Ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος, Ἐπίσκοπος Σεβίλλης

Στὶς 4 Ἀπριλίου ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει μιὰ σπάνια χαρισματικὴ μορφὴ ποὺ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰώνα καὶ ἔδρασε στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἱσπανίας πολὺ πρὶν ξεσπάσει τὸ φοβερὸ σχίσμα μεταξὺ Ἀ­νατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ δημιούργησε ὁ ἑωσφορισμὸς τοῦ Πάπα.

Πρόκειται γιὰ τὸν ἅγιο Ἰσίδωρο, Ἐπίσκοπο Σεβίλλης, ποὺ γεννήθηκε γύρω στὸ 560 στὴν Καρθαγένη τῆς Ἱσπανίας. Οἱ γονεῖς του ὑπῆρξαν ἄνθρωποι θεοσεβεῖς καὶ εἶχαν ρίζες ἀριστοκρατικές.

Ὅταν ὁ Ἰσίδωρος ἦταν σὲ βρεφικὴ ἡλικία, ἡ παράδοση μᾶς ἀναφέρει πὼς ἡ τροφός του τὸν ἄφησε σὲ κάποιο ἀνθισμένο κῆπο. Καὶ ἐκεῖ ἕνα σμῆνος μελισσῶν περικύκλωσε τὸ βρέφος ἀφήνοντας στὰ χείλη του ἴχνη ἀπὸ ἁγνὸ μέλι· προμηνύοντας ἔτσι τὸ μελλοντικὸ ἔκτακτο χάρισμα ποὺ θὰ λάμβανε ἀπὸ τὸν Θεό, τῆς μεγάλης εὐφράδειας καὶ εὐγλωττίας.

Σὲ μικρὴ ἡλικία ὁ Ἰσίδωρος ἔχασε τὸν πατέρα του. Οἱ πρῶτες ἐπιδόσεις στὸ Σχολεῖο ἦταν ἀπογοητευτικές. Κάποτε μάλιστα δραπέτευσε, γιατὶ δὲν ἄντεχε ἄλλο τὸν κόπο τῆς μελέτης. Καὶ ἔφθασε σ’ ἕνα πηγάδι γιὰ νὰ ξαποστάσει. Κάθισε ἐκεῖ καὶ παρατηροῦσε ἐπίμονα τὸ χονδρὸ σκοινὶ τοῦ δοχείου ποὺ ἦταν ἀφημένο στὰ πέτρινα χείλη τοῦ πηγαδιοῦ. Καὶ τί ἔβλεπε; Καθὼς κατέβαινε τὸ δοχεῖο στὸ πηγάδι, στὰ σημεῖα ποὺ τὸ σκοινὶ ἐρχόταν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν πέτρα, τὴν ἔτριβε καὶ τὴν εἶχε αὐλακώσει. Πόσα χρόνια ἄραγε νὰ γινόταν αὐτὴ ἡ τριβή;… Τότε κατάλαβε πὼς κάθε τριβή, δηλαδὴ ὁ συνεχὴς καὶ ὑπομονητικὸς κόπος, δημιουργεῖ ἐκπλήξεις, κάνει θαύματα.

Καὶ ἐπέστρεψε πίσω στὰ θρανία μὲ μιὰ πρωτοφανὴ ὄρεξη γιὰ μελέτη. Ξα­φνικὰ οἱ ἐπιδόσεις του ἀνέβηκαν. Ἀρίστευε σὲ ὅλα. Μὲ τὴν ἐπιμέλειά του καὶ τὴν προσευχή του προέκοψε τόσο πολὺ στὴ γνώση, ὥστε ἔγινε ὁ σοφότερος ἄνδρας τῆς ἐποχῆς του.

Εἶναι δίκαιο ὅμως νὰ ἀναφέρουμε ὅτι πολύτιμος συμπαραστάτης στὴν κατὰ Θεὸν καὶ κατὰ κόσμον μόρφωση τοῦ Ἰσιδώρου στάθηκε ὁ μεγαλύτερος κατὰ σάρκα ἀδελφός του, ὁ Λέανδρος, ὁ ὁ­ποῖος διετέλεσε ἀργότερα καὶ Ἐπίσκοπος Σεβίλλης.

Σὲ ὥριμη πλέον ἡλικία ὁ Ἰσίδωρος καὶ μὲ ὁλοκληρωμένες σπουδὲς στὴ Φιλοσοφία, στὴ Θεολογία ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε γνωστὴ ἐπιστήμη τῆς ἐποχῆς του, ἔρχεται νὰ βοηθήσει στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Στέκεται δίπλα στὸν ἀδελφό του, τὸν ἱεράρχη Λέανδρο. Τὸν βοηθεῖ στὸ ποιμαντικὸ καὶ ἱεραποστολικό του ἔργο. Μὲ τὴν εὐγλωττία του καὶ τὸν ἁγιοπνευματικό του λόγο κατορθώνει νὰ μεταστρέψει στὴν Ὀρθοδοξία τοὺς ἀρειανόφρονες Βησιγότθους. Μὲ δυνατὴ παρρησία καὶ σθένος ἀντιστέκεται στὸν αἱρετικὸ βασιλέα τους, τὸν Λέβεγκιλντ. Τότε ἦταν ποὺ διώχθηκε ὁ ἐπίσκοπος Λέανδρος καὶ ἐξορίστηκε βίαια ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία.

Ὁ Ἰσίδωρος παραμένει στὴ Σεβίλλη. Συνεχίζει νὰ μάχεται ἐδῶ πιὸ δυναμικὰ τώρα στὶς ἐπάλξεις τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ πύρινες ὁμιλίες διαφωτίζει τὸν πιστὸ λαὸ γιὰ τὰ ἀληθὴ δόγματα καὶ τὸ ὀρθὸ ἦθος τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ δίνει ἀγῶνες μὲ ἀπαράμιλλη θυσιαστικὴ προσφορὰ γιὰ τὰ συμφέροντα τῆς τοπικῆς Ἱσπανικῆς Ἐκκλησίας.

Ὅταν ἀργότερα ἀνέβηκε στὸ βασιλι­κὸ θρόνο ὡς διάδοχος τοῦ Λέβεγκιλντ, ὁ γιός του Ρεκαρέντ, ποὺ ἦταν βαθιὰ Ὀρθόδοξος, ἦρθε ξανὰ ἡ εἰρήνη στὴν ταραγμένη Ἐκκλησία.

Καὶ ὅταν πέθανε ὁ ἐπίσκοπος Λέανδρος, τὸ 600 μ.Χ, ὅλος ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς μὲ μιὰ φωνὴ ζήτησε νέο ἐπίσκοπό του τὸν Ἰσίδωρο. Ὁ ἴδιος ὅμως αἰσθανόμενος τὸν ἑαυτό του ἀνεπαρκὴ γιὰ τὴν ὑψηλὴ αὐτὴ ἐκκλησιαστικὴ διακονία ἀρνήθηκε. Τελικὰ ὅμως ὑπέκυψε στὶς πιέσεις τοῦ πιστοῦ λαοῦ δεχόμενος τὴ φωνή τοῦ λαοῦ ὡς φωνὴ Θεοῦ.

Κατὰ τὰ 40 χρόνια τῆς Ἀρχιερατείας του ὁ Ἰσίδωρος ὑπῆρξε ὑποδειγματικὸς καὶ ἄξιος Ἱεράρχης. Ὑπηρέτησε τὴν Ἐκ­κλησία τοῦ Χριστοῦ μὲ αἴσθημα βαθιᾶς εὐθύνης τῆς ἱερῆς ἀποστολῆς του. Μὲ ἀπέραντη στοργὴ ἀγκάλιαζε ὅλους τοὺς ἀδικημένους καὶ καταπονουμένους. Ὑπῆρξε τὸ ἀσφαλὲς καταφύγιο τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ἐγκαταλειμμένων. Ὅλοι κοντά του ἔνιωθαν πανευτυχεῖς, γιατὶ τοὺς μετέδιδε τὴ θεία ἀγάπη μὲ ἀνιδιοτέλεια.

Φρόντιζε νὰ νουθετεῖ καὶ νὰ κατηχεῖ τὸ ποίμνιό του μὲ λόγους πειστικούς. Πλήθη λαοῦ ἔτρεχαν νὰ φωτισθοῦν καὶ νὰ στηριχθοῦν ἀπὸ τὴ θεία του διδασκαλία. Λέγεται πὼς ξεπέρασε στὴ σοφία καὶ στὴ δύναμη τοῦ λόγου καὶ αὐτὸ τὸν Σολομώντα. Ὁ Κύριος εἶχε χαρίσει στὸν ταπεινό Του δοῦλο Ἰσίδωρο καὶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Τὰ θαύματά του ἐπιβεβαίωναν τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἤθους του καὶ τῆς διδασκαλίας του. Στὴ Β΄ Σύνοδο τῆς Σεβίλλης, ποὺ ἔγινε τὸ 619, ὁ Ἰσίδωρος ὡς Πρόεδρος κατετρόπωσε μὲ δυνατὰ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα ἕναν αἱρετικὸ ὀπαδὸ τοῦ Μονοφυσίτη Σεβήρου. Στὴ Σύνοδο αὐτὴ ὁ ἴδιος Ἱεράρχης θεράπευσε καὶ ἕνα δυστυχισμένο τυφλό. Τὸν ἄγγιξε ἁπλῶς μὲ τὸ χέρι του καὶ ὁ τυφλὸς εἶδε. Ὅλοι δόξασαν τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δύναμη ποὺ χαρίζει στοὺς ἁγίους Του δούλους.

(ἡ συνέχεια σὲ ἑπόμενη ἀνάρτηση)

Ἀπὸ τὸ περιοδικό «Ὁ Σωτήρ», τεῦχος 2152, 1 Απριλίου 2017