ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (2/2)

Ἀπόστολος: 2ας Φεβρ. (Ἑβρ. ζ΄ 7-17)

7 χωρὶς δὲ πάσης ἀντιλογίας τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται. 8 καὶ ὧδε μὲν δεκάτας ἀποθνήσκοντες ἄνθρωποι λαμβάνουσιν, ἐκεῖ δὲ μαρτυρούμενος ὅτι ζῇ. 9 καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, διὰ Ἀβραὰμ καὶ Λευῒ ὁ δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται· 10 ἔτι γὰρ ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ἦν ὅτε συνήντησεν αὐτῷ ὁ Μελχισεδέκ. 11 Εἰ μὲν οὖν τελείωσις διὰ τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν· ὁ λαὸς γὰρ ἐπ’ αὐτῇ νενομοθέτητο· τίς ἔτι χρεία κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρὼν λέγεσθαι; 12 μετατιθεμένης γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται. 13 ἐφ’ ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα, φυλῆς ἑτέρας μετέσχηκεν, ἀφ’ ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ. 14 πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε. 15 Καὶ περισσότερον ἔτι κατάδηλόν ἐστιν, εἰ κατὰ τὴν ὁμοιότητα Μελχισεδὲκ ἀνίσταται ἱερεὺς ἕτερος, 16 ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς σαρκικῆς γέγονεν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου· 17 μαρτυρεῖ γὰρ ὅτι σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

7 Καί βέβαια εἶναι ἀναντίρρητο καί ὁμολογημένο ὅτι τό μικρότερο καί κατώτερο εὐλογεῖται ἀπό τό μεγαλύτερο καί ἀνώτερο. Γιά νά εὐλογήσει λοιπόν ὁ Μελχισεδέκ τόν Ἀβραάμ, σημαίνει πώς ἦταν ἀνώτερός του. 8 Κι ἐδῶ βέβαια στό Μωσαϊκό νόμο παίρνουν δεκάτες ἄνθρωποι πού πεθαίνουν. Ἐκεῖ ὅμως στήν περίπτωση τοῦ Ἀβραάμ πῆρε δεκάτη ὁ Μελχισεδέκ, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖται ὅτι ζεῖ, διότι ἡ Ἁγία Γραφή δέν μιλάει γιά θάνατο τοῦ Μελχισεδέκ. 9 Καί μέ λίγα λόγια, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς ὅτι, δίνοντας ὁ Ἀβραάμ τή δεκάτη στόν Μελχισεδέκ, στό πρόσωπο τοῦ Ἀβραάμ ἔχει δώσει δεκάτη στόν Μελχισεδέκ καί ὁ ἴδιος ὁ Λευΐ, πού εἰσπράττει δεκάτες ἀπό τούς ἀδελφούς του. 10 Ἔχει δώσει λοιπόν καί ὁ Λευΐ δεκάτη στόν Μελχισε­δέκ, διότι, παρόλο πού δέν ἦταν τότε ἀκόμη γεννημέ­νος, ἦταν ὅμως στή μέση, δηλαδή στό κέντρο τῆς γενετησίου λειτουργίας τοῦ παπποῦ του Ἀβραάμ ὅταν τόν συνάντησε ὁ Μελχισεδέκ καί πῆρε ἀπ’ αὐτόν τή δεκάτη. Ἀφοῦ λοιπόν ἔδωσε στόν Μελχισεδέκ δεκάτη καί ὁ Λευΐ, σημαίνει ὅτι ὁ Μελχισεδέκ ἦταν ἀνώτερος ἀπό τούς ἱερεῖς καί ἀρχιερεῖς πού κατάγονται ἀπό τόν Λευΐ. 11 Ἄς δοῦμε τώρα ποιό συμπέρασμα βγαίνει ἀπ’ ὅσα εἴ­παμε. Ἐάν ἦταν δυνατόν νά κατορθωθεῖ ἡ τέλεια σχέ­­ση καί συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό διαμέσου τῆς λευ­ϊτικῆς ἱερωσύνης, πού ἦταν κάτι τό οὐσιῶδες γιά ὅλη τή Μωσαϊκή νομοθεσία – διότι ὁ λαός εἶχε λάβει τό νόμο στηριγμένο καί θεμελιωμένο στήν ἱερωσύνη αὐ­τή – ποιά ἀνάγκη ὑπῆρχε πλέον νά ἀναδειχθεῖ ἄλ­λος ἱερεύς «κατά τήν τάξη Μελχισεδέκ», καί νά μήν ὀνο­μάζεται καί ὁ νέος ἱερεύς, ἱερεύς «κατά τήν τάξη Ἀα­ρών»; Ἦταν λοιπόν ἀνεπαρκής ἡ παλαιά ἱερωσύνη, καί γι’ αὐτό ἀναδείχθηκε ἀπό τόν Θεό νέα ἱερωσύνη. Ἀλλά αὐτό συνεπιφέρει καί μεταβολή τοῦ νόμου. 12 Διότι ὅταν μεταβάλλεται καί ἀλλάζει ἡ ἱερωσύνη, πά­νω στήν ὁποία στηριζόταν ἡ Μωσαϊκή νομοθεσία, ἀναγκαστικά ἐπακολουθεῖ καί ἀλλαγή νόμου, καί ἀντι­κα­θίσταται ἔτσι ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀπό τή Νέα. 13 Πράγματι μετατέθηκε καί ἀντικαταστάθηκε ἡ λευϊτική ἱερωσύνη. Διότι ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο λέγονται αὐτά καί τόν ὁποῖο συμβόλιζε ὁ Μελχισεδέκ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός δηλαδή, κατάγεται ἀπό ἄλλη φυλή, ἀπό τήν ὁποία κανείς δέν ὑπηρέτησε καί δέν πλησίασε ὡς ἱερεύς στό θυ­σιαστήριο. 14 Διότι εἶναι φανερό ὅτι ὁ Κύριός μας σάν ἥλιος τῆς δι­καιοσύνης ἀνέτειλε ἀπό τή φυλή τοῦ Ἰούδα. Γιά τή φυλή ὅμως αὐτή δέν ἀνέφερε τίποτε γιά ἱερωσύνη ὁ Μω­υσῆς. 15 Καί γίνεται ἀκόμη περισσότερο φανερό ὅτι ἡ λευϊτική ἱερωσύνη καί ἡ Παλαιά Διαθήκη μετατέθηκαν καί ἀντικαταστάθηκαν, ἀπό τό ὅτι ἀναδείχθηκε ἄλλος ἱε­ρεύς, ὅμοιος μέ τόν Μελχισεδέκ. 16 Καί ὁ νέος αὐτός ἱερεύς, ὁ Χριστός δηλαδή, ἔγινε ἱε­ρεύς ὄχι σύμφωνα μέ κάποιο νόμο πού οἱ ἐντολές του ἀναφέρονται σέ ἐξωτερικά καί πρόσκαιρα πράγματα, καί γενικότερα στήν κάθαρση τῆς σάρκας· ἀλλά ἔγινε ἱε­ρεύς μέ τή δύναμη τοῦ Πατρός καί τή δική του. Καί ἡ δύναμη αὐτή εἶναι δύναμη ζωῆς πού δέν καταλύεται ἀπό τό θάνατο, ἀλλά εἶναι αἰώνια. 17 Καί εἶναι δύναμη αἰώνιας ζωῆς, διότι δίνει μαρτυρία ἡ Ἁγία Γραφή γιά τόν νέο ἱερέα Χριστό ὅτι «ἐσύ εἶσαι ἱε­ρεύς αἰώνιος κατά τήν τάξη Μελχισεδέκ».