Σάββατο 25 Ἰουνίου 2011 Ἑβρ. θ΄ 11-14

ΚΕΙΜΕΝΟ 

«Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ’ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως,  οὐδὲ δι’ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ  Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος.  εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα,  πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

«Ὁ Χριστός ὅμως, ὅταν ἦλθεν ὡς Ἀρχιερεύς τῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα διά τούς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦσαν μέλλοντα, εἰσῆλθε διά μέσου διά μέσου τῆς μεγαλυτέρας καί τελειοτέρας σκηνῆς, ἡ ὁποία δέν κατεσκευάσθη ἀπό χέρια ἀνθρώπων. Τούτέστιν εἰσῆλθε εἰσῆλθε ὄχι διά μέσου τῆς κτίσεως αὐτῆς, ἀλλά διά τοῦ σώματός του, τό ὁποῖον ἔγινεν ἡ τελειοτέρα σκηνή τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τό ὁποῖον, ἀφοῦ συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, δέν ἦτο ἐκ τῆς κτίσεως ταύτης, ἀλλ’ἐκ νέας πνευματικῆς κτίσεως. Οὔτε ἐχρησιμοποίησεν ὁ Χριστός ὡς θυσίαν τό αἷμα τράγων καί μόσχων, ὅπως ὁ Ἀρχιερεύς τῶν Ἰουδαίων , ἀλλά μέ τό ἰδικόν του αἷμα ἐμβῆκε μίαν φοράν γιά πάντα εἰς τά ἐπουράνια Ἅγια καί ἐπέτυχε δι’ἡμᾶς ἀπολύτρωσιν ὄχι προσωρινήν, ἀλλ’αἰωνίαν. Πράγματι δέ ἐπέτυχεν αἰωνίαν ἀπολύτρωσιν. Διότι, ἐάν τό αἷμα ταύρων καί τράγων καί  ἡ ἀναμιγνυομένη μέ νερό καί στάκτη δαμάλεως, πού κατεκαίετο εἰς τό θυσιαστήριον, ραντίζουσα τούς μολυσμένους καί ἀκαθάρτους δίδῃ καθαρισμόν καί ἁγιασμόν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τήν καθαρότητα τοῦ σώματος, ὥστε νά δύνανται οὗτοι νά μετέχουν εἰς τήν λατρείαν, πόσῳ μᾶλλον τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μέ τό  αἰώνιον Πνεῦμα, πού κατοικοῦσε μέσα του, προσέφερεν εἰς τόν Θεόν τόν ἑαυτόν του κατά πάνατ καθαρόν καί ἐλεύθερον ἀπό κάθε ἠθικήν λέραν, θά καθαρίσῃ τήν συνείδησίν μας ἀπό τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας, πού φέρουν εἰς τήν ψυχήν νέκρωσιν, καί θά σᾶς ἀξιώσῃ νά λατρεύετε ἀξίως τόν ζῶντα Θεόν;» (Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ  ΔΙΑΘΗΚΗ μετά συντόμου ἑρμηνείας», ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

 

ΣΧΟΛΙΟ Β´ (συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο)

 

Μετὰ τὴν ἀνάλυσι τῶν νοημάτων τοῦ ἱεροῦ κειμένου, πού κάναμε χθές, μποροῦμε νὰ μιλήσουμε τώρα γιὰ τὴ σημασία ὅλων αὐτῶν.

α) Ἡ δύναμι τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας βρίσκεται στὸ ὅτι εἶναι θυσία τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. Καὶ βέβαια δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία σύγκρισι μὲ τὶς θυσίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐκεῖνες ἦσαν θυσίες ἀλόγων ζώων. Ἐδῶ ἔχουμε θυσία ἀνθρώπου. Καὶ μάλιστα ὄχι ἑνὸς ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου ἀλλὰ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀναμαρτήτου! Καὶ ἀκόμη περισσότερο· ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἦταν ταυτοχρόνως καὶ Θεός! Πραγματικὰ αὐτὰ τὰ δύο χαρακτηριστικὰ φανερώνουν τὴν δύναμι τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Πρῶτον ὅτι ἦταν θυσία ἀνθρώπου ἀναμαρτήτου, ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ συγχώρησι γιὰ δικά του ἁμαρτήματα, ὅπως οἱ παλαιοὶ ἀρχιερεῖς, διότι ἦταν ἀπολύτως ἀναμάρτητος. Καὶ δεύτερον ὅτι ἦταν θυσία τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. Αὐτὸς ποὺ θυσιάστηκε ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύσι του. Καταλαβαίνουμε τώρα, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, τὴν ἄπειρη δύναμι τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ. Ἄπειρη πραγματικά, ἀφοῦ Αὐτὸς ποὺ θυσιάστηκε ἦταν ὁ Θεός, τὸ δεύτερο πρόσωπο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχε γίνει καὶ πραγματικὸς ἄνθρωπος.

 β) Ἑπομένως καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς θυσίας εἶναι μέγιστα. Ἡ θυσία τοῦ Κυρίου δὲν προσφέρει ἁπλῶς ἐξωτερικοὺς ἐξαγνισμούς, ἀλλὰ καθαρίζει εἰς βάθος, καθαρίζει τὰ πάντα. Δὲν ὑπάρχει κανένα, μὰ ἀπολύτως κανένα, ἁμάρτημα τὸ ὁποῖο νὰ μὴ μπορῇ νὰ καθαρίσῃ ἡ θυσία τοῦ Κυρίου. Τὸ ἱερὸ κείμενο κάνει λόγο γιὰ καθαρισμὸ τῆς συνειδήσεως ἀπὸ νεκρὰ ἔργα. Δὲν εἶναι χωρὶς σημασία ἡ παράδοξη αὐτὴ διατύπωσι. Οἱ θυσίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καθάριζαν κυρίως ἐξωτερικοὺς μολυσμούς. Τέτοιοι δὲ μολυσμοὶ ἐθεωροῦντο κατὰ τὸν Νόμο μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἐπαφὴ μὲ ἀκάθαρτα ἢ νεκρὰ ζῶα, τὸ ἄγγιγμα τοῦ σώματος ἑνὸς νεκροῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καὶ τὸ ἄγγιγμα τῶν ρούχων τοῦ νεκροῦ. Τὸ βαθύτερο νόημα ἐδῶ ἦταν νὰ κατανοήσουν οἱ ἄνθρωποι πόσο φοβερὸ πρᾶγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ καὶ ἡ ἁπλῆ ἐπαφὴ ἀκόμη καὶ μὲ τὰ ἀποτελέσματά της, ὅπως εἶναι ὁ θάνατος, προξενεῖ ἔνοχο μολυσμό. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἐξωτερικὸ μολυσμὸ καθάριζαν οἱ θυσίες τῶν ζώων τότε. Τὴν ἴδια τὴν ἁμαρτία ἦταν ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ τὴν καθαρίσουν. Ὄχι ἕνας καὶ δύο, ἀλλὰ ὅλοι οἱ τράγοι τῆς γῆς κι ἂν ἐθυσιάζοντο, οὔτε ἕνα ἁμάρτημα δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ καθαρίσουν. Τὰ ἁμαρτήματα, δηλαδὴ τὸ πραγματικὸ κακό, τὰ ἐξαλείφει μόνον ἡ ἀτίμητη θυσία τοῦ Κυρίου. Καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ὄχι ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μὲ κάποιον νεκρό, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, αὐτὰ ποὺ μολύνουν τὴν συνείδησι, δηλαδὴ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς.