Κυριακή 26 Ἰουνίου 2011 Ἑβρ. θ΄ 11-14

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ’ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως,  οὐδὲ δι’ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ  Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος.  εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα,  πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;» 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ 

«Ὁ Χριστός ὅμως, ὅταν ἦλθεν ὡς Ἀρχιερεύς τῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα διά τούς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦσαν μέλλοντα, εἰσῆλθε διά μέσου διά μέσου τῆς μεγαλυτέρας καί τελειοτέρας σκηνῆς, ἡ ὁποία δέν κατεσκευάσθη ἀπό χέρια ἀνθρώπων. Τούτέστιν εἰσῆλθε εἰσῆλθε ὄχι διά μέσου τῆς κτίσεως αὐτῆς, ἀλλά διά τοῦ σώματός του, τό ὁποῖον ἔγινεν ἡ τελειοτέρα σκηνή τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τό ὁποῖον, ἀφοῦ συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, δέν ἦτο ἐκ τῆς κτίσεως ταύτης, ἀλλ’ἐκ νέας πνευματικῆς κτίσεως. Οὔτε ἐχρησιμοποίησεν ὁ Χριστός ὡς θυσίαν τό αἷμα τράγων καί μόσχων, ὅπως ὁ Ἀρχιερεύς τῶν Ἰουδαίων , ἀλλά μέ τό ἰδικόν του αἷμα ἐμβῆκε μίαν φοράν γιά πάντα εἰς τά ἐπουράνια Ἅγια καί ἐπέτυχε δι’ἡμᾶς ἀπολύτρωσιν ὄχι προσωρινήν, ἀλλ’αἰωνίαν. Πράγματι δέ ἐπέτυχεν αἰωνίαν ἀπολύτρωσιν. Διότι, ἐάν τό αἷμα ταύρων καί τράγων καί  ἡ ἀναμιγνυομένη μέ νερό καί στάκτη δαμάλεως, πού κατεκαίετο εἰς τό θυσιαστήριον, ραντίζουσα τούς μολυσμένους καί ἀκαθάρτους δίδῃ καθαρισμόν καί ἁγιασμόν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τήν καθαρότητα τοῦ σώματος, ὥστε νά δύνανται οὗτοι νά μετέχουν εἰς τήν λατρείαν, πόσῳ μᾶλλον τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μέ τό  αἰώνιον Πνεῦμα, πού κατοικοῦσε μέσα του, προσέφερεν εἰς τόν Θεόν τόν ἑαυτόν του κατά πάνατ καθαρόν καί ἐλεύθερον ἀπό κάθε ἠθικήν λέραν, θά καθαρίσῃ τήν συνείδησίν μας ἀπό τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας, πού φέρουν εἰς τήν ψυχήν νέκρωσιν, καί θά σᾶς ἀξιώσῃ νά λατρεύετε ἀξίως τόν ζῶντα Θεόν;» (Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ  ΔΙΑΘΗΚΗ μετά συντόμου ἑρμηνείας», ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΣΧΟΛΙΟ Γ´ (συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο)

 

Τώρα, μετὰ τὰ ὅσα εἴπαμε, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἐξετάσουμε τὴν δική μας πλέον θέσι στὸ μυστήριο αὐτὸ τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ.

Ποιὰ λοιπὸν εἶναι ἡ ὑποχρέωσί μας πρὸς τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου;  α) Πρῶτα-πρῶτα χρωστοῦμε νὰ ἀξιοποιήσουμε τὸ δῶρο αὐτὸ τοῦ Θεοῦ μας. Θὰ εἶναι τραγικὸ ἂν ἡ μεγάλη καὶ μοναδικὴ θυσία τοῦ Κυρίου πάει, ὅπως λέμε, χαμένη γιὰ μᾶς. «Οὐκ ἔστιν ἄλλη θυσία· μία ἡμᾶς ἐκαθάρισε· μετὰ δὲ τοῦτο πῦρ καὶ γέεννα», λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους ιγ΄, P.G. 63, 106). Καὶ πράγματι δὲν ἔχουμε νὰ ἐλπίζουμε σὲ ἄλλου εἴδους λύτρωσι καὶ σωτηρία. Μόνον ἡ μία καὶ μοναδικὴ θυσία τοῦ Κυρίου μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν «πῦρ καὶ γέεννα», φωτιὰ καὶ κόλασι. Ἑπομένως τὸ χρέος μας εἶναι ὁλοφάνερο. Νὰ σπεύσουμε νὰ καθαρίσουμε τὴ συνείδησί μας ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας μὲ τὸ αἷμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Ποιὰ δὲ εἶναι τὰ νεκρὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, τὸ γνωρίζουμε. Εἶναι, ὅπως λέγει καὶ πάλι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «πάντα τὰ ζωὴν οὐκ ἔχοντα, τὰ δυσωδίας πνέοντα»· ὅλα αὐτὰ ποὺ δὲν ἔχουν τὴν οὐράνια, τὴν θεϊκὴ ζωὴ μέσα τους, αὐτὰ ποὺ ἀναδίδουν τὴν δυσωδία τῆς ἁμαρτίας (Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους ιε΄, P.G. 63, 120). Μὲ ἀληθινὴ μετάνοια, συντριβὴ καὶ ἐξομολόγησι ἂς καθαρίσουμε μὲ τὸ ἀτίμητο αἷμα τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ κάθε ἁμαρτία, ποὺ γεμίζει μὲ ἀφόρητη δυσωδία τὴν ψυχή μας.

 β) Δεύτερον, νὰ εὐγνωμονοῦμε ὁλόψυχα τὸν Κύριο γιὰ τὸ ἀτίμητο αὐτὸ δῶρο ποὺ μᾶς χάρισε. Καὶ πῶς θὰ τὸν εὐγνωμονοῦμε; Θὰ τὸν εὐγνωμονοῦμε κυρίως μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας. Ἂς σκεφθοῦμε λίγο τὶς ἄπειρες δωρεὲς ποὺ μᾶς προσφέρει μέσα στὴν ἁγία του Ἐκκλησία. Μᾶς ἔλουσε ἀπὸ ὅλους τοὺς μολυσμοὺς μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Μᾶς προσφέρει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του, στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, καὶ τόσα ἄλλα ἀναρίθμητα. Λοιπὸν «ὅσοι κατηξιώθημεν τῆς σφραγῖδος (τοῦ Βαπτίσματος), ὅσοι τῆς θυσίας ἀπηλαύσαμεν, ὅσοι τῆς ἀθανάτου τραπέζης μετέσχομεν, μένωμεν φυλάττοντες τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν τιμήν» (Χρυσοστόμου, 63, 106). Μᾶς ἐτίμησε τόσο πολὺ ὁ Θεός. Μᾶς ἔκανε εὐγενεῖς. Ἂς φυλάξουμε λοιπὸν αὐτὴν τὴν εὐγένεια. Καλὰ εἶναι καὶ τὰ λουλούδια ποὺ θὰ φέρουμε στὸ σταυρό του τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Ὅμως τὸ πλέον ὄμορφο καὶ εὐωδιαστὸ λουλούδι εἶναι τὸ νὰ ἀγωνιζώμαστε νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του μέσα σ’ αὐτὸν τὸν διεφθαρμένο κόσμο ποὺ γιὰ λίγα χρόνια μᾶς ἔβαλε νὰ ζήσουμε.