ΘΕΜΑ: Θά μᾶς ἀνοίξει, ἄν Τοῦ ἀνοίξουμε
ΕΒΔΟΜΑΔΑ: 25 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 2024
ΑΡΘΡΟ:«Θά μᾶς ἀνοίξει, ἄν Τοῦ ἀνοίξουμε», «Ο ΣΩΤΗΡ», τεῦχ. 2313/15.7.24/σελ. 317-318.
ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:Ἀποκ. γ΄ 20· Λουκ. ιγ΄ 24-27· Ματθ. κε΄ 1-13.
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ: Γ. Γ. Ψαλτάκη, «Μηνύματα ἀπό τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως», ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», σελ. 59-68, Ἀθήνα 20247.
Μεταφορτώσεις
|
Θέμα για τους κυκλάρχες |
Άρθρο |
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Τρεῖς ἁγιογραφικές εἰκόνες θά μελετήσουμε στό θέμα τοῦ Κύκλου πού θά κάνουμε σήμερα. Στήν πρώτη εἰκόνα ὁ Κύριος χτυπᾶ διακριτικά τήν πόρτα τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μας καί περιμένει νά Τοῦ ἀνοίξουμε. Στή δεύτερη εἰκόνα χτυποῦμε ἐμεῖς τήν πόρτα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί παρακαλοῦμε τόν Κύριο νά μᾶς ἀνοίξει. Καί στήν τρίτη εἰκόνα χτυποῦμε ἐμεῖς σάν ἄλλες μωρές παρθένες τήν πόρτα τοῦ θείου Νυμφῶνος καί παρακαλοῦμε τόν Νυμφίο Χριστό νά μᾶς ἀνοίξει. Μελετώντας τίς τρεῖς αὐτές ἁγιογραφικές εἰκόνες, θά καταλήξουμε στό συμπέρασμα ὅτι προαπαιτούμενο γιά νά μᾶς ἀνοίξει ὁ Κύριος τή θύρα τῆς Βασιλείας Του, τή θύρα τοῦ θείου Νυμφῶνος Του, εἶναι πρῶτοι ἐμεῖς νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν πόρτα τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μας, ὅταν χτυπάει καί μᾶς λέει: «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω»! Θά μᾶς ἀνοίξει, ἄν Τοῦ ἀνοίξουμε.
Α΄ ΜΕΡΟΣ: Θά μᾶς ἀνοίξει, ἄν Τοῦ ἀνοίξουμε
1. Θά διαβάσουμε τό πρῶτο Μέρος τοῦ ἄρθρου «Θά μᾶς ἀνοίξει, ἄν Τοῦ ἀνοίξουμε», «Ο ΣΩΤΗΡ», τεῦχ. 2313/15.7.24/σελ. 317-318, ἕως ἐκεῖ πού λέει: «ν᾿ ἀνοίξουμε σ᾿ Ἐκεῖνον, πού θά μᾶς δώσει τή δική του μοναδική εἰρήνη καί χαρά», σελ. 318, α΄ στήλη, καί θά ρωτήσουμε τά Μέλη: Ἀπό ποιό βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι παρμένη ἡ πρώτη εἰκόνα τοῦ ἄρθρου καί τί μᾶς λέει; (Σκέψεις Μελῶν…) Εἶναι παρμένη ἀπό τό προφητικό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως καί μᾶς λέει ὅτι ὁ Κύριος, παρόλο πού εἶναι ὁ Νικητής τοῦ θανάτου, ὁ καθαιρέτης τοῦ Ἅδη· παρόλο πού μετά τήν Ἀνάσταση καί τήν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς βρίσκεται «ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός»· παρόλο πού Τοῦ ἔχει δοθεῖ «πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς», γυρνᾶ σάν ζητιάνος ἀπό χώρα σέ χώρα, ἀπό πόλη σέ πόλη, ἀπό χωριό σέ χωριό, ἀπό πόρτα σέ πόρτα, χτυπᾶ διακριτικά τήν πόρτα τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί περιμένει νά Τοῦ ἀνοίξουμε.
