Συμβασιλεῖς καί σύνθρονοι Χριστοῦ

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 15 Νοεμβρίου 2020, κγ΄ ἐπιστολῶν (Ἐφ. β΄ 4-10)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ᾿ ἡμᾶς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν.

1. ΜΑΣ ΑΝΕΣΤΗΣΕ ΣΕ ΝΕΑ ΖΩΗ

Μέ­σα σέ λί­γες γραμ­μές ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς πα­ρου­σιά­ζει τό μέ­γα μυ­στή­ριο τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ πρός τόν ἄν­θρω­πο, τίς δι­α­δο­χι­κές ἐ­νέρ­γει­ές του γιά τή σω­τη­ρί­α μας πού ἐκ­φρά­ζον­ται ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά μέ τίς τρεῖς λέ­ξεις «συ­νε­ζω­ο­ποί­η­σε, συ­νή­γει­ρε, συ­νε­κά­θι­σε». Ὁ Θε­ός πού εἶ­ναι πλού­σιος σέ ἔ­λε­ος, λέ­ει, μᾶς ἀ­γά­πη­σε τό­σο πο­λύ ὥ­στε ἐ­νῷ ἐ­μεῖς εἴ­μα­σταν πνευ­μα­τι­κά νε­κροί ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἁμαρτιῶν μας, μᾶς ζω­ο­ποί­η­σε πνευ­μα­τι­κῶς καί μᾶς ἀ­νέ­στη­σε μα­ζί μέ τόν Χρι­στό.

Μέσα σέ λίγες λέξεις λοιπόν πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ θα­να­τη­φό­ρος πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους με­τά τήν πτώ­ση τῶν πρω­το­πλά­στων καί ἡ ζω­ο­ποι­ός πα­ρέμ­βα­ση τοῦ Θε­οῦ πού ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιά νά δώ­σει ζω­ή στόν ἑ­τοι­μο­θά­να­το ἄν­θρω­πο καί νά τόν ἀ­να­στή­σει μέ τήν δύ­να­μη τῆς δι­κῆς του ἀ­να­στά­σε­ως. Διότι ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ὡς τέ­κνα τῆς ἀ­πο­στα­σί­ας εἴχαμε πεθάνει πνευ­μα­τι­κῶς μα­κρυ­ά ἀ­πό τόν Θε­ό καί τήν χά­ρη του. Ἡ ἁ­μαρ­τί­α εἶ­χε πα­ρα­λύ­σει τά πνευ­μα­τι­κά μας αἰ­σθη­τή­ρια, εἶ­χε κά­νει τίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­ναί­σθη­τες γιά κά­θε­τι κα­λό καί εἶ­χε ἀ­φαι­ρέ­σει ἀ­πό αὐ­τές τήν αἴ­σθη­ση τοῦ οὐ­ρά­νιου καί πνευ­μα­τι­κοῦ κό­σμου. Ὡς νε­κροί ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι δέν μπο­ρού­σα­με νά κά­νου­με ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε ἀπό μό­νοι μας.

Καί ὁ Θε­ός δέν μᾶς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὡς ἀ­πο­στά­τες καί ὡς ἁ­μαρ­τω­λούς. Ἀλλά ἐ­πει­δή ἀ­κρι­βῶς μᾶς ἀ­γά­πη­σε, ἔ­­­δει­­ξε τό πλού­σιο ἔ­λε­ός του σέ μᾶς. Ἔστειλε στήν γῆ τόν μονογενῆ του υἱό κι ἔτσι μέ τόν δι­κό του θά­να­το καί τή δι­κή του ἀ­νά­στα­ση μᾶς συνεζωοποίησε καί μᾶς συ­να­νέ­στη­σε, δη­λα­δή μᾶς ἔ­δω­σε τήν δυ­να­τό­τη­τα νά ἀ­να­στη­θοῦ­με καί νά ζήσουμε πνευ­μα­τι­κῶς. Πέθανε ὁ Χριστός μας γιά νά ζήσουμε ὅλοι ἐμεῖς.

Τώρα πλέον ὅσοι εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι μέ τόν ἀ­να­στη­μέ­νο Κύ­ριο, σω­θή­κα­με ἀ­πό τόν θά­να­το τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί ἀ­να­γεν­νη­θή­κα­με σέ μιά οὐ­ρά­νια πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Ἡ λύ­τρω­ση καί σω­τη­ρί­α μας εἶ­ναι ἤ­δη γε­γο­νός. Ἡ θεί­α χά­ρις ζω­ο­ποί­η­σε τίς νε­κρω­μέ­νες πνευ­μα­τι­κές μας αἰ­σθή­σεις. Τώ­ρα πλέ­ον ἡ ζω­ή μας εἶ­ναι νέ­α ζω­ή, καί προ­­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν ἕ­νω­σή μας μέ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἐ­φό­σον ὁ Χρι­στός ζεῖ, κι ἐ­μεῖς οἱ πι­στοί μπο­ροῦ­με νά ζή­σου­με. Μᾶς τό εἶ­πε αὐ­τό ἄλλωστε ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος «ὅ­τι ἐ­γὼ ζῶ καὶ ὑ­μεῖς ζή­σε­σθε». Ἐφόσον ὁ Χριστός δέν παρέμεινε στόν τάφο, ἀλλά ἀναστήθηκε, μπο­ροῦ­με κι ἐμεῖς νά ἀ­να­­στηθοῦμε πνευματικῶς, νά ζή­σου­με μιά ἄλ­λη οὐ­ρά­νια βι­ο­τή.

Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό θά πρέπει ἀξιοποιήσουμε καί νά κάνουμε κτῆμα μας τήν δυνατότητα τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς. Νά τήν πο­θήσουμε, νά τήν ἀγαπήσουμε, νά τήν ζήσουμε· ἔχοντας ἀταλάντευτη τήν ἀ­πό­φα­ση νά τήν ζήσουμε ὅ­πως ὁ Θε­ός θέ­λει. Δι­ό­τι ὁ Χρι­στός μᾶς ἀ­νέ­στη­σε πνευ­μα­τι­κῶς ὄ­χι γιά νά ἁ­μαρ­τά­νου­με καί νά ζοῦμε μέσα στή θανατηφόρο κυρι­αρ­χία τῆς ἁμαρτίας ἀλ­­λά γιά νά ζοῦ­με μιά νέα ζωή, μέ­­σα στό φῶς καί τήν χά­ρη του.

2. ΜΑΣ ΕΝΘΡΟΝΙΣΕ ΣΤΟΝ ΘΕΪΚΟ ΘΡΟΝΟ

Ὅ­μως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος προ­χω­ρεῖ γιά νά μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τό σχέ­διο τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ μας. Μᾶς λέ­ει ὅ­τι ἐ­φό­σον ὁ θεάνθρωπος Κύριος πού εἶ­ναι ἡ κε­φα­λή μας μέ τήν Ἀ­νά­λη­ψή του κά­θι­σε στόν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ καί ὡς ἄνθρωπος, μᾶς ἔ­δω­σε τήν δυ­να­τό­τη­τα νά κα­θί­σου­με κι ἐμεῖς μα­ζί του στόν ἐ­που­ρά­νιο θρόνο. Νά γί­νου­με σύν­θρο­νοι Θε­οῦ. Νά κα­θί­σου­με στόν θε­ϊ­κό θρό­νο ὡς κα­τά χά­ριν θε­οί.

Τί μπο­ροῦ­με βέ­βαι­α νά κα­τα­νο­ή­σου­με ἀ­πό τό αὐ­τό τό φο­βε­ρό με­γα­λεῖ­ο τό ὁ­ποῖ­ο μᾶς ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ὁ Κύ­ριος καί Θε­ός μας. Τώ­ρα δέν μποροῦμε οὔτε κάν νά τό φαντασθοῦμε. Τό ἐλ­πί­ζου­με βέβαια, τό πε­ρι­μέ­νου­με, τό προσ­δο­κοῦ­με. Τό βλέ­που­με αἰ­νιγ­μα­τι­κῶς σάν μέ­σα ἀ­πό κα­θρέ­πτη. «Διά πί­στε­ως πε­ρι­πα­τοῦ­μεν, οὐ διά εἴ­δους». Στήν ἄλ­λη ζω­ή ὅμως θά γνω­ρί­σου­με πλήρως καί θά ἐ­κτι­μή­σου­με τό ἄ­πει­ρο ἔ­λε­ος καί τήν ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη ἀ­γά­πη τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἐ­κεῖ ὅ­που δέν θά εἴ­μα­στε μό­νον δοῦ­λοι τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀλ­λά θά ἔ­χου­με συ­να­νυ­ψω­θεῖ γιά νά συμ­βα­σι­λεύ­σου­με μα­ζί του. Θά κα­θό­μα­στε μα­ζί του στό θρό­νο του. Θά ἀ­τε­νί­ζου­με μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους τόν βα­σι­λέ­α μας πρό­σω­πον πρός πρό­σω­πον, καί θά συμ­βα­σι­λεύ­ουμε μαζί του.

Πό­σο μεγάλο καί ἀπροσμέτρητο εἶ­ναι τό μέ­γε­θος τῆς ἀ­γά­πης καί τοῦ πλού­του τοῦ Κυ­ρί­ου. Πό­σο ψη­λά θέ­λει νά μᾶς ἀ­νε­βά­σει Αὐτός πού τό­σο πο­λύ­ μᾶς ἀ­γά­πη­σε!  

Γιά νά γί­νου­με ὅ­μως ὅ­λα αὐ­τά­ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στόν­ κα­θέ­να μας θά πρέ­πει κι ἐ­μεῖς νά ἔ­χου­με κά­ποι­ες προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Νά εἴ­μα­στε δηλαδή, ἀ­πό αὐ­τή τήν ζω­ή ἑ­νω­μέ­νοι μέ τόν Κύ­ριο. Νά ζοῦ­με μέ­σα στήν χά­ρη του, καί νά πο­λι­τευ­ό­μα­στε ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος θέ­λει. Μέ τήν δική του δύναμη νά πε­ρι­φρο­νοῦ­με κα­θη­με­ρι­νά τήν ἁ­μαρ­τω­λή μα­ται­ό­τη­τα τοῦ κό­σμου κά­ι νά ἔ­χου­με στραμ­μέ­να τά μά­τια μας καί τήν καρ­διά μας στούς οὐ­ρα­νούς. Νά πε­τοῦ­με πά­νω ἀ­πό τόν αἰ­σθη­τό κό­σμο καί νά ἀ­να­στρε­φό­μα­στε ἀ­πό αὐ­τήν τήν ζω­ή μέ τόν οὐ­ρά­νιο. Ἄ­νω σχῶ­μεν τάς καρ­δί­ας. Ζῶν­τας μέ τήν στα­θε­ρή προσ­δο­κί­α τοῦ οὐρανοῦ καί πο­θῶν­τας ὅ­σο τό δυ­να­τόν συν­το­μό­τε­ρα νά εἰ­σέλ­θου­με σ’­αὐ­τόν.