Μεταφορτώσεις
|
Θέμα για τους κυκλάρχες |
Εἴδαμε στήν προηγουμένη συμμελέτη μας μέ ποιό θαυμαστό τρόπο μίλησε ὁ ἀπόστολος Πέτρος στόν ἑκατόνταρχο Κορνήλιο γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό καί πῶς κατῆλθε ἐμφανῶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιο σέ ὅλους ὅσοι τόν ἄκουγαν. Ἔτσι ἄνοιξε πλέον ὁ δρόμος γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καί πρός τούς μή Ἰουδαίους. Ὁ μισόκαλος ὅμως Διάβολος, πού ἐπιχειρεῖ νά ἐμποδίσει τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, παρακίνησε ὁρισμένους Χριστιανούς τῶν Ἱεροσολύμων, πού ἦταν Ἰουδαῖοι πρίν βαπτισθοῦν, νά ἀντιδράσουν κατά τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν αὐτός ἦλθε στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά τόν φέρουν σέ δύσκολη θέση. Τό τί ἔγινε τότε θά τό δοῦμε στήν παρούσα συμμελέτη.
Μελέτη περικοπῆς: Πράξ. ια´ 1-18.
1. Γιατί ἄραγε ἀντέδρασαν κατά τοῦ Ἀποστόλου οἱ Χριστιανοί αὐτοί τῶν Ἱεροσολύμων;
Ὄχι μόνο ἀντέδρασαν, ἀλλά τήρησαν ψυχρή στάση ἀπέναντί του καί τόν ἤλεγξαν γιά τή συμπεριφορά του. Γιατί; Διότι δέν εἶχαν ἀναγεννηθεῖ πλήρως. Ἦταν δεμένοι ἀκόμη μέ τίς τυπικές διατάξεις τοῦ Νόμου, πού ἀπαγόρευε κάθε σχέση μέ τούς εἰδωλολάτρες. Θεωροῦσαν ἀκάθαρτους ὅλους τούς μή Ἰουδαίους. Εἶχαν μάλιστα τήν ἀξίωση νά γίνονται ὅλοι οἱ μή Χριστιανοί πρῶτα Ἰουδαῖοι καί μετά Χριστιανοί. Ἐκεῖ τούς ὁδηγοῦσε ὁ ἄκριτος φανατισμός τους πού προερχόταν ἀπό «ζῆλον οὐ κατ’ επίγνωσιν» (βλ. Ρωμ. ι´ 20) καί ἀπό ἄγνοια τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Χωρίς νά τό συναισθάνονται ἀσφαλῶς, γίνονταν ὄργανα τοῦ Σατανᾶ, πού δέν ἤθελε καί δέν θέλει τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου καί ἀντίκειται στή θέληση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ποθεῖ τή σωτηρία ὅλων (βλ. Α´ Τιμ. β´ 4).
Ἐδῶ νά σταθοῦμε λίγο καί νά συζητήσουμε γιά τόν φανατισμό, γιά τό πόσο κακός σύμβουλος εἶναι ὁ φανατισμός καί ποῦ μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσει. (Ἀφοῦ ἐρωτηθοῦν καί ποῦν τίς σκέψεις τους τά μέλη, προσθέτουμε). Ὁ φανατισμός μᾶς ἐμποδίζει νά δοῦμε μέ καθαρό βλέμμα τά πράγματα. Ἐπηρεάζει τή διάνοιά μας καί δέν μποροῦμε νά συζητήσουμε μέ ὅσους ἔχουν ἀντίθετες ἀπόψεις ἀπό ἐμᾶς· τίς ἀπορρίπτουμε ἀσυζητητί, θεωρώντας τες ἀνάξιες λόγου ἤ καί ἀντίθετες πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δέν μιλοῦμε βέβαια γιά τόν φανατισμό τῶν Μουσουλμάνων, πού ὁδηγεῖ μέχρι καί τό ἔγκλημα, ἀλλά γιά τόν θρησκευτικό φανατισμό ὁρισμένων Χριστιανῶν, πού θεωροῦν τόν ἑαυτό τους καί τό σύνολο στό ὁποῖο ἀνήκουν ἀλάθητο καί ἀποκλειστικό φορέα τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τοῦ μηνύματος τῆς πίστεως στόν κόσμο. Χρειάζεται προσοχή ἀλλά καί προσευχή πολλή νά μᾶς χαρίζει ταπείνωση ὁ Κύριος καί φώτιση, ὥστε νά βλέπουμε τό κάθε τι πού παρουσιάζεται στή ζωή μας ἀπό τήν ὀπτική γωνία μέ τήν ὁποία βλέπει Ἐκεῖνος τούς ἀνθρώπους καί τίς διάφορες καταστάσεις τῆς ζωῆς.
