30 Ἀπριλίου

0430

30 Ἀπριλίου

 

Ἑορταζόμενοι ἅγιοι

 

●     Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος, ἀδελφὸς Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου

●     Ὁ Ἅγιος Κλήµης ὁ ὑµνογράφος

●     Ὁ Ἅγιος Μάξιµος

●     Εὕρεσις Λειψάνων Ἁγίου Βασιλέως ἐπισκόπου Ἀµασείας

●     Ὁ Ἅγιος Δονᾶτος ἐπίσκοπος Εὐρείας

●     Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγίας Ἀργυρῆς

●     Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγίου Θεοδώρου Νεοµάρτυρα τοῦ Βυζαντίου

 

Περισσότερα στοιχεῖα

 

ὉἍγιος Ἰάκωβος ὁἈπόστολος, ἀδελφὸς Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου

Ἦταν γιὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ἀδελφὸς τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη. Ὁ Χριστὸς τὸν βρῆκε κοντὰ στὴ λίµνη τῆς Τιβεριάδος, στὸ πλοῖο τοῦ πατέρα του, νὰ διορθώνει δίχτυα. Ἐκεῖ, τὸν κάλεσε µαζὶ µὲ τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη, ἀφοῦ προηγουµένως εἶχε καλέσει καὶ τὰ ἄλλα ἀδέλφια, Ἀνδρέα καὶ Πέτρο.

Ὁ Ἰάκωβος εἶχε ἰδιαίτερη ἐκτίµηση ἀπὸ τὸν Κύριο, ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις τὸν ἔπαιρνε κοντά Του. Μάλιστα, ἡ µητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννη, βλέποντας αὐτὴν τὴν εὔνοια ποὺ ἔδειχνε ὁ Κύριος στοὺς γιούς της, ζήτησε νὰ καθίσουν τὰ παιδιά της δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ θρόνο Του, τὴν ἡµέρα της δόξας Του.

Ὁ Κύριος µεταξὺ ἄλλων ἀπάντησε ὅτι θἄρθει καιρὸς ποὺ θὰ πιοῦν τὸ ποτήρι ποὺ θὰ πιεῖ Αὐτός, ἐννοῶντας, φυσικά, τὸ µαρτύριό Του. Πράγµατι, ἡ προφητεία γιὰ τὸν Ἰάκωβο ἐκπληρώθηκε µετὰ 49 χρόνια. Τότε ὁ Ἰάκωβος ἦταν στὰ Ἱεροσόλυµα καὶ κήρυττε στὴν ἐκεῖ Ἐκκλησία.

Ὁ Ἡρῴδης Ἀγρίππας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ µῖσος τῶν Ἰουδαίων, συνέλαβε µαζὶ µὲ ἄλλους χριστιανοὺς τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν σκότωσε µὲ µαχαῖρι. Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουµε ὅτι ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης ὀνοµάστηκαν υἱοὶ βροντῆς, γιὰ τὴν δύναµη τοῦ κηρύγµατός τους.

 

ὉἍγιος Κλήµης ὁὑµνογράφος

Ἦταν Στουδίτης Μοναχὸς καὶ µαθητὴς τοῦ Θεοδώρου Στουδίτου, ποὺ, µετὰ τὸν θάνατό του, ἀντικατέστησε τὸν διδάσκαλό του στὴν ἡγουµενία της Μονῆς. Ὑπῆρξε ἔνθερµος ὀπαδὸς τῆς προσκύνησης τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ πέθανε ἀπὸ κακουχίες στὴν ἐξορία σὰν ὁµολογητὴς τῆς πίστης µας. Φυσικὰ εἶναι γνωστό, ὅτι ὑπῆρξε Βυζαντινὸς Ὑµνογράφος τοῦ 9ου αἰῶνα (ποιητὴς τῶν Κανόνων).

 

ὉἍγιος Μάξιµος

Μαρτύρησε ἀφοῦ τοῦ διαπέρασαν τὴν κοιλιὰ µὲ ξίφος. Εὕρεσις Λειψάνων Ἁγίου Βασιλέως ἐπισκόπου Ἀµασείας Ἡ κυρίως µνήµη τοῦ γιορτάζεται στὶς 26 Ἀπριλίου.

