Τετάρτη 8 Ἰουνίου 2011 Ψαλμ. 16, 3

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ 

«Ἠρεύνησες καί ἐξήτασες τά βάθη τῆς καρδίας μου. Μέ ἐπεσκέφθης κατά τήν νύκτα, ὅτε κατάμονος καί ἐν ἡσυχίᾳ συνεκέντρωνα τόν νοῦν εἰς τάς ἀδικίας καί τάς ἐπιβουλάς τῶν ἐχθρῶν μου καί εἰς τόν σάλον τῶν περιπετειῶν καί κινδύνων μας. Μέ ἀφῆκες εἰς τό πῦρ τῶν δοκιμασιῶν καί τῶν βασανιστικῶν τούτων σκέψεων ὡς εἰς ἄλλο χωνευτήριον νά δοκιμασθῶ, καί δέν εὑρέθη μέσα σκέψις ἄδικος καί ἐμπαθής» ( Ἀπό τήν «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ μετά συντόμου ἑρμηνείας»τόμος 10ος, ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»).

ΣΧΟΛΙΟ

Περισσότερο ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐποχὴ ἡ ἐποχή μας μαστίζεται ἀπὸ τὸν θόρυβο, καὶ τοὺς πολλοὺς περισπασμούς. Ἕνα δὲ ἀπὸ τὰ χειρότερα συμπτώματα αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι καὶ ἡ μείωσι ἢ καὶ κατάργησι σχεδὸν τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας. Καὶ ἐπειδὴ λίγο ὣς πολὺ ἐπηρεαζόμαστε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὴν γενικώτερη νοοτροπία, ἀξίζει σήμερα στὸ θέμα μας νὰ ἀπασχοληθοῦμε μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τόν 3ο στίχο τοῦ 16ου Ψαλμοῦ.

Ἄς δοῦμε λοιπὸν πρῶτα: Γιατὶ ἡ νύχτα εἶναι κατάλληλος καιρὸς γιὰ στροφὴ πρὸς τὸν Θεόν;

Πρῶτον διότι ὑπάρχει ἡ ἀναγκαία ἡσυχία. Ἀναφέρεται καὶ στὸ ἄρθρο, καὶ ἔτσι πράγματι εἶναι, ὅτι τὴν νύχτα παύουν οἱ πολλοὶ περισπασμοί, σταματοῦν οἱ ἐργασίες καὶ οἱ ποικίλες ἐπικοινωνίες, ποὺ ἀναστατώνουν τὴν ψυχή. Γι’ αὐτό, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τοποθέτησε τὴν νύχτα ὁ Θεός. Ἔκανε ὅπως οἱ φιλόστοργες μητέρες, πού, ὅταν τὰ μικρὰ παιδιά δυσανασχετοῦν, τὰ παίρνουν στὴν ἀγκαλιά τους, σκεπάζουν τὸ πρόσωπό τους μὲ τὸ ἔνδυμά τους καὶ τὰ ἀποκοιμίζουν. Ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς σκεπάζει ὅλη τὴν οἰκουμένη μὲ τὸ παραπέτασμα τοῦ σκοταδιοῦ καὶ μᾶς ξεκουράζει ἀπὸ τοὺς κόπους. Κι ἂν δὲν συνέβαινε αὐτό, θὰ εἴχαμε διαλυθῆ ὅλοι ἀπὸ τὴν τάσι μας νὰ ἀσχολούμαστε μὲ ὅλα τὰ πράγματα ἢ ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ φιλαργυρία μας καὶ τοὺς πολλοὺς κόπους… Λιμάνι εἶναι ἡ νύχτα, τονίζει ὁ ἅγιος, ποὺ σώζει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὶς τρικυμίες τῆς ζωῆς καὶ τὸ ξεκουράζει. (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,  Πρὸς Στελέχιον καὶ περὶ κατανύξεως, λόγος β΄, P.G. 47,418).

Δεύτερον Αὐτὴ ἡ ἡσυχία βοηθεῖ στὸ νὰ ἀποκτήσῃ ἡ ψυχή κατάνυξι καὶ νὰ εἶναι ἔτσι ἕτοιμη νὰ δεχτῇ τὴν ἐπίσκεψι τοῦ Θεοῦ. Καθὼς δηλαδὴ σταματοῦν οἱ θόρυβοι, οἱ φωνὲς καὶ οἱ ἐνοχλήσεις, ἔχουμε τὴν δυνατότητα οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ ξεκουραστοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸν Θεόν. Ἀρκεῖ βέβαια νὰ ἐκμεταλλευθοῦμε αὐτὴν τὴν εὐκαιρία καὶ νὰ μὴν ἀφιερώνουμε ὅλο τὸ διάστημα τῆς νύχτας στὸν ὕπνο. Μὴν καταδέχεσαι, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, «διὰ τῆς κατὰ τὸν ὕπνον ἀναισθησίας τὸ ἥμισυ τῆς ζωῆς ἀχρειοῦν», (νὰ ἀχρηστεύῃς τὴν μισὴ ζωή σου μὲ τὴν ἀναισθησία τοῦ ὕπνου), ἀλλὰ νὰ μοιράζῃς τὸ διάστημα τῆς νύχτας στὸν ὕπνο καὶ τὴν προσευχή. (Μ. Βασιλείου, Εἰς τὴν μάρτυρα Ἰουλίτταν P.G. 31,245).

