Παρασκευή 5 Αὐγούστου 2011 Β΄ Τιμ. δ΄ 1- 4

ΚΕΙΜΕΝΟ 

«Διαμαρτύρομαι οὖν ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Κυρίου  Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ μέλλοντος κρίνειν ζῶντας καὶ νεκροὺς κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ, κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον, ἐν πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ διδαχῇ.  ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

«Σέ ἐξορκίζω λοιπόν  ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μέλλει νά κερίνῃ ζῶντας καί νεκρούς κατά τήν δευτέραν καί ἔνδοξον φανέρωσίν του καί τήν βασιλείαν του· κήρυξε τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, στάσου ἐπιτηρητής καί καθοδηγός ἐπί τῶν ἀκροατῶν σου ὄχι μόνον εἰς περιστάσεις καταλλήλους, ἀλλά καί εἰς ἐκείνας, πού φαίνονται ἀκατάλληλοι, ἔέγξε, ἐπίπληξε, παρηγόρησε μέ κάθε μακροθυμίαν καί μέ κάθε μέθοδον διδασκαλίας. Πρέπει δέ ἔτσι ἀκούραστα νά ἐπιτελῇς τό ἔργον σου, διότι θά ἔλθῃ καιρός, πού οἱ ἄνθρωποι δέν θά ἀνέχωνται τήν ὑγιᾶ καί ὀρθήν διδασκαλίαν, ἀλλά σύμφωνα μέ τάς ἰδίας των ἐπιθυμίας καί ἀρεσκίας θά ἐκλέγουν εἰς τούς ἑαυτούς των σωρόν ὁλόκληρον διδασκάλους. Καί θά προτιμοῦν ἐκείνους, ἀπό τήν διδασκαλίαν τῶν ὁποίων θά αἰσθάνωνται γαργαλισμόν καί τέψιν εἰς τά αὐτιά των. Καί ἀπό μέν τήν ἀλήθειαν θά ἀποστρέψουν μέ δυσαρέσκειαν τήν ἀκοήν των, θά παρεκτραποῦν δέ μόνοι των εἰς μύθους» (Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ μετά συντόμου ἑρμηνείας» τοῦ Π.Ν.Τρεμπέλα, ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»).

ΣΧΟΛΙΟ Β΄(συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο)

β) Ἀλλὰ δὲν εἶναι νὰ ἀποροῦμε. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐκτὸς ἀπὸ ἀδίστακτοι ἐκμεταλλευτὲς εἶναι καὶ μανιώδεις ἄθεοι. Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι, ἀφοῦ θεό τους ἔχουν κάνει τὸ χρῆμα καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά; Ἡ ἀθεΐα τους (ποὺ στὴν οὐσία εἶναι εἰδωλολατρία) τελικὰ τοὺς κάνει νὰ δημιουργοῦν αὐτὲς τὶς φανταστικὲς ἱστορίες. Θέλουν νὰ κάνουν τὴ συνείδησί τους νὰ σωπάσῃ, διότι αὐτὴ τοὺς ἐλέγχει γιὰ τὴν ἀποστασία τους ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο εἶναι πρόθυμοι νὰ παρουσιάσουν ἀκόμα καὶ τὴ μέρα γιὰ νύχτα, προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ πάθη τους ἀνενόχλητα.

γ) Οἱ λόγοι τώρα γιὰ τοὺς ὁποίους πολλοὶ δέχονται ὅλα αὐτὰ τὰ ψεύδη εἶναι παρόμοιοι μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως. Οἱ ἄνθρωποι θέλουν κι αὐτοὶ νὰ ἱκανοποιοῦν ἀνενόχλητα τὰ πάθη τους, εἶναι ὑποδουλωμένοι στὶς ὑλιστικὲς ἀπολαύσεις, δὲν θέλουν νὰ ἀκοῦνε νὰ γίνεται λόγος γιὰ αἰώνια ζωή, γιὰ παράδεισο καὶ κόλασι. Θέλουν εὐχάριστα λόγια ποὺ θὰ τοὺς γαργαλίζουν τὰ αὐτιά τους. Τὸ Εὐαγγέλιο τοὺς φαίνεται αὐστηρό, ἀπάνθρωπο. Τὸ λέγει ὁ Ἀπόστολος στὸ κείμενο ποὺ μελετήσαμε. Θὰ μαζέψουν γύρω τους δασκάλους σύμφωνα μὲ τὶς κακές τους ἐπιθυμίες καὶ ἐνῶ θὰ κλείσουν τὰ αὐτιά τους στὴν ἀλήθεια, θὰ στραφοῦν μὲ μανία στοὺς μύθους, στὰ παραμύθια.

Βέβαια ὑπάρχουν καὶ ἀρκετοὶ ποὺ ἀπὸ ἀφέλεια ἢ ἀπὸ περιέργεια καταφεύγουν στὰ παραμύθια τῶν ἀντιχρίστων, ἀλλὰ αὐτοὶ εἶναι μᾶλλον οἱ λιγότεροι. Καί, ἂν τὸ καλοεξετάσουμε, στὸ βάθος τῶν καρδιῶν τους καὶ αὐτοὶ κρύβουν τὴν ἀμφισβήτησι καὶ τὴν ἐπιθυμία νὰ βροῦν κάτι ποὺ θὰ τοὺς δικαιολογήσῃ νὰ ζήσουν πιὸ χαλαρὰ καὶ ἄνετα.