 

ὉἍγιος Δονᾶτος ἐπίσκοπος Εὐρείας

Ἔζησε στὰ χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395), καὶ ἔλαµψε σὰν ἐπίσκοπος Εὐρείας της Ἠπείρου. Παροιµιώδης ἔµεινε ἡ µέριµνα καὶ ἡ αὐταπάρνησή του γιὰ τοὺς φτωχούς του ποιµνίου του. Ὑπῆρξε ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε τὴν δύναµη νὰ θαυµατουργεῖ. Ἔτσι κάποτε, ἀπάλλαξε µὲ τὶς δεήσεις του τὸ Σούλι ἀπὸ κάποιο µεγάλο καὶ φοβερὸ δράκοντα, ποὺ ἦταν φόβητρο καὶ µάστιγα τῶν κατοίκων. Ἀκόµα, ὅταν κάποτε πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀπέδωσε µεγάλες τιµὲς καὶ τοῦ χάρισε πλούσια δῶρα. Διότι διὰ τῆς προσευχῆς του, θεράπευσε τὴν κόρη του ποὺ ἔπασχε ἀπὸ σεληνιασµό. Καὶ ὅπως κάποτε ὁ Ἠλίας, ἔτσι καὶ αὐτὸς µὲ τὴν δέησή του ἔλυσε τὴν ἀνοµβρία, ποὺ µάστιζε τὴν πρωτεύουσα καὶ τὰ προάστια, τὰ ὁποῖα «λούστηκαν» µὲ ἄφθονη βροχή. Ὅταν ἐπανῆλθε στὴν ἐπαρχία του, ἐξακολούθησε τὸ ποιµαντικό του ἔργο µὲ τὸν ἴδιο ζῆλο. Ἔκτισε µὲ τὰ βασιλικὰ χρήµατα ναό, ποὺ διακόσµησε µὲ µεγαλοπρέπεια. Πέθανε εἰρηνικὰ σὲ βαθιὰ γεράµατα.

 

Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγίας Ἀργυρῆς

Ἡ κυρίως µνήµη της γιορτάζεται στὶς 5 Ἀπριλίου. Ἐδῶ γιορτάζουµε τὴν ἀνακοµιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων της, ποὺ ἔγινε στὶς 30 Ἀπριλίου 1725, στὸν ναὸ τῆς ἁγίας Παρασκευῆς στὴν Κωνσταντινούπολη.

 

Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγίου Θεοδώρου Νεοµάρτυρα τοῦ Βυζαντίου

Ἡ κυρίως µνήµη του γιορτάζεται τὴν 17η Φεβρουαρίου, ὅπου καὶ τὰ βιογραφικά του στοιχεῖα.

 

ὉἍγιος Μεγαλοµάρτυς Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος συγκαταλέγεται στοὺς Μεγαλοµάρτυρες καὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ λαοφιλεῖς Ἁγίους της Ἐκκλησίας µας. Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου – ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα, στὴν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ἡ ἐποχή του ὑπῆρξε ἐποχὴ σκληρῶν διωγµῶν ἐναντίον τῆς Χριστιανικῆς πίστης.

Ὁ Γεώργιος εἶχε µεγάλο ἀξίωµα· ἦταν κόµης καὶ διακρινότανε σὲ ὅλες τὶς στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις γιὰ τὴν γενναιότητα καὶ τὴν ἀνδρεία του. Παρ᾿ ὅλη ὅµως τὴν δόξα καὶ τὶς τιµὲς δὲν ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει τὰ πάντα καὶ νὰ ὁµολογήσει µὲ παῤῥησία µπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα καὶ σὲ πολλοὺς ἄρχοντες τὴν Χριστιανική του πίστη. Ὑπέµεινε πολλὰ καὶ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ στὸ τέλος ἀναδείχτηκε Μεγαλοµάρτυρας. Εἶναι πολλὰ τὰ θαύµατα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὄχι µόνο αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται σὲ αὐτὸ τὸ βιβλιάριο, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα, ποὺ µέχρι σήµερα κάνει σ᾿ ὅσους προσφεύγουν µὲ πίστη στὶς πρεσβεῖες του. Δεῖγµα τιµῆς ἀπὸ µέρους µας πρὸς τὸν Ἅγιο, ἀγαπητὲ ἀναγνώστη, εἶναι βέβαια καὶ ὁ ἑορτασµὸς τῆς µνήµης του καὶ τὰ πανηγύρια, ἀλλὰ πιὸ µεγάλο δεῖγµα τιµῆς εἶναι ἡ µίµηση τῆς ἁγίας ζωῆς του, γιατί «τιµὴ µάρτυρος» εἶναι ἡ «µίµηση µάρτυρος». Μίµηση τῆς ὁµολογίας, τῆς µαρτυρικῆς καὶ ἁγίας ζωῆς του.

●     Βίος τοῦ Ἁγίου

●     Τὰ θαύµατα τοῦ Ἁγίου

●     Θαυµατουργικὲς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου στὸ Ἅγιον Ὄρος

Βίος τοῦ Ἁγίου

Ὁµολογητὴς ὁ κόµης Γεώργιος

Ὁ Μεγαλοµάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στὴν Καππαδοκία ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἔµεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, ὅταν ἦταν δέκα χρονῶν. Ἡ µητέρα του τὸν πῆρε µαζί της στὴν πατρίδα της τὴν Παλαιστίνη, ὅπου εἶχε καὶ τὰ κτήµατά της.

