Κυριακή τῶν Μυροφόρων – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 26 Ἀπριλίου 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 26 Ἀπριλίου 2026, Κυριακή τῶν Μυροφόρων (Πράξ. ς΄ 1-7)

‘Eν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις πληθυνόντων τῶν μαθη­τῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μα­θητῶν εἶπον· οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄν­δρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος ῾Αγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. καὶ ἤρε­σεν ὁ λόγος ἐνώπιον παν­­­τὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξε­λέ­­ξαν­­­το Στέφανον, ἄνδρα πλή­ρη πίστεως καὶ Πνεύματος Ἁ­γί­ου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρό­χο­­ρον καὶ Νικάνορα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικό­λαον προσήλυτον Ἀντιοχέα, οὓς ἔ­στησαν ἐνώπιον τῶν ἀπο­στό­λων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέ­θη­­­καν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μα­θητῶν ἐν ῾Ιερουσαλὴμ σφόδρα, πο­λύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑ­πήκουον τῇ πίστει.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Νοσοκομεῖο τῶν πνευματικὰ ἀσθενῶν
Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων μᾶς παρουσιάζει τὴν ὀργάνωση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν Πεντηκοστή. Μᾶς παρουσιάζει τὸ πρῶτο πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε στοὺς κόλπους της. Τὴν ἀφορμὴ ἔδωσαν οἱ Ἑλληνιστές, δηλαδὴ οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ κατάγονταν ἀπὸ χῶρες ἐκτὸς τῆς Παλαιστίνης καὶ εἶχαν μητρικὴ γλώσσα τὴν ἑλληνική. Αὐτοὶ δυσφόρησαν, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Παλαιστίνης τοὺς ἀδικοῦσαν στὴ διανομὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Πιθανότατα νὰ ἦταν δικαιολογημένα τὰ παράπονά τους. Μὲ τὸν γογγυσμό τους ὅμως προκάλεσαν τὸ πρῶτο τραῦμα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Βλέπουμε ὅτι ἀκόμη καὶ σὲ ἰδανικὲς κοινωνίες, ἀκόμη καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ ζωὴ τῆς ὁποίας ρυθμίζεται μὲ βάση τὴν ἀγάπη καὶ τὴν αὐτοθυσία – πόσο μᾶλλον στοὺς χώρους ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας – πιθανῶς κάποτε νὰ δοθοῦν ἀφορμὲς γιὰ παράπονα. Μιὰ ἄδικη συμπεριφορά, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἀπότομος λόγος, μιὰ περιφρόνηση, μιὰ ἐμπαθὴς ἐπιδίωξη, προκαλοῦν εὔκολα τὸν σκανδαλισμό, τὴν γκρίνια, τὸν γογγυσμό. Πολλὲς φορὲς μάλιστα εἶναι πραγματικὲς οἱ ἀφορμές, ὄχι ἀβάσιμες.
Ἂς μὴν εἴμαστε ὡστόσο μεμψίμοιροι, ἀγανακτώντας μὲ ὅ,τι ἀτελὲς βλέπουμε γύρω μας. Ἂς μὴν ἔχουμε διάθεση νὰ ἐπικρίνουμε τὰ πάντα. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἀκοῦμε γιὰ πιθανὰ σκάνδαλα καὶ μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κοινωνία ἀγγέλων, ἀλλὰ ἀνθρώπων, ἀπογόνων τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ. Δὲν εἶναι ὁ χῶρος τῶν ἀναμάρτητων, ἀλλὰ τὸ νοσοκομεῖο τῶν πνευματικὰ ἀσθενῶν. Ἐκεῖ εἰσέρχονται οἱ πιστοὶ γιὰ νὰ ὑποτάξουν τὰ πάθη τους καὶ νὰ θεραπευθοῦν. Εἶναι συνεπῶς ὁ χῶρος τῶν ἀγωνιζόμενων πιστῶν· ὁ ἱερὸς τόπος ὅπου ἐξαγιάζεται ὁ ἄνθρωπος.
2. Οἱ πνευματικὲς προϋποθέσεις
Τὸ ζήτημα ἔφθασε στοὺς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι θεώρησαν ὅτι δὲν θὰ ἦταν καλὸ νὰ ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μὲ τὴ διανομὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, παραμελώντας τὸ πνευματικό τους ἔργο. Γι᾿ αὐτὸ προέτρεψαν τοὺς πιστοὺς νὰ ἐκλέξουν μεταξύ τους ἑπτὰ ἄνδρες μὲ καλὴ μαρτυρία ἀπὸ ὅλους, «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας»· γεμάτους ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ σύνεση, ὥστε νὰ ἀναλάβουν τὴν πρακτικὴ αὐτὴ ἐργασία.