2. Τί μποροῦμε νά σκεφθοῦμε ὡς πρός τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετώπισε τούς ἐπικριτές του ὁ Ἀπόστολος; Πρῶτον, ὅτι ἦταν ἄνθρωπος ταπεινός. Δέν πίστευε ὅτι ἦταν ἀλάθητος, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ δῆθεν διάδοχός του Πάπας τῆς Ρώμης. Δέν εἶπε πρός τούς ἐπικριτές του: «Ἐγώ εἶμαι Ἀπόστολος καί μάλιστα Πρωτοκορυφαῖος, πού ἔκανα τόσα θαύματα καί ξέρω τί λέω καί πῶς ἐνεργῶ». «Ὅρα αὐτοῦ τό ἄτυφον καί ἀκενόδοξον», βλέπε τήν ταπεινοφροσύνη του, λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος (ΕΠΕ 16Α, 12). Οὔτε «ἐθίχθη, διότι ἠρώτων αὐτόν, οὔτε ἠξίωσεν, ἵνα, χωρίς διόλου νά ἐκθέσῃ τούς λόγους του, θεωρηθῇ ἀνώτερος πάσης ἐνστάσεως ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων του καί ὅλων τῶν πιστῶν. Ἡ πραότης καί ἡ συγκατάβασις τοῦ Πέτρου ἐξηγοῦντος ὁλόκληρον τήν ὑπόθεσιν ἀντετέθη λεπτῶς πρός τήν θερμότητα καί τήν φαινομενικήν ἀλαζονείαν τῶν διατεθειμένων νά φιλονικήσωσι μετ᾿ αὐτοῦ» (Ὑπόμνημα).
Γίνεται παράδειγμα φωτεινό γιά ὅλους μας ὁ Ἅγιος. Πῶς τό καταλαβαίνουμε αὐτό; Ὅταν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις καί ἀμφισβητήσεις ὡς πρός αὐτά πού εἴπαμε ἤ πράξαμε, ἀντί νά θίγεται τό ἐγώ μας, νά θυμώνουμε καί νά χάνουμε τήν εἰρήνη μας, νά δίνουμε ταπεινά τίς ἐξηγήσεις μας καί νά ἀφήνουμε τά πράγματα στόν δικαιοκρίτη Θεό.
Πολύ σπουδαία εἶναι μιά σχετική ὁδηγία τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο, πού ἀσφαλῶς θά τή γνωρίζετε: «δοῦλον δέ Κυρίου οὐ δεῖ μάχεσθαι, ἀλλ᾿ ἤπιον εἶναι πρός πάντας, διδακτικόν, ἀνεξίκακον, ἐν πρᾳότητι παιδεύοντα τούς ἀντιδιατιθεμένους, μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεός μετάνοιαν εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας» (Β´ Τιμ. β´ 24-25)
Αὐτό ἀκριβῶς ἔκανε καί ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος. Ἐξέθεσε μέ πραότητα πῶς συνέβησαν τά γεγονότα, πῶς ὁδήγησε ὁ Θεός τά βήματά του στό σπίτι τοῦ Κορνηλίου καί πῶς κατῆλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο μετά τήν ὁμιλία του ἐκεῖ, καί πρίν ἀκόμη βαπτισθοῦν, σέ ὅσους τόν ἄκουγαν. (Αὐτά τά εἴδαμε καί τά θαυμάσαμε στίς προηγούμενες συμμελέτες μας).
3. Ἐπειδή δέ ἦταν θεοκίνητη ἡ ὁμιλία τοῦ Πέτρου καί πρός ὅσους τόν ἤλεγχαν τή στιγμή ἐκείνη γιά τή συμπεριφορά του, τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐπέδρασε ἀμέσως στίς καρδιές τῶν ἀκροατῶν καί δέχθηκαν εὐχαρίστως τήν ἀπολογία του καί εἰρήνευσαν.
Δόξαζαν μάλιστα συνεχῶς (εἶναι σέ χρόνο παρατατικό τό ρῆμα «ἐδόξαζον») καί ἔλεγαν συμπερασματικά: Ἑπομένως καί στούς ἐθνικούς, τούς μή Ἰουδαίους, «ὁ Θεός τήν μετάνοιαν ἔδωκεν εἰς ζωήν». Χάρισε καί σ᾿ αὐτούς τή μετάνοια, γιά νά λάβουν καί αὐτοί τή σωτηρία καί ζωή μέσῳ τοῦ Μεσσία Χριστοῦ. Τό συμπέρασμα αὐτό πού βγῆκε ἀβίαστα ἀπό τούς ἀκροατές τῆς ἀπολογίας τοῦ Ἀποστόλου, μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά σκεφθοῦμε μέ συντομία τί σημαίνει, πῶς χαρίζεται καί τί χαρίζει ἡ ἀληθινή μετάνοια.