Ὁ Γεώργιος παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν µικρός, κατατάχθηκε στὸν στρατό, προήχθη δὲ σὲ µεγάλα ἀξιώµατα καὶ ἔπαιρνε µέρος στὶς συνελεύσεις τῶν ἀνωτάτων ἀξιωµατούχων τοῦ κράτους.

Ὁ Διοκλητιανὸς τὸν ἐκτιµοῦσε πολύ. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου µέχρι τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀνέβηκε στὸν θρόνο ὁ Διοκλητιανός, τὸ 283 µ.Χ., ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία µεγάλωσε πάρα πολύ, γιατί ἐπικρατοῦσε εἰρήνη. Οἱ Χριστιανοὶ πῆραν πολλὲς δηµόσιες θέσεις, ἔκτισαν πολλοὺς καὶ µεγάλους ναούς, διάφορα σχολεῖα καὶ ὀργάνωσαν τὴν διοίκηση καὶ τὴν διαχείριση τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῆς φιλανθρωπίας.

Ὁ Διοκλητιανὸς ἀρχικὰ ἐργάστηκε γιὰ τὴν ὀργάνωση τοῦ κράτους του. Προσέλαβε στρατηγοὺς γιὰ βοηθούς του ποὺ τοὺς ὀνόµασε αὐτοκράτορες καὶ Καίσαρες κι ἀφοῦ πέτυχε νὰ ὑποτάξει τοὺς ἐχθροὺς τοῦ κράτους καὶ νὰ σταθεροποιήσει τὰ σύνορά του, στράφηκε στὰ ἐσωτερικὰ ζητήµατα. Δυστυχῶς, στράφηκε ἐναντίον τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας γιὰ νὰ ἀνορθώσει τὴν εἰδωλολατρία. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο λοιπόν, κάλεσε τοὺς βοηθούς του Καίσαρες τὸ 303 µ.Χ. καὶ τοὺς στρατηγοὺς στὴν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ Ῥωµαϊκοῦ κράτους σὲ τρεῖς γενικὲς συγκεντρώσεις. Ἀνάµεσά τους βρισκότανε καὶ ὁ Γεώργιος, ποὺ διακρίθηκε πολλὲς φορὲς στοὺς πολέµους. Συγκεντρώθηκαν λοιπὸν ὅλοι, γιὰ νὰ πάρουν ἀποφάσεις γιὰ τὴν ἐξόντωση καὶ τὸν ἀφανισµὸ τῆς Χριστιανικῆς πίστης. Πρῶτος µίλησε ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ἐπέβαλε σὲ ὅλους ν᾿ ἀναλάβουν τὸν ἐξοντωτικὸ ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ Χριστιανισµοῦ. Ὅλοι ὑποσχέθηκαν ὅτι θὰ καταβάλουν κάθε προσπάθεια, γιὰ νὰ ἐξαλείψουν τὴν Χριστιανικὴ Θρησκεία ἀπὸ τὸ Ῥωµαϊκὸ κράτος. Τότε ὁ γενναῖος Γεώργιος σηκώθηκε καὶ εἶπε: «Γιατί, βασιλιὰ καὶ ἄρχοντες, θέλετε νὰ χυθεῖ αἷµα δίκαιο καὶ ἅγιο καὶ νὰ ἐξαναγκάσετε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ προσκυνοῦν καὶ νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα;» Καὶ διακήρυξε τὴν ἀλήθεια τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας καὶ τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Μόλις τελείωσε, ὅλοι συγχυστήκανε µ᾿ αὐτὴ τὴν ὁµολογία του καὶ προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν νὰ µετανοήσει γιὰ ὅσα εἶπε, καταπραΰνοντας ἔτσι καὶ τὸν Διοκλητιανό. Ἀλλὰ ὁ Γεώργιος ἦταν σταθερὸς καὶ µὲ θάῤῥος διακήρυσσε τὴν Χριστιανική του πίστη. Στὴ φυλακή Ὀργισµένος ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε νὰ τὸν κλείσουν στὴν φυλακὴ κὰ νὰ τοῦ περισφίγξουν τὰ πόδια στὸ ξύλο καὶ ἀφοῦ τὸν ξαπλώσουν ἀνάσκελα, νὰ βάλουν πάνω στὸ στῆθος του µεγάλη καὶ βαριὰ πέτρα. Τὸ ἄλλο πρωὶ ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε νὰ τοῦ παρουσιάσουν τὸν Γεώργιο γιὰ νὰ τὸν ἀνακρίνει. Καὶ πάλι αὐτὸς ἔµεινε ἀκλόνητος στὴν ὁµολογία του καὶ παρ᾿ ὅλες τὶς κολακεῖες καὶ τὶς ὑποσχέσεις τοῦ αὐτοκράτορα διακήρυττε τὴν πίστη του καὶ µιλοῦσε γιὰ τοὺς οὐρανίους θησαυρούς.

