀπό αὐτό; ῞Οτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά μεταστρέψει τήν ψυχή καί τοῦ πιό φοβεροῦ διώκτη τῆς Ἐκκλησίας Του. ῾Ο Κύριος εἶναι ὁ ρυθμιστής τῆς ζωῆς καί τῆς ἱστορίας κάθε ἀνθρώπου. Καί δείχνει τή δύναμή Του, ὅσο δυνατότεροι κατά κόσμον παρουσιάζονται καί εἶναι αὐτοί πού στρέφονται ἐναντίον τῆς ᾿Εκκλησίας Του. Διδασκόμαστε ἐπιπλέον ὅτι δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ἀπό ποῦ μᾶς πῆρε καί μᾶς ὕψωσε ὁ Θεός, καί νά ταπεινοφρονοῦμε.
Ὁ Σαῦλος καταδίωκε μέ μανία τούς πιστούς, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν 3ο στίχο. Εἰσερχόταν καί στίς οἰκίες ὅπου διέμεναν ἤ συναθροίζονταν οἱ πιστοί καί τούς ἔσερνε μέ τή βία ἐνώπιον τῶν ἀρχόντων. «Πολλή ἡ μανία» του, γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος (ΕΠΕ 15, 512). Εἶχε ζῆλο γιά τήν πατρώα του πίστη, τόν ᾿Ιουδαϊσμό, ζῆλο ὅμως φανατικό καί ὄχι «κατ’ ἐπίγνωσιν» Θεοῦ (βλ. Ρωμ. ι´ 2). Δέν δυσκολευόταν νά ὁδηγήσει καί στόν θάνατο ὅσους ἐπέλεγαν ἐλεύθερα καί μέ φώτιση Θεοῦ νά ἀρνηθοῦν τόν ᾿Ιουδαϊσμό καί νά γίνουν Χριστιανοί.
Αὐτός ὁ τυφλός φανατισμός ὑπάρχει ἄραγε καί σήμερα; ᾿Ασφαλῶς ναί. Αὐτό δέν κάνουν καί οἱ φανατικοί Μουσουλμάνοι, πού σύνθημά τους ἔχουν τό «θάνατος στούς ἄπιστους»; Ἀλλά καί ἀνάμεσα σέ μᾶς, τούς πιστούς, εἶναι πιθανόν νά εἰσδύσει ἀνάλογος φανατισμός. Πῶς; ῞Οταν π.χ. δέν παραδεχόμαστε κανέναν ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ διαφορετική μέθοδο καί τακτική στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, στήν ἱεραποστολική δράση κλπ.
2. Τό δεύτερο σημεῖο τῆς συμμελέτης μας θά τό πάρουμε ἀπό τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου ἀπό τόν διάκονο Φίλιππο στή Σαμάρεια (στ. 5-8). Πῶς δέχθηκαν τόσο εὐχάριστα οἱ Σαμαρεῖτες τό κήρυγμα τοῦ Φιλίππου; Διότι ἦταν μαζί του ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος τόν κατηύθυνε πρός τήν περιοχή αὐτή. Πῶς φαινόταν ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ; Μέ τά θαύματα πού συνόδευαν τά κηρύγματα τοῦ διακόνου του. ῎Ετσι, ἐνῶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι δέν ἤθελαν οὔτε καί νά χαιρετοῦν τούς Σαμαρεῖτες, ὁ Θεός ἄνοιγε καί γι᾿ αὐτούς καί μέσῳ αὐτῶν καί γιά ὅλους ἀδιακρίτως τούς ἀνθρώπους τή θύρα τῆς ᾿Εκκλησίας Του, τήν πύλη δηλαδή τῆς αἰώνιας σωτηρίας.
Ὁ Κύριος ἔχυσε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους τό πανάγιο Αἷμα Του στόν Γολγοθᾶ καί «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4). Πῶς φαίνεται ὅτι καί σήμερα ἰσχύει ἀναλλοίωτος ὁ πόθος αὐτός τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Ἀπό τό ὅτι καί στίς ἡμέρες μας Ἐκεῖνος ἐμπνέει πολλούς πιστούς, ἄνδρες καί γυναῖκες, κληρικούς καί λαϊκούς, πού τρέχουν στά πέρατα τοῦ κόσμου ὡς ἱεραπόστολοι καί διαδίδουν μέ αὐταπάρνηση καί αὐτοθυσία τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου – παρά τίς πολυποίκιλες δυσκολίες – στούς ἀνθρώπους πού ζοῦσαν στήν ἄγνοια καί πλάνη καί κάτω ἀπό τήν αἰώνια τυραννία τοῦ Σατανᾶ. Τοῦ Κυρίου εἶναι το ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, γι᾿ αὐτό καί ἐπιτελοῦνται, διαμέσου τῆς Χάριτός Του, πολλά θαύματα σωματικά καί ψυχικά, πού βεβαιώνουν τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
3. Τό τρίτο σημεῖο τῆς συμμελέτης μας θά τό πάρουμε ἀπό τή συμπεριφορά ἑνός μάγου τῆς Σαμάρειας. Μεταξύ τῶν Σαμαρειτῶν πού πίστευσαν στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό ἦταν καί ὁ ξακουστός μάγος Σίμων. Γιατί πίστευσε ὁ Σίμων; Ἀντιλήφθηκε ἀπό τά θαύματα πού ἔκανε ὁ Φίλιππος, ὅτι εἶχε μεγαλύτερη δύναμη ἀπό τή δική του. Πίστευσε γιά νά σωθεῖ; ῎Οχι, ἀλλά γιά νά πάρει μεγαλύτερη δύναμη καί νά ἐξακολουθεῖ νά ἐπηρεάζει τούς Σαμαρεῖτες, τά θύματά του. «Ἐπεθύμησε οὐχί τήν χάριν, ἀλλά τήν δύναμιν, οὐχί πῶς θά ἠλευθεροῦτο, ἀλλά πῶς θά ἐξῄρετο (=θά ἀνυψωνόταν καί θά δοξαζόταν)», γράφει ὁ ἱερός Αὐγουστίνος (῾Υπόμνημα). Τό ὅτι πίστευσε δέν εἶναι θαυμαστό, διότι «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος ἀδελφόθεος ᾿Ιάκωβος (β´ 19).