2. Τί θαυμάζουμε στήν ὑπέροχη αὐτή εἰκόνα τῆς Ἀποκαλύψεως; (Σκέψεις Μελῶν…) α) Πρωτίστως θαυμάζουμε ὅτι ὁ Θεός στόν Ὁποῖο πιστεύουμε εἶναι ταπεινός: «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια΄ 29). Ἐνῶ βρίσκεται δοξασμένος στά δεξιά τοῦ Πατρός καί Τοῦ δόθηκε κάθε ἐξουσία στόν οὐρανό καί στή γῆ, χτυπᾶ τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας μέ τήν ταπεινή μορφή τοῦ ζητιάνου. Ἐνῶ ὁ Ἴδιος εἶναι «ἡ θύρα» (Ἰω ι΄ 7,9), καί μᾶς προέτρεψε «κρούετε, καί ἀνοιγήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ΄ 7· Λουκ ια΄ 9), συγκαταβαίνει νά στέκεται Αὐτός στή θύρα τῆς ψυχῆς κάθε ἀνθρώπου καί νά χτυπᾶ. Κι ἐνῶ ὅλοι οἱ ζητιάνοι χτυποῦν τήν πόρτα μας γιά νά ζητήσουν κάτι, ὁ Κύριος χτυπᾶ τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας, γιά νά μᾶς δώσει τή δική Του μοναδική εἰρήνη καί χαρά.
β) Ἐπίσης θαυμάζουμε τό γεγονός ὅτι ἡ πόρτα τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μας, ὅπως τήν ἀπεικονίζουν οἱ ἁγιογράφοι, δέν ἔχει ἐξωτερικό χερούλι, πού σημαίνει ὅτι ἀνοίγει μόνο ἀπό μέσα. Ὁ Κύριος σέβεται τήν ἐλευθερία μας. Κάνει βέβαια τήν ἀρχή, ἐπειδή μᾶς ἀγαπᾶ, καί μᾶς πλησιάζει. Δέν ὑπερβαίνει ὅμως τό σύνορο τῆς ἐλευθερίας μας, μέ τήν ὁποία μᾶς προίκισε ὁ ῎Ιδιος. Περιμένει τήν ἐλεύθερη δική μας ἀνταπόκριση. Γιά νά εἰσέλθει στόν οἶκο τῆς ψυχῆς μας, πρέπει νά Τοῦ ἀνοίξουμε ἐμεῖς.
γ) Ἀκόμη προσέχουμε ὅτι ὁ Κύριος δέν χτυπᾶ τήν πόρτα τῆς ψυχῆς ἑνός μόνον ἀνθρώπου, ἀφήνοντας τούς ὑπόλοιπους παραπονεμένους, ἀλλά χτυπᾶ τήν πόρτα τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου, διότι «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4). Κανέναν ἄνθρωπο δέν ἀφήνει ἔξω ἀπό τό στοργικό ἐνδιαφέρον Του. Πρός ὅλους δείχνει τήν ἀγάπη Του καί γιά τόν καθένα φέρνει τίς κατάλληλες συνθῆκες καί περιστάσεις, γιά νά συνδεθεῖ μαζί Του καί νά σωθεῖ.
3. Οἱ ἄνθρωποι ἀνταποκρινόμαστε, ὅταν χτυπάει ὁ Κύριος; Τοῦ ἀνοίγουμε; (Σκέψεις Μελῶν…) Πολλές φορές κωφεύουμε, ὅταν χτυπᾶ ὁ Κύριος. Δέν σπεύδουμε νά Τοῦ ἀνοίξουμε. Ἀσχολούμαστε μέ ποικίλες ἀσχολίες τῆς καθημερινότητας καί δέν στήνουμε αὐτί νά Τόν ἀκούσουμε. Δέν ἀποκλείεται πολλοί νά Τόν θεωροῦν καί ἀνεπιθύμητο ἐπισκέπτη. Τούς ἐνοχλοῦν τά διακριτικά χτυπήματά Του στόν οἶκο τῆς ψυχῆς τους. Μερικοί Τόν διώχνουν τελείως, ὅπως Τόν ἔδιωξαν οἱ Σαμαρεῖτες: «καί οὐκ ἐδέξαντο αὐτόν» (Λουκ. θ΄ 53)! Τί τραγικό, ἀλήθεια! Νά ἔρχεται ὁ Κύριος, γιά νά φέρει τήν εὐτυχία στήν ψυχή μας καί στό σπίτι μας, κι ἐμεῖς νά μήν Τοῦ ἀνοίγουμε! Ἀφήνουμε ἀπέξω! Ποιόν; Τόν εὐεργέτη Χριστό, τόν Σωτήρα καί Λυτρωτή μας!