Ὁ Διοκλητιανὸς ὀργίστηκε ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ διέταξε τοὺς δήµιους νὰ δέσουν τὸν Ἅγιο σὲ ἕνα µεγάλο τροχὸ γιὰ νὰ κοµµατιαστεῖ τὸ σῶµα του. Μάλιστα εἰρωνεύτηκε τὴν ἀνδρεία τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν κάλεσε νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα.

Ὁ Γεώργιος εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀξίωνε νὰ δοκιµαστεῖ καὶ δέχτηκε µὲ εὐχαρίστησε νὰ ὑποστεῖ τὸ φοβερὸ αὐτὸ µαρτύριο, ποὺ χώριζε σὲ µικρὰ λεπτὰ κοµµάτια ὁλόκληρο τὸ σῶµα του, ἐπειδὴ γύρω γύρω ἀπὸ τὸν τροχὸ ὑπῆρχαν µπηγµένα κοφτερὰ σίδερα, ποὺ µοιάζανε µὲ µαχαίρια. Πραγµατικὰ µόλις ὁ τροχὸς κινήθηκε τὰ κοφτερὰ σίδερα ἄρχισαν νὰ κόβουν τὸ σῶµα του. Τότε ἀκούστηκε µία φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγε : «Μὴ φοβᾶσαι, Γεώργιε, γιατί ἐγὼ εἶµαι µαζί σου» καὶ ἀµέσως ἕνας ἄγγελος ἐλευθέρωσε τὸν Ἅγιο, λύνοντας τὸν ἀπὸ τὸν τροχὸ καὶ θεραπεύτηκε ὅλο τὸ καταπληγωµένο σῶµα του.

Ὁ Γεώργιος ἀφοῦ ἀπέκτησε τὸ θαυµάσιο παράστηµά του, µὲ ὄψη ἀγγελική, παρουσιάστηκε στὸν Διοκλητιανὸ ποὺ εἶχε πάει µὲ ἄλλους νὰ κάνει θυσία. Μόλις τὸν εἶδαν ἔµειναν ὅλοι ἔκθαµβοι καὶ ἀπορηµένοι. Μερικοὶ δὲ ἰσχυριζόντουσαν ὅτι εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ µοιάζει καὶ ἄλλοι ὅτι εἶναι φάντασµα. Καθὼς ὅµως σχολιάζανε τὸ γεγονός, ἐµφανίστηκαν µπροστὰ στὸν βασιλιὰ δυὸ ἀπὸ τοὺς ἀξιωµατικούς του, ὁ Πρωτολέοντας καὶ ὁ Ἀνατόλιος µὲ χίλιους στρατιῶτες καὶ ὁµολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό.

Ὁ Διοκλητιανὸς θύµωσε τόσο ποὺ ἔγινε ἔξαλλος καὶ διέταξε νὰ τοὺς σκοτώσουν, πρᾶγµα ποὺ ἔγινε ἀµέσως. Ἔπειτα διέταξε νὰ γεµίσουν ἀµέσως ἕνα λάκκο µὲ ἀσβέστη καὶ νερὸ καὶ ἀφοῦ ῥίξουν µέσα τὸν Γεώργιο, νὰ τὸν ἀφήσουν µέσα τρεῖς µέρες καὶ τρεῖς νύχτες ἔτσι ποὺ νὰ διαλυθοῦν καὶ τὰ κόκκαλά του. Πραγµατικὰ οἱ δήµιοι ῥίξανε τὸν Ἅγιο στὸν ζεµατιστὸ ἀσβέστη καὶ κλείσανε τὸ στόµα τοῦ λάκκου. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς µέρες ὁ Διοκλητιανὸς ἔστειλε στρατιῶτες νὰ ἀνοίξουν τὸ λάκκο. Μὲ µεγάλη τους ἔκπληξη ὅµως βρῆκαν τὸν Γεώργιο ὄρθιο, µέσα στὸν ἀσβέστη καὶ προσευχόταν. Τὸ γεγονὸς ἐντυπωσίασε καὶ προκάλεσε θαυµασµὸ καὶ ἐνθουσιασµὸ στὸ λαό, ποὺ φώναζε: «

Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι µεγάλος».

Ὁ Διοκλητιανὸς ζήτησε ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν Γεώργιο, ποὺ ἔµαθε τὶς µαντικὲς τέχνες καὶ πὼς τὶς χρησιµοποιεῖ.

Ὁ Γεώργιος τότε τοῦ ἀπάντησε ὅτι τὰ γεγονότα ἦταν ἀποτέλεσµα τῆς θείας χάρης καὶ δύναµης καὶ ὄχι µαγείας καὶ γοητείας.

