ΤΡΙΤΗ 7 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ἀπόστολος: Τρ. στ΄ ἑβδ. Πράξ. (Πρξ.  ιζ΄ 19 – 28):

19 Ἐπιλαβόμενοί τε αὐτοῦ ἐπὶ τὸν Ἄρειον πάγον ἤ­­γα­­­­­­­­­­­γον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶ­­ναι τίς ἡ καινὴ αὕτη ἡ ὑπὸ σοῦ λαλουμένη διδαχή; 20 ξενίζοντα γάρ τινα εἰσφέ­ρεις εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν· βου­λόμεθα οὖν γνῶ­ναι τί ἂν θέλοι ταῦτα εἶναι. 21 Ἀθηναῖοι δὲ πάντες καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον. 22 Σταθεὶς δὲ ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ τοῦ Ἀρείου πάγου ἔφη· ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ. 23 διερχόμενος γὰρ καὶ ἀνα­θε­ωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, ἀγνώστῳ Θεῷ. ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσε­βεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγ­γέλλω ὑμῖν. 24 ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κα­τοι­κεῖ, 25 οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀν­θρώ­πων θεραπεύεται προ­σ­­­δε­όμενός τινος, αὐτὸς δι­δοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνο­ὴν καὶ τὰ πάντα· 26 ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵ­ματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώ­πων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν, 27 ζητεῖν τὸν Κύριον, εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα. 28 ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν, ὡς καί τινες τῶν καθ᾿ ὑμᾶς ποι­ητῶν εἰρήκασι· τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

19 Τόν πῆραν λοιπόν ἀπό τό χέρι, τόν ὁδήγησαν στόν Ἄρειο Πάγο καί τοῦ εἶπαν: Μποροῦμε νά μάθου­με ποιά εἶναι ἡ νέα αὐτή διδασκαλία πού διδάσκεις; 20 Διότι μέ τή διδασκαλία σου φέρνεις στ’ αὐτιά μας κάποια παράδοξα καί πρωτάκουστα πράγματα. Θέλουμε λοιπόν νά μάθουμε σάν τί μπορεῖ νά εἶναι αὐτά πού διδάσκεις. 21 Τό ἔκαναν βέβαια αὐτό ὄχι ἀπό πραγματικό θρησκευτικό ἐνδιαφέρον, ἀλλά ἀπό τή συνηθισμένη τους περιέργεια. Διότι ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι καί ὅσοι ξένοι ἔμεναν μό­νιμα στήν Ἀθήνα, γιά τίποτε ἄλλο δέν εἶχαν καιρό παρά γιά νά λένε καί νά ἀκοῦνε κάτι τό καινούργιο. 22 Τότε λοιπόν στάθηκε ὁ Παῦλος στή μέση τοῦ Ἀρείου Πάγου καί εἶπε: Ἄνδρες Ἀθηναῖοι, σάν πιό εὐλαβεῖς σέ ὅλα καί πιό θρήσκους ἀπό πολλούς ἄλλους σᾶς βλέπω. 23 Καί τό λέω αὐτό, διότι περιδιαβαίνοντας τούς δρόμους τῆς πόλεώς σας καί ἐξετάζοντας προσεκτικά ἐκεῖ­­να πού λατρεύετε, βρῆκα κι ἕνα βωμό στόν ὁποῖο ὑπ­ῆρ­χε ἡ ἐπιγραφή: «Ὁ βωμός αὐτός ἀφιερώνεται στόν ἄγνωστο Θεό». Αὐτόν λοιπόν τόν Θεό πού λατρεύετε χωρίς νά τόν γνωρίζετε, αὐτόν ἐγώ σᾶς κηρύττω. 24 Εἶναι ὁ Θεός πού δημιούργησε τόν κόσμο καί ὅλα ὅσα ὑπάρχουν μέσα στόν κόσμο. Αὐτός δέν ἐξαρ­τᾶ­ται ἀπό κανέναν ἄλλον, ἀλλά εἶναι ἀπό μόνος του ἀπό­λυ­τος Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Αὐτός λοιπόν δέν κατοικεῖ σέ ναούς πού κατασκευάζονται ἀπό χέρια ἀνθρώπων, ὅπως εἶναι καί οἱ μαρμάρινοι αὐτοί ναοί, τούς ὁποίους κατασκεύασαν οἱ καλλιτέχνες σας. 25 Οὔτε ὑπηρετεῖται ἀπό χέρια ἀνθρώπων, σάν νά στεροῦνταν καί νά εἶχε ἀνάγκη ἀπό κάτι. Ὄχι, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίποτε, ἀφοῦ αὐτός δίνει σ’ ὅλα τά ζωντανά δημιουργήματά του ζωή καί ἀναπνοή καί ὅλα ὅσα τούς χρειάζονται γιά τή συντήρηση τῆς ζωῆς τους. 26 Καί δημιούργησε ἀπό ἕνα αἷμα καί ἀπό τό ἴδιο πρω­­τό­πλα­­στο ζευγάρι ὅλα τά ἔθνη τῶν ἀνθρώπων, γιά νά κα­τοι­­κοῦν σ’ ὅλη τήν ἐπιφάνεια τῆς γῆς. Αὐτός μέ τήν πρόνοιά του ὅρισε καί προσδιόρισε προαιωνίως γιά κάθε ἕνα ἀπό τά ἔθνη αὐτά τίς ἀκριβεῖς χρονικές περιόδους γιά τήν ἐμφά­νιση καί τήν ἐξαφάνισή τους, καθώς καί τά σύνορα τῆς κατοικίας τους. 27 Καί ὁ σπουδαιότερος σκοπός γιά τόν ὁποῖο ἔκανε ὁ Θεός τά ἔθνη, εἶναι γιά νά ζητοῦν τόν Κύριο, ἐάν θά κατόρθωναν ψηλαφητά μέ τή σκέψη νά τόν βροῦν, ἄν καί αὐτός δέν εἶναι μακριά, ἀλλά πολύ κοντά στόν καθένα μας. 28 Εἶναι πολύ κοντά μας, διότι μέσα σ’ αὐτόν καί μέσα στή δική του πνευματική παρουσία ζοῦμε καί κινούμαστε καί ὑπάρχουμε, ὅπως καί μερικοί ἀπό τούς δικούς σας ποιητές ἔχουν πεῖ: Διότι καί δική του γενιά εἴμαστε. Εἴμαστε γενιά του, ὄχι ἐπειδή βγήκαμε ἀπό τήν οὐσία του καί εἴμαστε ὅλοι ἕνα μέ τόν Θεό, ὅπως τό ἐννοοῦσε ὁ ποιητής σας Ἄρατος, ἀλλά ἐπειδή μᾶς ἔπλασε κατ’ εἰκό­να του καί μᾶς ἀγάπησε ὡς δικούς του.