Μεταφορτώσεις
|
Θέμα για τους κυκλάρχες |
Εἴδαμε στήν προηγούμενη συμμελέτη μας πῶς ἀποφυλακίσθηκε μέ τή μεσολάβηση Ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἄλλη πλευρά. Ὁ Θεός ὁ ἅγιος μέ Ἀγγέλους Του ἐπίσης πατάσσει καί τιμωρεῖ, ὅταν κρίνει Ἐκεῖνος μέ τήν Πανσοφία Του, τό κακό. Ἕνα τέτοιο περιστατικό θά δοῦμε στήν παρούσα συμμελέτη μας.
Μελέτη περικοπῆς: Πράξ. ιβ´ 18-25.
- Στούς δύο πρώτους στίχους τῆς περικοπῆς ὁ ἱερός Συγγραφέας μᾶς ἀναφέρει πῶς ἀντέδρασαν οἱ φρουροί τῆς φυλακῆς καί ὁ Ἡρώδης, ὅταν διαπιστώθηκε ὅτι ἔχασαν ἀπό τά χέρια τους τόν ἀπόστολο Πέτρο. Οἱ φρουροί ἔπαθαν σύγχυση φρενῶν, ἀναστατώθηκαν, διότι περίμεναν τήν τιμωρία ἀπό τόν Ἡρώδη.
Πῶς ἀντέδρασε ὁ Ἡρώδης; Ἔπαθε, γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, κάτι ἀνάλογο μέ αὐτό πού ἔπαθε ὁ παππούς του Ἡρώδης, ὅταν ἔφυγαν στή χώρα τους οἱ Μάγοι ἀπό ἄλλο δρόμο, ἀφοῦ προσκύνησαν τό θεῖο Βρέφος στή Βηθλεέμ καί δέν ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ νά τοῦ ποῦν τά καθέκαστα. Τό ὅτι τοῦ ξέφυγε ὁ Ἀπόστολος, τόν ἔκανε «καταγέλαστον» καί ἄναψε περισσότερο μέσα του τήν ὀργή (ΕΠΕ 16Α, 106). Διέταξε τή θανατική τιμωρία τῶν φρουρῶν (αὐτό ἴσχυε τότε γιά παρόμοιες περιπτώσεις), διότι ἤθελε «νά περισώσῃ τήν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ ἔναντι τῶν Ἰουδαίων» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Ἦταν ἄλλωστε, ὅπως φαίνεται ἀπό τή συνέχεια, πολύ ὑπερήφανος καί ἔνιωθε τή στιγμή ἐκείνη πληγωμένο τό ἐγώ του.
Τί ἀνάλογο μπορεῖ νά σκεφθεῖ κανείς γιά τήν ἐποχή μας; Ὅτι ὑπάρχουν ἀρκετοί ἄνθρωποι καί σήμερα, οἱ ὁποῖοι, γιά νά περισώσουν δῆθεν τήν ἀξιοπρέπειά τους καί νά ἱκανοποιήσουν τό πάθος τοῦ ἐγωισμοῦ τους, δέν διστάζουν νά διαπράξουν τά χειρότερα κακά. Ὄχι μόνο δέν συνετίζονται ἀπό τή διάψευση καί ματαίωση τῶν πονηρῶν στόχων καί ἐπιδιώξεών τους, ἀλλά προχωροῦν ἀκόμη πιό πολύ στόν κατήφορο τῆς ἁμαρτίας καί ἀσέβειας. Ὁ Θεός νά μᾶς φυλάξει.
- Τί συνέβη στή συνέχεια μέ τόν Ἡρώδη; Τί ἀναφέρουν οἱ στίχοι 20-23; Ἡ διήγηση τῶν Πράξεων, πού παρουσιάζει τά γεγονότα ὅπως ἐξελίχθηκαν, εἶναι τρομερή. Ὁ Ἡρώδης εἶχε κάποια διαφορά ὡς βασιλιάς τῆς περιοχῆς τῆς Παλαιστίνης, ὅπου βρισκόταν ἡ παραθαλάσσια πόλη Καισάρεια, μέ τίς παραθαλάσσιες ἐπίσης πόλεις τῆς Φοινίκης Τύρο καί Σιδώνα γιά λόγους ἐμπορικούς. Οἱ Τύριοι καί Σιδώνιοι ἐξαρτῶνταν ἀπό τήν περιοχή τοῦ Ἡρώδη πού τούς προμήθευε τά σιτηρά. Οἱ Τύριοι καί Σιδώνιοι, γιά νά τόν ἐξευμενίσουν καί νά ἔχουν εἰρηνικές σχέσεις μαζί του γιά λόγους ἐπισιτισμοῦ, πλησίασαν καί δωροδόκησαν ἕναν ἔμπιστο ὑπάλληλο τοῦ Ἡρώδη, τόν Βλάστο, γιά νά τόν ἐπηρεάσει θετικά πρός αὐτούς. Πρέπει νά ὑπῆρξε ἔλλειψη σιτηρῶν καί νά ἐπικρατοῦσε πείνα.
Τί μποροῦμε νά σκεφθοῦμε καί ἀπό αὐτό τό τελευταῖο; Ὅτι μπορεῖ νά ἀλλάζουν οἱ ἐποχές, οἱ ἄνθρωποι ὅμως εἶναι ἴδιοι. Πάντοτε μεσολαβοῦν οἱ ἐπιτήδειοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν καί τίς ἀδυναμίες ὁρισμένων ἀρχόντων, τούς κολακεύουν καί τούς ἐπηρεάζουν ἀνάλογα σύροντάς τους ὅπου θέλουν μέ τήν πονηρία τους. Καί ὅπως φαίνεται, ὁ Ἡρώδης ἦταν ἄνθρωπος πού εὐχαριστεῖτο μέ τίς κολακεῖες. Ἀλίμονο στόν λαό, ἄν ἔχει τέτοιους ἄρχοντες. Καί δέν εἶναι ἄγνωστο ὅτι ὑπάρχουν καί στίς μέρες μας. Νά παρακαλοῦμε τόν Θεό νά προστατεύει τήν πατρίδα μας ἀπό ἀνάλογες καταστάσεις καί νά φωτίζει τούς ἄρχοντες νά πολιτεύονται ὀρθά.
Ἡ συνέχεια εἶναι πολύ φοβερή. Ὁ Ἡρώδης, ἐπηρεασμένος πιθανῶς καί ἀπό τόν Βλάστο καί ἄλλους κόλακες συμβούλους του, κάθισε μιά ἡμέρα σ᾿ ἕναν εἰδικό θρόνο πού εἶχε στηθεῖ σ᾿ ἕνα θέατρο τῆς Καισάρειας, καί ἄρχισε νά ὁμιλεῖ στά πλήθη φορώντας τήν ἐπίσημη βασιλική στολή του. Φαινόταν περίλαμπρος καί ἔνδοξος. Καί τά πλήθη, πού μᾶλλον ἦταν εἰδωλολάτρες κάτοικοι τῆς Καισάρειας, μαζί μέ τούς ἀπεσταλμένους τῆς Τύρου καί τῆς Σιδώνας, παρακινημένοι κατάλληλα ἀπό ὁρισμένους ἐπιτήδειους, κραύγαζαν ἐπευφημώντας τον κολακευτικά: «Θεοῦ φωνή καί οὐκ ἀνθρώπου». Ὁμιλεῖ ὁ Θεός καί ὄχι ἄνθρωπος! Καί ὁ ἐγωιστής Ἡρώδης, δοῦλος τοῦ πάθους τῆς ὑπερηφάνειάς του ἀλλά καί τῶν κολάκων του, δεχόταν ἀδιαμαρτύρητα αὐτές τίς κραυγές. Κάτι ἀνάλογο δέν γίνεται καί σήμερα σέ κάποιες «στημένες» συγκεντρώσεις πολιτικῶν ἀρχηγῶν;
Ποιό τό ἁμάρτημα τοῦ Ἡρώδη; Οἰκειοποιήθηκε δόξα πού ἀνήκει μόνο στόν Θεό. Τόν ἐπευφημοῦσαν ὡς θεό καί δέν διαμαρτυρήθηκε. Γνώριζε, ὡς Ἰουδαῖος, ὅτι μόνο ἕνας εἶναι ὁ Θεός καί μόνο σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δοξολογία. Ἐάν δέν δεχόταν τίς ἐπευφημίες, θά ἦταν μικρότερη ἡ ἀσέβειά του. Τώρα ὅμως εἶχε μεγάλη εὐθύνη. Ἰσχύει ἐδῶ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «ὁ γνούς καί μή… ποιήσας… δαρήσεται πολλάς» (Λουκ. ιβ´ 47).
Καί γι᾿ αὐτό τιμωρήθηκε ἄμεσα καί ὅπως τοῦ ἄξιζε. Πῶς; Ἄγγελος Κυρίου τόν χτύπησε καί τοῦ προξένησε ἀπαίσια ἀσθένεια. Γέμισε μέ σκουλήκια πού ἔτρωγαν τίς σάρκες του καί πέθανε! Καί ἄλλοτε πάταξε ἀσεβεῖς μέ Ἀγγέλους Του ὁ Θεός (Βλ. Δ´ Βασ. ιθ´ 35, Ἡσ. λζ´ 36). «Οἱ ἄγγελοι δοξάζουν ἀσιγήτως τόν Θεόν καί εἶναι ἕτοιμοι, εὐθύς ὡς λάβουν ἐντολήν, νά πατάξουν ἐκείνους, οἵτινες ἀρνοῦνται νά δοξάσουν τόν Θεόν καί σφετερίζονται τάς τιμάς, αἵτινες ἀνήκουν εἰς αὐτόν» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Τό θεόπνευστο βιβλίο τῆς «Ἀποκαλύψεως» ἀναφέρει τέτοιες τιμωρητικές ἀποστολές τῶν Ἀγγέλων. Ὅ,τι διατάσσει ὁ Θεός εἶναι νόμος γιά τούς Ἀγγέλους. Γιά νά τούς τό λέει ὁ Θεός, κρίνουν αὐτόματα ὅτι αὐτό εἶναι τό σωστό καί τό πρέπον.
Ὁ Θεός δέν εἶναι μόνο ἀγαθός. Εἶναι καί δίκαιος. Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει: «μή ἐξ ἡμισείας τόν Κύριον γνωρίζωμεν» (PG 32, 1216). Μήν ἔχουμε μισή γνώση γιά τόν Θεό· «ἐλεήμων ὁ Κύριος», συνεχίζει ὁ ἴδιος Πατήρ, «ἀλλά καί δίκαιος». Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος γράφει ὅτι ὁ Θεός χρησιμοποιεῖ καί τή δίκαιη τιμωρία. Ὅμως δέν τιμωρεῖ «πάντας» ἐδῶ, ἀλλά «ἐκ τῶν πάντων ἐνίους (=μερικούς)» πρός παραδειγματισμό τῶν ἄλλων (ΕΠΕ 19, 268). Ὁ δέ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σημειώνει ὅτι συγκρινόμενες οἱ τιμωρίες Του πρός τίς ἁμαρτίες μας εἶναι ἐλάχιστες, «ὀλίγαι». Μέ ὅσα διαπράττουμε ἁμαρτωλά καί ἀσεβή, κανονικά ἔπρεπε νά μᾶς καταπιεῖ ἡ γῆ. Καί ὅμως τήν ἐμποδίζει ἡ ἀγαθότητά Του (ΕΠΕ 11, 604). Σχετικό εἶναι καί τό Δοξαστικό πού ψάλλεται στούς ναούς μας τό ἑσπέρας τῆς Μεγάλης Πέμπτης: «Κύριε, ἀναβαίνοντός σου ἐν τῷ σταυρῷ, φόβος καί τρόμος ἐπέπεσε τῇ κτίσει· καί τήν γῆν μέν ἐκώλυες καταπιεῖν τούς σταυροῦντάς σε· τῷ δέ Ἅδῃ ἐπέτρεπες ἀναπέμπειν τούς δεσμίους, εἰς ἀναγέννησιν βροτῶν. Κριτά ζώντων καί νεκρῶν, ζωήν ἦλθες παρασχεῖν, καί οὐ θάνατον, Φιλάνθρωπε, δόξα σοι».
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιμένει ἀμετανόητος πεισματικά στή ζωή τῆς ἁμαρτίας ἐν γνώσει του, ἔρχεται ὡς φυσική συνέπεια ἡ τιμωρία του. Αὐτό ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη (βλ. Ἰω. γ´ 36, Ρωμ. α´ 18, β´ 5, Κολασ. γ´ 5-6, Α´ Θεσ. β´ 16, Ἀποκ. στ´ 16-17, ια´ 18).
- Στή συνέχεια βλέπουμε ὅτι ὁ μέν Ἡρώδης πέθανε καί ματαιώθηκαν τά σχέδιά του κατά τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε» (σέ παρατατικό χρόνο τό «ηὔξανε», δηλαδή σταθερά, συνεχῶς) καί πληθύνονταν οἱ πιστοί. Διότι «ὅσῳ περισσότερον θλίβεται καί καταπιέζεται ἡ Ἐκκλησία, τόσῳ περισσότερον καί ἐπεκτείνεται πληθυνομένη… Τό θάρρος τῶν μαρτύρων προσελκύει εἰς τήν ὁμολογουμένην ὑπ᾿ αὐτῶν πίστιν, ἀντί νά ἀραιώνῃ τήν παράταξιν τῶν ὁμολογητῶν αὐτῆς» (Π. Ν. Τρεμπέλας).
Θυμάστε τί γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τήν ἐπεκτατική δύναμη τοῦ θείου λόγου; «Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, κατά τό εὐαγγέλιόν μου, ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ᾿ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» (=δέν εἶναι δεμένος, δέν μπορεῖ νά δεθεῖ, διότι εἶναι λόγος «ζῶν»· λόγος τοῦ Νικητῆ τοῦ θανάτου) (βλ. Β´ Τιμ. β´ 8-9, Ἑβρ. δ´ 12).
Γιά τή νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν διαφόρων ἐχθρῶν της ἔλεγε τά ἑξῆς ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Πόσοι ἐπολέμησαν τήν Ἐκκλησίαν; Καί οἱ πολεμήσαντες ἀπώλοντο, αὕτη δέ ὑπέρ τόν οὐρανόν ἀναβέβηκε. Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία. Πολεμουμένη νικᾷ… ὑβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται, δέχεται τραύματα καί οὐ καταπίπτει… παλαίει ἀλλ᾿ οὐχ ἡττᾶται» (ΕΠΕ 33, 110). Δέν τά ζήσαμε αὐτά πρίν ἀπό λίγα χρόνια μέ τά ὅσα συνέβησαν καί συμβαίνουν στή γειτονική μας Ἀλβανία καί στήν πρώην Σοβιετική Ἕνωση;
Ἄς δοξάζουμε τόν Θεό γιά τή δύναμη τῆς Ἐκκλησίας Του καί ἄς ζοῦμε μέ ἐνθουσιασμό ἀλλά καί ὑπεύθυνα, ὡς ἀντάξια τέκνα της, διαδίδοντας ὅπου μποροῦμε τόν θεῖο λόγο. Καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μέ τό καλό παράδειγμά μας θά ἑλκύει πολλές καλοδιάθετες ψυχές στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
ΣΥΝΘΗΜΑ: «Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε καί ἐπληθύνετο» (Πράξ. ιβ΄ 24).