Πραγματικὰ μέσα στὴν σιωπὴ τῆς νύχτας δημιουργοῦνται οἱ καταλληλότερες συνθῆκες γιὰ νὰ ἡσυχάσουμε, νὰ δοῦμε καλύτερα τὸν ἑαυτό μας, νὰ μελετήσουμε, νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ καὶ μὲ κατάνυξι, καὶ νὰ στραφοῦμε στὸν ἑαυτό μας καὶ στὸν Θεόν. Καθαρώτερη εἶναι τότε ἡ ψυχή, λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· ἐλαφρότερη καὶ λεπτότερη· τὸ σκοτάδι καὶ ἡ πολλὴ σιγὴ ἀρκοῦν νὰ τὴν ὁδηγήσουν σὲ κατάνυξι. (Εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὁμιλ.κστ΄, παρ.3, P.G. 60,202-204). Τὰ φυτά, ἔλεγε, ἀναπνέουν τὴν νύχτα καὶ ἡ ψυχὴ τὴν νύχτα κυρίως δέχεται τὴν δροσιὰ τοῦ Οὐρανοῦ. Ὅ,τι κατέκαυσε ὁ ἥλιος τῆς κακίας τὴν ἡμέρα, αὐτὸ δροσίζεται μὲ τὰ δάκρυα τῆς νύχτας. Ξύπνα, λοιπόν, δὲς τὰ ἀστέρια, ξύπνησε καὶ τὰ παιδιά σου, κάνε τὸ σπίτι σου ἐκκλησία μέσα στὴ νύχτα. Κι ἂν εἶναι τὰ παιδιά σου μικρὰ καὶ δὲν ἀντέχουν, μόνο σὲ μιὰ-δυὸ προσευχὲς νὰ μείνουν καὶ βάλε τα πάλι γιὰ ὕπνο. Μόνο νὰ ἀποκτήσῃς αὐτὴν τὴν καλὴ συνήθεια τῆς προσευχῆς κατὰ τὴν νύχτα.

Διότι, τονίζει καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, κατὰ τὴν νυκτερινὴ ἡσυχία, οὔτε τὰ μάτια, οὔτε τὰ αὐτιὰ στέλνουν στὴν καρδιὰ βλαβερὰ ἀκούσματα ἢ θεάματα. Ἀλλὰ ὁ νοῦς μένει μόνος του καὶ ἀπερίσπαστος μαζὶ μὲ τὸν Θεόν, ἐνῷ ταυτόχρονα διορθώνει τὸν ἑαυτό του ἐνθυμούμενος τὰ λάθη του. («Γρηγορίῳ ἑταίρῳ» ἐπιστ. β΄). Θαυμαστὰ ὄντως πράγματα! Οἱ αἰσθήσεις ἡσυχάζουν ἀπὸ τὸ κακό, ἡ καρδιὰ εἶναι καθαρή, καὶ ὁ νοῦς μπορεῖ πλέον ἀπερίσπαστος νὰ ἀρχίσῃ τὸν ἔλεγχο τῆς ἡμέρας ποὺ πέρασε, ὅπως οἱ ἔμποροι ἐλέγχουν τὰ ἐμπορικὰ καὶ λογιστικά τους βιβλία. Καὶ τί ἀποδίδει αὐτὸς ὁ ἔλεγχος! Πόσα ἁμαρτήματα! Πόσα λάθη! Πόσες παραλείψεις καθηκόντων! Τότε ἡ ψυχὴ συνέρχεται, συντρίβεται, μετανοεῖ, καταφεύγει μὲ πόνο στὸν Θεόν, ἱκετεύει τὸ ἔλεός Του. Καὶ βέβαια ὁ Κύριος δὲν ἀποδιώκει τὸ πλάσμα Του. Ὡς συμπαθὴς καὶ φιλάνθρωπος ἐπισκέπτεται μὲ ἔλεος τὴν ψυχή, τὴν εἰρηνεύει, τῆς χαρίζει τὴν δωρεὰ τῆς ἀγάπης Του.