Κάνει ἐντύπωση ὅτι γιὰ τὴν ἐκλογὴ προσ­ώπων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβουν μιὰ πρακτικὴ διακονία μέσα στὴν Ἐκκλησία, οἱ Ἀπόστολοι θέτουν πνευματικὲς προϋποθέσεις: τὴν ἐξωτερικὴ καλὴ μαρτυρία, τὴν ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴ σύνεση. Αὐτὸ δείχνει ὅτι ὄχι μόνο οἱ ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε πιστὸς ποὺ ἀναλαμβάνει κάποια εὐθύνη στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ παράδειγμα ὁ ἐπίτροπος, ὁ νεωκόρος, ὁ ἱεροψάλτης, τὸ μέλος τοῦ φιλοπτώχου, πρέπει νὰ κοσμεῖται μὲ χαρίσματα πνευματικά. Νὰ ἔχει συναίσθηση τῆς ὑψηλῆς εὐθύνης ποὺ ἀναλαμβάνει γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὸν Χριστό. Νὰ εἶναι ἀκέραιος, ἀξιόπιστος, ἐνάρετος. Νὰ ἔχει ἀνεπίληπτη ζωή. Νὰ εἶναι τίμιος καὶ συνετός, ὥστε νὰ προλαβαίνει τὶς παρεξ­ηγήσεις. Ἂς μὴ θεωρήσουμε, ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀναλάβει τὴ διακονία τοῦ κηρύγματος, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχει σύνεση. Χρειάζεται, καὶ πολλὴ μάλιστα: «Μὴ γὰρ δὴ νομίσητε, ἐπειδὴ λόγον οὐκ ἐγκεχείρισται, ὅτι οὐ χρείαν ἔχει σοφίας ὁ τοιοῦτος· χρῄζει γάρ, καὶ πολλῆς» (PG 60, 115). Πρέπει, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ κατοικεῖ μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐκεῖνο νὰ τοῦ χαρίζει τὸν φωτισμὸ καὶ τὴ διάκριση, ὥστε νὰ ἐπιτελεῖ τὰ καθήκοντά του θεάρεστα.
3. Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας
Οἱ πιστοὶ ἀποδέχθηκαν τὴν πρόταση τῶν Ἀποστόλων καὶ ἐξέλεξαν τοὺς ἑπτὰ διακόνους, τοὺς ὁποίους χειροθέτησαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ προσευχήθηκαν νὰ τοὺς ἐνισχύσει ὁ Θεὸς στὴν εὐθύνη ποὺ ἀναλάμβαναν. Θὰ μποροῦσαν πλέον οἱ Ἀπόστολοι νὰ ἀφοσιωθοῦν ἀπερίσπαστοι στὴν προσευχὴ καὶ τὴ διακονία τοῦ κηρύγματος. «Ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν», εἶπαν. Ἡ φράση αὐτὴ μᾶς δείχνει ποιό εἶναι τὸ κύριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ προσευχή, ἡ λατρεία δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ κήρυγμα, ἡ διδασκαλία τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως.
Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε βέβαια φρόντιζε καὶ φροντίζει γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς ἀδελφούς, μὲ ἐράνους καὶ φιλανθρωπικὲς δράσεις γιὰ τὴν ἐνίσχυσή τους. Μᾶς τὸ ζητεῖ αὐτὸ ὁ Θεός. Ἡ κύρια ἀποστολή της ὅμως δὲν εἶναι ἡ φιλανθρωπία, ἀλλὰ ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν, ἡ κοινωνία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Μὲ τὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ λατρεία της ὁμιλεῖ ὁ λαὸς πρὸς τὸν Θεό. Μὲ τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας ὁμιλεῖ ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς πιστούς. Μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας κοινωνεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεὸ καὶ σώζεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ κύρια εὐθύνη της.
Ἑπομένως ὅλοι οἱ πιστοὶ καλούμαστε νὰ ὑπηρετοῦμε πρόθυμα στὶς διακο­νίες τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ διευκολύνουμε τοὺς ποιμένες μας νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν κύρια ἀποστολή τους, ποὺ εἶναι ἡ λατρεία καὶ τὸ κήρυγμα. Νὰ τοὺς δίνουμε τὴ δυνα­τότητα νὰ καλλιεργοῦν πνευματικὰ τὶς ψυχές μας καὶ νὰ μᾶς φέρνουν σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό.