14. «Ἐγένετο δέ… χρηματίσαι πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τούς μαθητάς χριστιανούς»

Μεταφορτώσεις

Θέμα για τους κυκλάρχες

 

Ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε ὁ θεόπνευστος Συγγραφέας τῶν ΠΡΑΞΕΩΝ τά σχετικά μέ τόν ἑκατόνταρχο Κορνήλιο καί μέ τό ἄνοιγμα τῆς Ἐκκλησίας καί πρός τούς ἐθνικούς, ὅπως εἴδαμε σέ προηγούμενες συμμελέτες, στρέφει στή συνέχεια τόν λόγο πρός τή Φοινίκη, τήν Κύπρο καί τήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Καί ὁμιλεῖ γιά τήν ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκτός τῆς Παλαιστίνης. Στήν περικοπή πού θά συμμελετήσουμε, περικλείονται σπουδαιότατα διδάγματα, πού ἀφοροῦν ὅλους μας.

 

Μελέτη περικοπῆς: Πράξ. ια´ 19-30.

1. Θυμᾶται κατ᾿ ἀρχάς ὁ ἅγιος Λουκᾶς τόν διωγμό πού ἀκολούθησε εἰς βάρος τῶν πιστῶν ἀπό τούς Ἰουδαίους μετά τόν λιθοβολισμό τοῦ ἁγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου. Καί λέει ὅτι πολλοί πιστοί διασκορπίσθηκαν σέ διάφορα μέρη ἐκτός τῆς Παλαιστίνης, ὅπου ζοῦσαν καί Ἰουδαῖοι, καί ἐγκαταστάθηκαν ἐκεῖ, γιά νά ἀποφύγουν τή μανία τῶν ἀρχόντων τῶν Ἰουδαίων τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἔγιναν πρόσφυγες, μέ ὅλες τίς πικρές συνέπειες πού εἶχε αὐτή ἡ ἀναγκαστική μετανάστευση.

Μποροῦμε νά τούς θεωρήσουμε ἄραγε ὡς δειλούς, γιά τό ὅτι ἔφυγαν ἀπό τά Ἱεροσόλυμα; Ὄχι. Ἐφάρμοσαν κατά γράμμα τή συμβουλή τοῦ Κυρίου: «ὅταν δέ διώκωσιν ὑμᾶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, φεύγετε εἰς τήν ἄλλην» (Ματθ. ι´ 23). Ἡ σύνεση ἐπέβαλε νά λάβουν τά μέτρα τους καί νά φροντίσουν γιά τή ζωή τους, πού εἶναι δῶρο Θεοῦ. Εἶναι ἀπερισκεψία νά ἐκθέτεις τόν ἑαυτό σου σέ κινδύνους καί νά μήν τούς ἀποφεύγεις, ἐφόσον μπορεῖς (βλ. Ματθ. δ´ 5-7) . Ἦταν θεοφώτιστη ἡ ἐνέργειά τους. Πῶς βεβαιώνεται αὐτό; Ἀπό τά ἀποτελέσματα τῆς μεταναστεύσεώς τους αὐτῆς. Τί συνέβη; Ἀπό τό πικρό τῆς μεταναστεύσεως προῆλθε ὁ γλυκός καρπός τῆς διαδόσεως τῆς χριστιανικῆς Πίστεως καί σέ ἄλλους τόπους. Δέν ἀρνήθηκαν οὔτε ἔκρυψαν τή χριστιανική τους ἰδιότητα· ἀλλ᾿ ὅπου πῆγαν, μιλοῦσαν γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του. Ἄνοιξε ὁ Κύριος θύρα ἱεραποστολῆς πρός τά ἔθνη. Εἶναι θαυμαστοί πραγματικά οἱ πιστοί ἐκεῖνοι. Πῶς τό καταλαβαίνουμε αὐτό; Ἄφησαν τήν ἡσυχία τους καί τίς ἐργασίες τους καί τούς δικούς τους καί ἔφυγαν σέ ξένους τόπους, ἐνῶ θά μποροῦσαν νά μένουν στόν τόπο τους συμβιβαζόμενοι μέ τούς Ἰουδαίους. Καί τό σπουδαιότερο, καί ἐκεῖ πού πῆγαν, δέν σκέφθηκαν μήπως πάθουν ὅσα ἔπαθαν στήν Ἰουδαία, ἀλλά φανέρωναν παντοῦ, ἀνάλογα μέ τίς περιστάσεις πού παρουσίαζε ὁ Θεός, τήν πίστη τους. Μάθημα καί ἔλεγχος γιά ὅσους ἀπό ἐμᾶς δέν θέλουμε νά «μπλέξουμε» σέ περιπέτειες γιά τήν πίστη μας καί δέν ἀνοίγουμε τό στόμα μας νά ποῦμε κάτι γι᾿ αὐτό πού πιστεύουμε.

Ἐκεῖ πού πῆγαν ὅμως οἱ πιστοί αὐτοί δέν μιλοῦσαν γιά τόν Χριστό σέ ὁποιονδήποτε ἀδιακρίτως, ἀλλά μόνο στούς Ἰουδαίους. Γιατί ἄραγε; Δέν εἶχε γίνει ἀκόμη εὐρέως γνωστό τό γεγονός τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μέ τόν ἑκατόνταρχο Κορνήλιο καί δέν εἶχε ἀποφασίσει ἐπίσημα ἡ Ἐκκλησία τό ἄνοιγμα τῆς ἱεραποστολῆς πρός τά ἔθνη. Ἦταν προσεκτικοί καί δέν αὐτοσχεδίαζαν στό ἱερό ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐφόσον δέν εἶχαν συγκεκριμένες ὁδηγίες ἀπό τούς Ἀποστόλους, ἴσχυε ἀκόμη αὐτό πού ἔκαναν οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι ἐφαρμόζοντας τήν παραγγελία τοῦ Κυρίου: «εἰς ὁδόν ἐθνῶν μή ἀπέλθητε καί εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μή εἰσέλθητε» (Ματθ. ι´ 5). Παράδειγμα καί πάλι διδακτικό γιά ὅλους μας. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά γνωρίζει καθένας τή θέση του καί νά συμπεριφέρεται ἀνάλογα, γιά νά ἀποφεύγονται ἄκριτες ἐνέργειες.

2. Μεταξύ τῶν θερμῶν αὐτῶν πιστῶν ἦταν καί μερικοί Ἰουδαῖοι πού εἶχαν γεννηθεῖ στήν Κύπρο καί στήν Κυρηναϊκή Λιβύη τῆς Ἀφρικῆς καί εἶχαν ὡς μητρική τους γλώσσα τήν Ἑλληνική. Μετέβησαν λοιπόν στήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας καί μιλοῦσαν γιά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στούς Ἰουδαίους τῆς Ἀντιοχείας πού ἦταν Ἑλληνιστές, μιλοῦσαν δηλαδή καί αὐτοί τήν ἑλληνική γλώσσα, ὅπως καί οἱ ἴδιοι. Καί ἐπειδή ἦταν θεοκίνητοι, πίστεψαν πολλοί στό Εὐαγγέλιο.

Πῶς φαίνεται ἀπό τό ἱερό κείμενο ὅτι ἦταν θεοκίνητοι; Ἀπό αὐτό πού γράφει ὁ ἅγιος Λουκᾶς, ὅτι «ἦν χείρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν». Εἶχαν μαζί τους τή δύναμη τοῦ Κυρίου. Ὅπως σημειώνει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, οἱ πιστοί αὐτοί μέ τή δύναμη τοῦ Κυρίου «σημεῖα εἰργάζοντο» (ΕΠΕ 16Α, 46). Ἔκαναν καί θαύματα, μέ τά ὁποῖα ἐντυπωσιάζονταν οἱ ἀκροατές τους καί πίστευαν στό Εὐαγγέλιο ἀπαρνούμενοι τήν πίστη πού εἶχαν ἕως τότε. Ἄνοιγε ὁ Θεός τά μάτια τῆς ψυχῆς τους καί διέκριναν τήν ἀλήθεια καί πίστευαν. Καί ἐνῶ δέν ἦταν Ἀπόστολοι αὐτοί πού τούς μιλοῦσαν γιά τό Εὐαγγέλιο, ἐπειδή τούς ὁδηγοῦσε σέ ὅλα τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, γινόταν εὐχαρίστως δεκτός ὁ λόγος τους. Θαῦμα μεγάλο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἡ καρποφορία τοῦ λόγου Του. Καί τότε καί πάντοτε. Καί στίς μέρες μας.Ὅπου σπείρεται ἀνόθευτος καί μέ φόβο καί εὐλά­βεια Θεοῦ ὁ θεῖος λόγος, παρουσιάζονται καρποί. Τό βεβαιώνουν τά πράγματα.

3. Ὅταν ἔμαθαν οἱ Ἀπόστολοι στά Ἱεροσόλυμα τά εὐχάριστα νέα τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου καί στήν Ἀντιόχεια, ἔστειλαν ἐκεῖ τόν ἀπόστολο Βαρνάβα γιά νά δεῖ τό ἔργο πού ἐπιτέλεσαν οἱ συμπατριῶτες του Κύπριοι πιστοί στήν Ἀντιόχεια. «Ὁ Βαρνάβας εἶχε καί εἰδικάς ἱκανότητας καί προσόντα διά τοιοῦτον ἔργον. Διότι καί δραστήριος ἦτο καί κοινωνικός καί ἐπόθει νά πράττῃ τό καλόν δεικνυόμενος εὐεργετικός πρός πάντας» (Π. Ν. Τρεμπέλας).

Πῶς χαρακτηρίζει τόν Βαρνάβα ὁ θεόπνευστος Συγγραφέας; Τό εἴδαμε καί σέ ἄλλη συμμελέτη μας: «ἦν ἀνήρ ἀγαθός καί πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καί πίστεως». Σπουδαῖο ἐγκώμιο τοῦ θείου λόγου γιά τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, πού διαιωνίζεται ἀπό τότε καί γνωστοποιεῖται στούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Εἶχε φυσικά χαρίσματα και ἰδίως τήν ἀγάπη, πού τόν ἔκανε ἀγαπητό σέ ὅλους, καί μέ τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιδροῦσε πολύ περισσότερο καί πιό οὐσιαστικά στίς ψυχές τῶν συνανθρώπων του. Εἶναι αἰώνιο παράδειγμα πρός ὅλους μας γιά τίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους.

Ἔκανε ὅμως στήν Ἀντιόχεια ὁ Βαρνάβας καί κάτι πού ἀναδεικνύει πολύ καλύτερα τήν ἀρετή του. Τί ἀκριβῶς; Τό σημειώνουν οἱ στίχοι 25-26. Ὅταν εἶδε τήν αὔξηση τῶν πιστῶν, σκέφθηκε ὅτι δέν θά μποροῦσε νά ἐπαρκέσει μόνος του γιά τή βοήθειά τους· γι᾿ αὐτό καί ἀναζήτησε καί βρῆκε τόν Σαῦλο (Παῦλο), γιά τόν ὁποῖο πρίν ἀπό καιρό εἶχε ἐγγυηθεῖ, ὅπως εἴδαμε ἄλλοτε, στούς Ἀποστόλους. Ἔφερε, λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, στήν Ἀντιόχεια «τόν ἀθλητήν… τόν στρατηγόν… τόν μονομάχον…. τόν λέοντα… τό στόμα τό τῇ οἰκουμένῃ ἀρκοῦν» (ΕΠΕ 16Α, 48). Ἔφερε τόν Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱκανός νά βοηθήσει καλύτερα ἀπό κάθε ἄλλον στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου.

Γιατί αὐτό πού ἔκανε ὁ Βαρνάβας ἦταν ἐξαίρετο δεῖγμα τῆς ἀρετῆς του; Διότι δέν σκέφθηκε «ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νά ἐπισκιασθῇ ὑπό τοῦ Παύλου» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Ἦταν ἄνθρωπος ἀληθινά πνευματικός ὁ Βαρνάβας, γι᾿ αὐτό ἄλλωστε τόν χαρακτήρισε ὁ ἅγιος Λουκᾶς ὡς ἄνθρωπον «πλήρη Πνεύματος Ἁγίου». Ἦταν ἀκενόδοξος. Δέν σκεφτόταν τήν προσωπική προβολή του, ἀλλά τό συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας.

Τί σημαίνει αὐτό γιά μᾶς; Νά μή ζηλεύουμε, ἀλλά νά χαιρό­μαστε ὅταν βλέπουμε ἄλλους νά ἔχουν μεγαλύτερες ἱκανότητες καί ἐπιτυχίες ἀπό μᾶς. Νά ἀναγνωρίζουμε μέ ἁπλότητα καί εἰλικρίνεια τήν ἀνωτερότητά τους καί νά τούς βοηθοῦμε μέ ταπείνωση καί ἀγάπη, γιά νά προάγεται τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καί νά δοξάζεται ὁ Θεός. Αὐτό ἰσχύει γιά ὅλες τίς πτυχές τῆς ζωῆς μας (βλ. Φιλιπ. β´ 3).

4. Στήν Ἀντιόχεια ἔγινε καί κάτι ἀκόμη, πού ἔχει αἰώνια σπουδαιότητα καί σημασία. Τί ἀναφέρει ὁ στίχος 26; Ὀνομάσθηκαν ἐκεῖ γιά πρώτη φορά οἱ πιστοί Χριστιανοί. Ἴσως νά τούς δόθηκε αὐτό τό ὄνομα σέ ἔνδειξη περιφρονήσεως ἐκ μέρους τῶν ἐθνικῶν κατοίκων τῆς Ἀντιόχειας, διότι οἱ πιστοί πίστευαν σέ ἕνα Θεό ἐσταυρωμένο, πράγμα παράδοξο γι᾿ αὐτούς. Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπό τήν προέλευση τῆς ὀνομασίας, «οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου ἀπεδέχθησαν αὐτήν καί δέν ἐθεώρησαν καταισχύνην των νά προσλάβουν εἰς τό διηνεκές τό ὄνομα τοῦτο. Οὕτω δι᾿ αὐτοῦ ἠθέλησαν νά δηλώσουν ὅτι ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τόν Χριστόν καί ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔχουν τό ὀφείλουν εἰς αὐτόν» (Π. Ν. Τρεμπέλας).

Γιά ἐκείνους τούς πιστούς τό ὄνομα Χριστιανός ἦταν κάτι πολύ μεγάλο. Τούς ὑπενθύμιζε ὅτι ἔπρεπε νά ζοῦν μιά νέα ζωή, ἀφοῦ μέ τό Βάπτισμά τους εἶχαν ἐνδυθεῖ τόν Χριστό. Καί μέ τό ὄνομα Χριστιανός στά χείλη ρίχνονταν καί στά μαρτύρια ὑπέρ τῆς Πίστεως στόν Χριστό.

Τί γίνεται ὅμως στίς μέρες μας; Μήπως συνηθίσαμε τό ὄνομα αὐτό; Μήπως δέν μᾶς συγκινεῖ; Μήπως ντρεπόμαστε νά φανοῦμε Χριστιανοί στό περιβάλλον μας; Ὅ,τι ὡραιότερο ὑπάρχει στήν Ἱστορία τοῦ κόσμου εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Αἰσθανόμαστε ὅτι ἀνήκουμε στόν Χριστό καί ὅτι ἔχουμε χρέος νά ζοῦμε ἀντάξια τοῦ ὀνόματός μας, γιά νά δοξάζεται τό ὄνομα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Πίστεώς μας; Μήπως γινόμαστε αἰτία μέ τήν ἀπρόσεκτη ζωή μας νά βλασφημεῖται καί νά ὑποτιμᾶται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ; (βλ. Ρωμ. β´ 24, Ἰακ. β´ 7).

Ἡ περικοπή μας τελειώνει μέ μιά ὑπέροχη ἐκδήλωση ἀγάπης καί ἀλληλεγγύης τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἀντιόχειας πρός τούς φτωχούς Χριστιανούς τῆς Ἰουδαίας. Ὅταν πληροφορήθηκαν ἀπό ἕναν πιστό μέ τό ὄνομα Ἄγαβος, πού εἶχε χάρισμα προφητικό, ὅτι ἐπρόκειτο νά πέσει μεγάλη πείνα στόν κόσμο, πράγμα πού συνέβη πράγματι ἐπί αὐτοκράτορος τῆς Ρώμης Κλαυδίου, ἔκαναν ἔρανο μεταξύ τους. Καί ὅσα συγκέντρωσαν τά ἔστειλαν μέ τόν Βαρνάβα καί τόν Παῦλο γιά τούς φτωχούς ἀδελφούς Χριστιανούς τῆς Ἰουδαίας. Αἰσθάνονταν ἑνωμένοι μαζί τους ψυχικά ὡς μέλη τῆς μιᾶς ἁγίας οἰκογένειας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἀδιαφόρησαν, ἀλλά ἔκαναν τόν πόνο τους δικό τους πόνο. Καί τούς βοήθησαν ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τους. Θαυμάσιο παράδειγμα γιά ὅλους μας (βλ. Ἰω. ιγ´ 35, Α´ Κορ. ιβ´ 12-14, 26-27).

 

ΣΥΝΘΗΜΑ: «Ἐγένετο δέ… χρηματίσαι πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τούς μαθητάς χριστιανούς» (Πράξ. ια΄ 26).