Ὄχι μόνο πίστευσε, ἀλλά καί βαπτίσθηκε ὁ μάγος Σίμων. Γιατί ὁ διάκονος Φίλιππος δέν τόν ἐμπόδισε νά βαπτισθεῖ, ἀφοῦ ἦταν μάγος; Διότι δέν ἦταν καρδιογνώστης ὁ ἴδιος καί δέν γνώριζε τά ἐλατήριά του, ἀλλά καί διότι ἀκολουθοῦσε τήν τακτική τοῦ Κυρίου, ὁ ῾Οποῖος διακήρυξε: «τόν ἐρχόμενον πρός με οὐ μή ἐκβάλω ἔξω» (βλ. Ἰω. ς´ 37).
Πότε ἔγιναν τά «ἀποκαλυπτήρια», δηλαδή τό ξεσκέπασμα τοῦ Σίμωνα; ῞Οταν ἦλθαν ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στή Σαμάρεια οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Πέτρος καί ᾿Ιωάννης. Ἦλθαν δέ, μόλις ἔμαθαν τά σχετικά μέ τήν πρόοδο τοῦ κηρύγματος τοῦ διακόνου Φιλίππου στή Σαμάρεια, γιά νά ὁλοκληρώσουν καί ἐπισφραγίσουν τό ἔργο του. Μέ τήν προσευχή καί τήν ἐπίθεση τῶν χεριῶν τους σέ ὅσους πίστευσαν καί βαπτίσθηκαν, ἐπιτέλεσαν τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος, πράγμα πού δέν μποροῦσε νά τό τελέσει ὁ διάκονος Φίλιππος. Καί μόνο μετά τήν ἐπίθεση τῶν χεριῶν τους ἦλθε ἐπάνω τους τό Ἅγιο Πνεῦμα, διότι αὐτό ἦταν προνόμιο «μόνων τῶν δώδεκα», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος (ΕΠΕ 15, 516).
Ὅταν τό εἶδε αὐτό ὁ Σίμωνας, πρότεινε στόν ἀπόστολο Πέτρο νά τοῦ δώσει ἐπί πληρωμῇ τήν ἱκανότητα νά μεταδίδει καί αὐτός τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀπ’ αὐτή του τήν πρόταση προῆλθε καί ὁ ὅρος «Σιμωνία», πού σημαίνει προσπάθεια νά ἐξαγορασθεῖ μέ χρήματα ἡ Χειροτονία καί ἡ δωρεά τῆς μεταδόσεως τῆς θείας Χάριτος.
Πῶς ἀπάντησε, φωτισμένος ἀπό τόν Θεό, ὁ ἅγιος Πέτρος στόν μάγο Σίμωνα; ῎Ας χαθεῖ τό χρῆμα σου μαζί σου. Δέν εἶναι εὐθεία ἡ καρδιά σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔχεις καμία θέση στίς δωρεές τῆς Ἐκκλησίας. Μετανόησε μήπως καί σέ συγχωρήσει ὁ Θεός, πράγμα γιά τό ὁποῖο ἀμφιβάλλω.
῾Ο Σίμων ἀντιλήφθηκε τό λάθος του καί – ἐπειδή φοβήθηκε κυρίως τήν πιθανή τιμωρία – ζήτησε ἀπό τούς ᾿Αποστόλους νά προσευχηθοῦν, ὥστε νά μήν τόν τιμωρήσει ὁ Θεός. Δέν φαίνεται ὅμως νά μετανόησε εἰλικρινά.
Τό τί ἔγινε κατόπιν μέ τόν Σίμωνα δέν τό ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή. Ἐκεῖνο πού πρέπει ἐμεῖς νά κρατήσουμε πρός ὠφέλειά μας εἶναι ὅτι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι καρδιογνώστης, ζητεῖ ἀπό ὅλους μας εὐθύτητα καρδιᾶς καί εἰλικρίνεια προθέσεων (βλ. ᾿Ιησ. Ναυῆ κδ´ 14).
ΣΥΝΘΗΜΑ: «Διασπαρέντες διῆλθον εὐαγγελιζόμενοι τόν λόγον» (Πράξ. η΄ 4).