Β΄ ΜΕΡΟΣ: «Κύριε Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν»
1. Ἔπειτα θά διαβάσουμε τό ὑπόλοιπο ἄρθρο καί θά ρωτήσουμε τά Μέλη: Ποιά εἰκόνα περιγράφει τό δεύτερο Μέρος τοῦ ἄρθρου καί τί μᾶς λέει; (Σκέψεις Μελῶν…) Περιγράφει ἀπό τό κατά Λουκᾶν ἱερό Εὐαγγέλιο, κεφ. ιγ΄, στίχοι 24-27 μία ἄλλη εἰκόνα, στήν ὁποία δέν χτυπᾶ ὁ Θεός τήν πόρτα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά χτυποῦν οἱ ἄνθρωποι τήν πόρτα τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ Κύριος στήν περικοπή: «Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διά τῆς στενῆς πύλης», νά ἀγωνίζεσθε νά μπεῖτε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀπό τή στενή πόρτα, διότι πολλοί πού ἔχουν χαλαρή διάθεση θά ζητήσουν νά μποῦν καί δέν θά τό ἐπιτύχουν. Ὅταν μάλιστα περάσει ἡ ὥρα καί σηκωθεῖ ὁ Χριστός, ὁ νοικοκύρης τῆς Βασιλείας, καί κλείσει τή θύρα – κι αὐτό θά συμβεῖ τήν ὥρα τοῦ θανάτου γιά τόν καθέναν ξεχωριστά καί στή Δευτέρα Παρουσία γιά ὅλους – κι ἀρχίσετε ἐσεῖς νά στέκεσθε ἀπέξω καί νά χτυπᾶτε τή θύρα λέγοντας· «Κύριε Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν»· Ἐκεῖνος τότε θά σᾶς ἀπαντήσει: «Οὐκ οἶδα πόθεν ἐστέ». Δέν σᾶς ξέρω ἀπό ποῦ εἶστε. Τότε θά ἀρχίσετε νά λέτε: Ἐμεῖς φάγαμε καί ἤπιαμε μπροστά Σου, διότι λάβαμε μέρος στή θεία Λατρεία, καί μᾶς δίδαξες στίς πλατεῖες μας, ὅπου ἤμασταν κι ἐμεῖς καί Σέ ἀκούσαμε. Καί θά πεῖ τότε ὁ Οἰκοδεσπότης: Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι δέν σᾶς ξέρω ἀπό ποῦ εἶστε καί ἀπό ποιόν κατάγεσθε. Διότι δέν φροντίσατε νά ἀναγεννηθεῖτε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Δέν μοῦ ἀνοίξατε ποτέ τή θύρα τῆς ψυχῆς σας. Δέν σᾶς γνώρισα ποτέ ὡς φίλους καί οἰκείους μου. «Ἀπόστητε ἀπ᾿ ἐμοῦ», φύγετε μακριά μου ὅλοι ἐσεῖς πού ἐργασθήκατε στή ζωή σας τήν ἀνομία.
2. Ποιό δίδαγμα ἀντλοῦμε ἀπό τήν περικοπή αὐτή; (Σκέψεις Μελῶν…) Ἀντλοῦμε τό δίδαγμα, ὅτι ὅσοι δέν ἀνταποκρίνονται στά διακριτικά χτυπήματα τοῦ Κυρίου στόν οἶκο τῆς ψυχῆς τους καί δέν Τοῦ ἀνοίγουν τή θύρα, ὅταν αὐτοί θά χτυποῦν τή θύρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, θά τή βροῦν κλειστή. Οἱ ἀσεβεῖς λένε στήν παρούσα ζωή μέ θρασύτητα στόν Θεό: «ἀπόστα ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι» (Ἰώβ κα΄ 14). Φύγε μακριά ἀπό μένα, Θεέ μου. Δέν θέλω νά γνωρίζω τούς δρόμους τῶν ἐντολῶν Σου. Τοῦ κλείνουν τήν πόρτα. Ἐφόσον αὐτοί Τοῦ κλείνουν τήν πόρτα, καί ὁ Χριστός δέν θά τούς ἀνοίξει τή θύρα τῆς Βασιλείας Του. Θά τούς πεῖ: Φύγετε μακριά μου ὅλοι ἐσεῖς πού ἐργασθήκατε στή ζωή σας τήν ἀνομία.
Γ΄ ΜΕΡΟΣ: «καί ἐκλείσθη ἡ θύρα»
1.Ἔπειτα θά διαβάσουμε ὡς ἁγιογραφικό Ἀνάγνωσμα ἤ θά διηγηθοῦμε μέ δικά μας λόγια τήν παραβολή τῶν δέκα παρθένων (Ματθ. κε΄ 1-13) καί θά ἑστιάσουμε στό σημεῖο ἐκεῖνο πού οἱ πέντε μωρές παρθένες, πού δέν εἶχαν «τό ἔλαιον τῆς ἀγάπης», «καιομένην λαμπάδα τήν ἐξ ἀρετῶν», «τό λάδι τῆς ἐσωτερικῆς θερμότητος καί δυνάμεως», ὅταν πῆγαν νά ἀγοράσουν λάδι γιά τά λυχνάρια τους, ἦλθε ὁ Νυμφίος Χριστός καί οἱ ἕτοιμες παρθένες μπῆκαν μαζί Του στόν θεῖο Νυμφώνα τῆς Βασιλείας Του καί ἔκλεισε ἡ θύρα. Ὕστερα ἔφθασαν κι αὐτές καί φώναζαν ἀπέξω: Κύριε, Κύριε, ἄνοιξέ μας. Καί ὁ Νυμφίος Χριστός τίς εἶπε: Ἀληθινά σᾶς λέω, δέν σᾶς γνωρίζω.
2. Ποιό δίδαγμα ἀντλοῦμε ἀπό τήν περικοπή αὐτή; (Σκέψεις Μελῶν…) Ἀντλοῦμε τό δίδαγμα, ἡ ψυχή μας νά λάμπει ἀπό τό φῶς τῆς ἀρετῆς καί νά εἴμαστε ἐφοδιασμένοι μέ τό λάδι τῆς ἐσωτερικῆς θερμότητος καί δυνάμεως καί νά εἴμαστε πάντοτε ἄγρυπνοι καί ἕτοιμοι, περιμένοντας τόν ἐρχομό τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας. Τό ζητούμενο εἶναι νά μή μείνουμε «ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ», κάτι πού κινδυνεύουμε νά τό πάθουμε, ἐάν δέν γρηγοροῦμε καί δέν προσέχουμε· ἐάν δέν καλλιεργοῦμε ὅλες τίς ἀρετές, καί ἰδιαίτερα τή βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, τήν ἀγάπη καί τή φιλανθρωπία. Στήν παραβολή τῶν δέκα παρθένων φαίνεται πολύ καθαρά ὅτι τό παθαίνουν πολλοί αὐτό (πέντε στούς δέκα), ἐπειδή ζοῦν ἀπρόσεκτη ζωή· ἐπειδή δέν καλλιεργοῦν ὅλες τίς ἀρετές καί ἰδιαίτερα τήν ἀγάπη καί τή φιλανθρωπία.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ἕνα μεγάλο ποσοστό ἀνθρώπων μοιάζουμε σάν νά εἶναι βουλωμένα τά αὐτιά μας. Δέν στήνουμε αὐτί νά ἀκούσουμε τά διακριτικά χτυπήματα τοῦ Κυρίου στόν οἶκο τῆς ψυχῆς μας. Κρατοῦμε κλειστή τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας στόν Χριστό. Δέν Τοῦ ἀνοίγουμε! Ἕνα μεγάλο ποσοστό ἀνθρώπων πηγαίνουμε κάπου-κάπου στήν ἐκκλησία, πηγαίνουμε σέ καμιά ὁμλία ἤ στόν Κύκλο καμιά φορά, ἀκοῦμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν τόν ἐφαρμόζουμε! Ἕνα μεγάλο ποσοστό ἀνθρώπων χαλαρώνουμε «ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐργασίας ρεμβόμενοι» καί διατρέχουμε τόν ἔσχατο κίνδυνο νά μείνουμε ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ, ὅπως ἔμειναν ἐκτός Νυμφῶνος οἱ πέντε μωρές παρθένες. Νά μή συνεχίσουμε νά ζοῦμε «ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ», ἀλλά νά μαλακώσουν οἱ καρδιές μας, νά ἀνοίγουμε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας στόν Χριστό, νά ζοῦμε κατά Θεόν, νά ἔχουμε ἀναμμένη τή λαμπάδα τῆς ψυχῆς μας «τήν ἐξ ἀρετῶν», νά δείχνουμε ἀγάπη στούς ἐλάχιστους ἀδελφούς τοῦ Κυρίου μας, γιά νά ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς νά «συνεισέλθουμε» στούς οὐράνιους γάμους Του καί νά μᾶς ἀναδείξει συνδαιτυμόνες εὔθυμους τῆς «δεσποτικῆς ξενίας» τῆς θείας Βασιλείας Του! Ἀμήν.
ΣΥΝΘΗΜΑ
«Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω» (Ἀποκ. γ΄ 20).
Τό ἑπόμενο θέμα μας θά εἶναι ἀπό τό ἄρθρο «Τόν νοιάζει μόνο ὁ ἑαυτός του…», «Ο ΣΩΤΗΡ», τεῦχ. 2313/15.7.24/σελ. 335-336.


