ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Παρ. ιε΄ ἑβδ. Ματθ. (Μρ. στ΄ 45-53):

45 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προά­γειν εἰς τὸ πέραν πρὸς Βη­­θσαϊδάν, ἕως αὐτὸς ἀπο­λύ­­σῃ τὸν ὄχλον· 46 καὶ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἀπῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι. 47 καὶ ὀψίας γενομένης ἦν τὸ πλοῖον ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης, καὶ αὐτὸς μόνος ἐ­­­­­πὶ τῆς γῆς. 48 καὶ ἰδὼν αὐτοὺς βασανιζομένους ἐν τῷ ἐλαύνειν· ἦν γὰρ ὁ ἄνεμος ἐναντίος αὐτοῖς· καὶ περὶ τετάρτην φυ­λακὴν τῆς νυκτὸς ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, καὶ ἤθελε παρελθεῖν αὐτούς. 49 οἱ δὲ ἰδόντες αὐτὸν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσ­­σης ἔδοξαν φάντασμα εἶναι, καὶ ἀνέκραξαν· 50 πάντες γὰρ αὐτὸν εἶδον καὶ ἐταράχθησαν. καὶ εὐθέ­ως ἐλάλησε μετ᾿ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε. 51 καὶ ἀνέβη εἰς τὸ πλοῖον πρὸς αὐτούς, καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· καὶ λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο καὶ ἐθαύμαζον. 52 οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις, ἀλλ᾿ ἦν αὐτῶν ἡ καρ­δία πεπωρωμένη. 53 Καὶ διαπεράσαντες ἀπῆλθον ἐπὶ τὴν γῆν Γεννη­σαρὲτ καὶ προσωρμίσθησαν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

45 Κι ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς, γιά νά μήν παρασυρθοῦν οἱ μαθητές ἀπό τόν ἐνθουσιασμό τοῦ λαοῦ πού ἤθελε νά τόν ἀνακηρύξει βασιλιά, τούς ἀνάγκασε νά μποῦν στό πλοῖο καί νά περάσουν πρίν ἀπ’ αὐτόν στήν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης, στή Βηθσαϊδά, μέχρι νά διαλύσει ὁ ἴδιος τά πλήθη τοῦ λαοῦ. 46 Κι ἀφοῦ τούς ἀποχαιρέτισε, ἀνέβηκε στό βουνό γιά νά προσευχηθεῖ. 47 Κι ὅταν βράδιασε καλά, τό πλοῖο ἦταν στή μέση τῆς λίμνης, κι αὐτός ἦταν μόνος του στή στεριά. 48 Καί τούς εἶδε νά βασανίζονται μέ τά κύματα καθώς κωπηλατοῦσαν. Καί βασανίζονταν διότι ὁ ἄνεμος ἦταν ἀντίθετος. Καί στό τέταρτο καί τελευταῖο τρίωρο τῆς νύχτας ἔρχεται κοντά τους ὁ Ἰησοῦς περπατών­τας πάνω στή θάλασσα σάν νά ἦταν στεριά. Καί ἤθελε νά τούς προσπεράσει. 49 Αὐτοί ὅμως, ὅταν τόν εἶδαν νά περπατάει πάνω στή θάλασσα, νόμισαν ὅτι αὐτό τό πρωτοφανές πού ἔβλεπαν εἶναι φάντασμα. Κι ἔβγαλαν κραυγή τρόμου. 50 Κι ἔβγαλαν ὅλοι τήν κραυγή αὐτή, διότι ὅλοι τόν εἶ­δαν καί ταράχθηκαν. Ἀμέσως τότε ὁ Ἰησοῦς τούς μίλησε καί τούς εἶπε: Ἔχετε θάρρος. Ἐγώ εἶμαι. Μή φοβάστε. 51 Κι ἀνέβηκε μαζί τους στό πλοῖο καί ­ἀκαριαῖα ἡσύ­χα­­σε ὁ ἄνεμος. Τότε οἱ μαθητές κυριεύθηκαν μέσα τους ἀπό ὑπερβολική ἔκσταση, ὥστε νά μήν μποροῦν νά ἐκ­­φρά­σουν ὅ,τι αἰσθάνονταν. Καί θαύμαζαν, ­παρόλο πού ὁ Ἰησοῦς πρίν ἀπό λίγο εἶχε κάνει καί τό ἄλλο κα­ταπλη­κτι­κό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καί τῶν ψα­ριῶν. 52 Θαύμαζαν ὅμως τώρα πάρα πολύ, διότι δέν εἶχαν καταλάβει τί εἶχε γίνει μέ τά ψωμιά καί δέν εἶχαν ἐκτιμή­σει βαθιά τό θαῦμα ἐκεῖνο. Ἔπρεπε βέβαια νά τό εἶχαν καταλάβει. Ἀλλά ἡ διάνοιά τους ἦταν πωρωμένη καί βραδυκίνητη, ἐπειδή δέν εἶχαν δεχθεῖ ἀκόμη τό φωτισμό τοῦ Πνεύματος. 53 Κι ἀφοῦ διέσχισαν τή λίμνη, ἦλθαν στή χώρα Γεννησαρέτ κι ἀγκυροβόλησαν ἐκεῖ.