Ὁ Διοκλητιανὸς ὀργισµένος διέταξε νὰ τοῦ φορέσουν πυρακτωµένα παπούτσια µὲ σιδερένια καρφιὰ καὶ τὸν ἐξαναγκάσουν νὰ περπατᾷ.

Ὁ Ἅγιος προσευχόταν καὶ περπατοῦσε χωρὶς νὰ πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε νὰ τὸν φυλακίσουν καὶ σκέφτηκε νὰ φωνάξει τοὺς ἄρχοντες γιὰ νὰ συσκεφτοῦν τί ἔπρεπε νὰ κάµουν στὸν Γεώργιο. Καὶ ἀφοῦ τὸν δείρανε τόσο πολύ µε µαστίγια καὶ καταπλήγωσαν ὁλόκληρο τὸ σῶµα τοῦ Ἁγίου, τὸν παρουσίασαν στὸν Διοκλητιανό, ποὺ ἔµεινε ἔκπληκτος βλέποντας τὸν Γεώργιο νὰ λάµπει σὰν Ἄγγελος. Σκέφτηκε, λοιπόν, ὅτι τὸ φαινόµενο αὐτὸ ὀφειλόταν στὶς µαγικές του ἱκανότητες. Γι᾿ αὐτὸ κάλεσε τὸν µάγο Ἀθανάσιο, γιὰ νὰ λύσει τὰ µάγια τοῦ Γεωργίου. Ἀβλαβὴς ἀπὸ τὸ δηλητήριο Ἦλθε, λοιπὸν ὁ µάγος Ἀθανάσιος, κρατῶντας στὰ χέρια του δυὸ πήλινα ἀγγεῖα, ὅπου ὑπῆρχε δηλητήριο. Στὸ πρῶτο ἀγγεῖο τὸ δηλητήριο προξενοῦσε τρέλα, ἐνῷ στὸ δεύτερο τὸν θάνατο. Ἀµέσως ὁδήγησαν τὸν Ἅγιο στὸν Διοκλητιανὸ καὶ στὸν µάγο Ἀθανάσιο.

Ὁ βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ δώσουν νὰ πιεῖ τὸ πρῶτο δηλητήριο.

Ὁ Ἅγιος χωρὶς δισταγµὸ ἤπιε τὸ δηλητήριο τοῦ πρώτου δοχείου, ἀφοῦ προηγουµένως προσευχήθηκε, λέγοντας : «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡµῶν, ὁ εἰπὼν κἂν θανάσιµόν τι πίω, οὐ µὴ αὐτοὺς βλάψει, θαυµάστωσον νῦν τὰ ἐλέη σου». Καὶ δὲν ἔπαθε ἀπολύτως τίποτα. Μόλις εἶδαν ὅτι δὲν ἔπαθε ἀπολύτως τίποτα, ὁ βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ δώσει ὁ µάγος καὶ τὸ δεύτερο ἀγγεῖο. Τὸ ἤπιε καὶ αὐτὸ χωρὶς νὰ πάθει τὸ παραµικρό. Τότε ὅλοι ἔµειναν ἔκπληκτοι ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦµα.

Ὁ Διοκλητιανὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ ἐπειµένει ὅτι γιὰ νὰ µὴν πεθάνει ὁ Γεώργιος εἶχε δικά του µάγια.

Ὁ µάγος Ἀθανάσιος ποὺ ἤξερε πόσο δραστικὰ ἦταν τὰ δηλητήρια, ἀφοῦ ἐγονάτισε µπροστὰ στὸν µάρτυρα, ὁµολόγησε τὴν πίστη του στὸν ἀληθινὸ Θεό. Τότε ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε καὶ ἐφόνευσαν τὸν Ἀθανάσιο ἀµέσως. Ἐκείνη τὴν στιγµὴ ἔφθασε καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ Διοκλητιανοῦ Ἀλεξάνδρα, ποὺ ὁµολόγησε τὴν πίστη της στὸν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ ὁ σκληρὸς καὶ ἄκαρδος Διοκλητιανὸς διέταξε νὰ τὴν φυλακίσουν καὶ τὴν ἑποµένη νὰ τῆς κόψουν τὸ κεφάλι. Ἡ Ἀλεξάνδρα ἐνῷ προσευχόταν στὴν φυλακή, παρέδωσε τὴν ψυχή της στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Τὸ µαρτυρικὸ τέλος τοῦ Ἁγίου

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος κλείστηκε στὴν φυλακὴ καὶ τὴν νύκτα εἶδε στ᾿ ὄνειρό του τὸν Χριστό, ποὺ τοῦ ἀνάγγειλε ὅτι θὰ πάρει τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου καὶ θὰ ἀξιωθεῖ τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σὰν ξηµέρωσε διατάχθηκαν οἱ στρατιῶτες νὰ παρουσιάσουν µπροστά του τὸν Ἅγιο. Πραγµατικὰ ὁ Ἅγιος ἐβάδιζε γεµάτος χαρὰ πρὸς τὸν βασιλέα, ἐπειδὴ προγνώριζε ὅτι ἔφτασε τὸ τέλος του. Μόλις λοιπὸν τὸν ἀντίκρισε ὁ Διοκλητιανός, τοῦ πρότεινε νὰ πᾶνε στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα γιὰ νὰ θυσιάσει στὸ εἴδωλό του. Ὅταν µπῆκε ὁ Ἅγιος στὸν ναό, ἐσήκωσε τὸ χέρι καὶ ἀφοῦ ἔκανε τὸ σηµεῖο τοῦ σταυροῦ διέταξε τὸ εἴδωλο νὰ πέσει. Ἀµέσως τοῦτο ἔπεσε καὶ ἔγινε κοµµάτια.

Ὁ ἱερέας τῶν εἰδώλων καὶ ὁ λαὸς τόσο πολὺ θύµωσαν, ποὺ φώναζαν στὸν βασιλέα νὰ θανατώσει τὸν Γεώργιο.

Ὁ Διοκλητιανὸς ἔβγαλε διαταγὴ καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ κεφάλι. Τὰ θαύµατα τοῦ Ἁγίου α) ἡ µεταφορὰ τῆς κολώνας Μία γυναῖκα ἀγόρασε µία κολῶνα καὶ δὲν µποροῦσε νὰ τὴν στείλει στὴν Ῥώµη ποὺ κτιζόταν ἐκεῖ µία ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Εἶδε λοιπὸν στὸ ὄνειρό της τὸν Ἅγιο, ποὺ µαζί της σήκωσε τὴν κολῶνα καὶ τὴν ἔριξαν στὴν θάλασσα. Ἡ κολῶνα βρέθηκε στὴν Ῥώµη µὲ µία ἐπιγραφὴ νὰ τοποθετηθεῖ στὸ δεξὶ µέρος τῆς ἐκκλησίας. β) Σωτηρία ἑνὸς αἰχµαλώτου στρατιώτη Στὴν Παµφλαγονία τοῦ Πόντου τιµοῦσαν πολὺ τὸν Ἅγιο καὶ µάλιστα εἶχαν κτιστεῖ πρὸς τιµὴν του πολλοὶ ναοί. Ὅλοι τιµοῦσαν τὸν Ἅγιο τόσο ὥστε κάθε οἰκογένεια νὰ δίνει τὸ ὄνοµά του σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρσενικὰ παιδιά της. Τοῦτο συνέβη καὶ σὲ µία εὐσεβὴ οἰκογένεια. Ἐµεγάλωσε τὸ παιδί της ποὺ ἦταν φρόνιµο, ἠθικό, συνετό, καὶ ὅταν ἔγινε εἴκοσι χρόνων τὸν κάλεσαν στὸ στρατό. Στὶς µάχες ποὺ ἔγιναν ἐναντίον τῶν βαρβάρων πολλοὶ Χριστιανοὶ µεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ νεαρὸς Γεώργιος, ἔπεσαν σὲ ἐνέδρα, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἄλλους ἔσφαξαν, ἄλλους ἔκαµαν ὑπηρέτες καὶ ἄλλους πώλησαν δούλους.

Ὁ Γεώργιος ἔγινε ὑπηρέτης κάποιου ἀξιωµατικοῦ, ποὺ τὸν ἐκτίµησε πολύ. Οἱ γονεῖς του Γεωργίου γιὰ ἕνα ὁλόκληρο χρόνο ἐπενθοῦσαν καὶ ἔκλαιγαν ἀπαρηγόρητοι γιὰ τὸ χαµένο τοὺς παιδί. Καθηµερινὰ ἐπήγαιναν στὴν ἐκκλησία καὶ γονατιστοὶ παρακαλοῦσαν θερµὰ τὸν Θεὸ νὰ τοὺς φανερώσει τί ἀπέγινε τὸ ἀγαπηµένο τους παιδί. Ἀλλὰ καὶ ὁ Γεώργιος ἀπὸ τὴν ἐξορία του προσευχόταν στὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ καὶ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ συναντηθεῖ µὲ τοὺς ἀγαπηµένους του γονεῖς. Ἐπέρασε λοιπὸν ἕνας χρόνος ἀπὸ τότε ποὺ ἐξαφανίστηκε. Ἔφθασε µάλιστα καὶ ἡ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου καὶ οἱ γονεῖς, ποὺ πάντα εἶχαν τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ παιδί τους ζεῖ, ἐκάλεσαν τοὺς συγγενεῖς τους γιὰ δεῖπνο. Ἐκείνη τὴν ἡµέρα ὁ ἀξιωµατικὸς τοῦ Γεωργίου τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ πλύνει τὰ πόδια πρὶν ἀπὸ τὸ φαγητὸ καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ Γεώργιος πῆγε νὰ ζεστάνει νερό. Ὅλη τὴν ἡµέρα ὁ Γεώργιος ἔκλαιγε καὶ παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιό του ποὺ γιόρταζε νὰ τὸν ἐλευθερώσει καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει κοντὰ στοὺς γονεῖς του. Μόλις τὸ νερὸ ἔβρασε καὶ τὸ ἑτοίµασε γιὰ τὸν ἀφέντη του, παρουσιάστηκε µπροστά του ὁ Ἅγιος ἔφιππος σ᾿ ἕνα ἄσπρο ἄλογο καὶ ἀφοῦ ἀνέβασε τὸν νέο σ᾿ αὐτὸ ἀµέσως, τὸν ἔφερε στὸ σπίτι του τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ὅλοι οἱ καλεσµένοι στὸ τραπέζι. Ἔµειναν ὅλοι τότε ἔκθαµβοι καὶ ὅταν ἐκεῖνος τοὺς ἀφηγήθηκε τὸ θαῦµα µὲ κάθε λεπτοµέρεια, ὅλοι γεµάτοι χαρὰ ἐδόξασαν τὸ Θεό. γ) ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ γιοῦ τῆς χήρας Στὴν Μυτιλήνη ἦλθαν πειρατὲς ἀπὸ τὴν Κρήτη γιὰ νὰ κλέψουν, λεηλατήσουν καὶ αἰχµαλωτίσουν ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερους µποροῦσαν. Σκέφθηκαν, λοιπόν, νὰ κάνουν τὴν ἐπιδροµή τους τὴν ἡµέρα τῆς γιορτῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ποὺ ὅλοι θὰ βρισκόταν συγκεντρωµένοι στὴν ἐκκλησία. Πραγµατικὰ οἱ κουρσάροι ἔκαναν τὴν ἐπίθεσή τους καὶ µεταξὺ αὐτῶν ποὺ αἰχµαλώτισαν ἦταν καὶ ἕνας πολὺ ὡραῖος νέος, ὁ γιὸς µίας πλούσιας χήρας. Οἱ κουρσάροι τὸν χάρισαν στὸν Ἀµιρᾶν τῆς Κρήτης ποὺ τὸν ἔβαλε ὑπηρέτη τῆς τράπεζάς του. Ἡ µάνα του ἀπὸ τὴν στιγµὴ ποὺ χάθηκε ὁ γιός της ἔκλαιγε καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ἅγιο νὰ τῆς φανερώσει τὸ χαµένο της παιδί.