Πῶς καταλαβαίνουμε τή μετάνοια; Τί εἶναι στήν οὐσία της; Εἶναι συγκλονισμός ψυχῆς. Πονεῖ, θλίβεται βαθύτατα ἡ ψυχή γιά τήν ἕως τώρα ἀπρόσεκτη καί ἁμαρτωλή ζωή της, μέ τήν ὁποία ἀψηφοῦσε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, δέν Τόν ἀγαποῦσε ὅσο ἔπρεπε, δέν Τόν λάτρευε εὐλαβικά κλπ. Αὐτός ὁ βαθύτατος πόνος τῆς ψυχῆς γιά τίς παραβάσεις τοῦ θελήματος τοῦ Κυρίου προκαλεῖ κατάνυξη καί ντροπή γιά τήν ψυχική μας κατάσταση καί ἀποστροφή πρός τήν ἁμαρτία.
Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά αὐτά πού γράφει σχετικά ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Αἰσχύνθητι λοιπόν, ἀδελφέ, πῶς ἐσύ ἔπραξες ἀλλεοτρόπως ἕως τώρα καί ἔκαμες τόσον μεγάλον ἄδικον εἰς τόν Θεόν σου κάθε φοράν ὅπου ἁμάρτησες, διότι ἐπροτίμησες καλλίτερα τήν ἁμαρτίαν ἀπό τόν Θεόν. Βδελύξου ἄκρως αὐτήν τήν ἀδικίαν· κάμε ἀπόφασιν νά ἀγαπᾷς τόν Θεόν ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, καί νά προτιμήσῃς καλλίτερα νά ἀποθάνῃς παρά νά δεχθῇς τήν ἁμαρτίαν ἄλλην φοράν εἰς τήν καρδίαν σου» («Πνευματικά Γυμνάσματα», Μελέτη ΙΖ´).
Αὐτό σημαίνει μετάνοια. Πῶς ὅμως βιώνεται μιά τέτοια ψυχική πραγματικότητα; Μέ τή βοήθεια καί Χάρι τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ποθεῖ τή μετάνοια καί σωτηρία μας. Δέν εἶναι μόνο δικό μας κατόρθωμα. Ὁ Θεός εἶναι πού «ἀφυπνίζει τάς κοιμωμένας συνειδήσεις. Καί αὐτός διεγείρει τήν θέλησιν τοῦ ἁμαρτωλοῦ νά ζητήσῃ τό ἔλεος αὐτοῦ» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Γι᾿ αὐτό καί πολλοί ἱεροί ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς παρακινοῦν νά καταφεύγουμε στόν ἐλεήμονα Θεό καί νά Τόν ἱκετεύουμε νά μᾶς δώσει τήν ἀληθινή μετάνοια πού σώζει. Θυμάστε κάποιους σχετικούς ὕμνους; «Ἐλέησον ἡμᾶς τούς πταίοντάς σοι πολλά καθ᾿ ἑκάστην ὥραν, ὦ Χριστέ μου, καί δός πρό τέλους τρόπους τοῦ μετανοεῖν σοι». «Μετάνοιαν οὐ κέκτημαι, ἀλλ᾿ οὐδέ πάλιν δάκρυα· διά τοῦτο ἱκετεύω σε, Σωτήρ, πρό τέλους ἐπιστρέψαι καί δοῦναί μοι κατάνυξιν, ὅπως ρυσθήσωμαι τῆς κολάσεως».
Αὐτή ἡ οὐρανόσταλτη μετάνοια ὁδηγεῖ «εἰς ζωήν», λέει ὁ τελευταῖος στίχος τῆς περικοπῆς μας. Πῶς τό καταλαβαίνουμε αὐτό; Τί εἴδους εἶναι ἡ ζωή αὐτή; Ζωή εἰρήνης, ζωή χαρᾶς καί εὐτυχίας, πού ἀρχίζει ἀπό ἐδῶ καί ἐκτείνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ μετάνοια «εἶναι ἀρχή ζωῆς πνευματικῆς. Πᾶς ἀληθῶς μετανοῶν διά τάς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἀποδεικνύει τήν μετάνοιάν του ταύτην διά νέας, ἁγίας, οὐρανίας, καί θείας ζωῆς… Καί ἀρχίζει εὐθύς νέαν ζωήν, ἥτις τελειουμένη ἐν τῷ μέλλοντι βίῳ θά εἶναι αὐτή ἡ αἰωνία καί μακαρία ζωή» (Π. Ν. Τρεμπέλας) (Βλ. Ἰεζ. ιη´ 23, 31- 32, Ματθ. γ´ 8).
ΣΥΝΘΗΜΑ: «Ὁ Θεός τήν μετάνοιαν ἔδωκεν εἰς ζωήν» (Πράξ. ια΄ 18).