Ὁ Μεγαλοµάρτυρας Γεώργιος δὲν βράδυνε νὰ ἐκπληρώσει τὸν πόνο τῆς πονεµένης µάνας. Καὶ ἐνῷ ὁ νέος ἑτοιµαζόταν νὰ προσφέρει κρασὶ στὸν Ἀµιρᾶν, ὁ Ἅγιος Γεώργιος τὸν ἅρπαξε καὶ τὸν µετέφερε στὴν µάνα του. Καὶ οἱ δυὸ δὲν πίστευαν στὰ µάτια τους. Ὅταν συνῆλθαν δόξαζαν τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ἅγιο γιὰ τὸν παράξενο τρόπο τῆς ἀπελευθέρωσης. δ) Εὐεργέτης, ἀλλὰ καὶ τιµωρός Στὴν Παµφλαγονία ὑπῆρχε ἕνας µεγάλος ναὸς πρὸς τιµὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καὶ στὴν πλατεῖα τοῦ ναοῦ τὰ παιδιὰ ἔπαιζαν διάφορα παιχνίδια. Ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ αὐτὰ δὲν µποροῦσε νὰ νικήσει σὲ κανένα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἀγωνίσµατα, γι᾿ αὐτὸ τὰ ἄλλα τὸ εἰρωνεύονταν καὶ τὸ περιγελοῦσαν. Τότε στράφηκε πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸ βοηθήσει νὰ νικήσει καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ τοῦ προσφέρει ἕνα σφουγγάτο, δηλαδὴ φαγητὸ ἀπὸ αὐγὰ τηγανισµένα µὲ κρεµµύδια καὶ µυρωδικά. Μόλις ἔκανε τὸ τάξιµο ἄρχισε νὰ παλεύει µὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ ποὺ τὰ νίκησε. Ἀµέσως πῆγε στὸ σπίτι του καὶ µόνος του ἐφτίαξε τὸ σφουγγάτο καὶ τὄβαλε µπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα ἔφθασαν ἐκεῖ τρεῖς νέοι γιὰ νὰ προσκυνήσουν καὶ µόλις εἶδαν τὸ σφουγγάτο σκέφτηκαν νὰ τὸ φάνε. Καὶ εἶπαν µεταξύ τους: «Τί τὰ θέλει αὐτὰ ὁ Ἅγιος; Μήπως πρόκειται νὰ τὰ φάει;» Ἐκάθησαν, λοιπόν, καὶ ἔφαγαν τὸ σφουγγάτο στὰ σκαλοπάτια τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν θέλησαν νὰ φύγουν δὲν µποροῦσαν νὰ σηκωθοῦν, γιατί εἶχαν κολλήσει στὰ µαρµάρινα σκαλοπάτια. Ἔκαµαν τότε φτηνὰ τάµατα στὸν Ἅγιο γιὰ νὰ ξεκολλήσουν, ἀλλὰ τίποτα. Ὅταν ἔκαµαν ἀκριβὸ τάµα, νὰ δώσει ὁ καθένας ἀπὸ ἕνα φλωρί, τότε µόνο µπόρεσαν νὰ ξεκολλήσουν καὶ ν᾿ ἀπελευθερωθοῦν. Μόλις βγῆκαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ πῆραν θάῤῥος, εἶπαν πρὸς τὸν Ἅγιο: «Ἅγιε Γεώργιε, τὰ σφουγγάτα σου εἶναι πολὺ ἀκριβά, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐµεῖς δὲν θὰ ξαναγοράσουµε τίποτα ἀπὸ ἐσένα». ε) Τιµωρία τοῦ Σαρακηνοῦ Κάποιος Σαρακηνὸς ταξιδιώτης (ἀνεψιὸς τοῦ βασιλιᾶ τῆς Συρίας), σὰν εἶδε τὴν θαυµάσια ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, διέταξε τοὺς ὑπηρέτες του νὰ µεταφέρουν τὶς ἀποσκευές τους καὶ νὰ τὶς βάλουν στὸ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας, ἐπειδὴ θὰ ἔµεναν ἐκεῖ γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν καὶ ὕστερα νὰ συνέχιζαν τὸ δρόµο τους. Ὅµως ἀπαίτησε νὰ βάλουν καὶ τὶς δώδεκα καµῆλες µέσα στὴν ἐκκλησία. Οἱ ἱερεῖς τῆς ἐκκλησίας τὸν παρακάλεσαν νὰ µὴν βεβηλώσει τὴν ἐκκλησία τους. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ἐπέµενε καὶ ἀνέβηκε σ᾿ ἕνα ψηλὸ σηµεῖο τοῦ ναοῦ γιὰ νὰ τὶς παρακολουθεῖ. Ὅταν τὶς ὁδήγησαν λοιπὸν στὴν ἐκκλησία, ἀµέσως πέθαναν ὅλες. Τότε τὸ θαῦµα διαδόθηκε, ὁ δὲ Σαρακηνὸς ἐντυπωσιάσθηκε καὶ ζήτησε νὰ τὶς βγάλουν ἔξω καὶ νὰ τὶς θάψουν. Ἔµεινε στὴν ἐκκλησία µέχρι τὸ πρωὶ ποὺ ἦλθε ὁ ἱερέας γιὰ νὰ λειτουργήσει. Στὴ διάρκεια τῆς λειτουργίας, τὴν ὥρα τῆς µετουσίωσης τῶν τιµίων δώρων, ὁ Σαρακηνὸς εἶδε ὅραµα ὅτι ὁ ἱερέας ἀφοῦ πῆρε στὰ χέρια τοῦ ἕνα µικρὸ παιδί, τὸ ἔσφαξε καὶ τὸ αἷµα του χύθηκε στὸ Ἅγιο ποτήρι, καὶ τὸ σῶµα του ἀφοῦ τὸ ἔκοψε σὲ µικρὰ κοµµάτια τὄβαλε στὸν ἱερὸ δίσκο. Ὅταν τελείωσε τὸ κοινωνικό, καὶ εἶδε ὁ Σαρακηνὸς τὸν ἱερέα νὰ µεταδίδει στὸ λαὸ τὶς σάρκες καὶ τὸ αἷµα τοῦ παιδιοῦ, θύµωσε πολύ. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ ζήτησε νὰ µάθει λεπτοµέρειες καὶ νὰ πάρει ἐξηγήσεις.

Ὁ ἱερέας τοῦ ἐξήγησε σχετικῶς µὲ τὴν θεία εὐχαριστία, καὶ ἀκόµα τοῦ εἶπε ὅτι ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἕνα ὅραµα ποὺ µόνο οἱ µεγάλοι πατέρες εἶδαν. Ἐγώ -τοῦ λέει ὁ ἱερέας- δὲν ἀξιώθηκα ποτὲ νὰ δῶ τὸ φρικτὸ αὐτὸ Μυστήριο καὶ µόνο ἄρτο καὶ κρασὶ βλέπω». Ἐξήγησε κατόπιν στὸν Ἄρχοντα Σαρακηνὸ τὸ θαυµαστὸ µυστήριο. Τότε ὁ Σαρακηνὸς θέλησε νὰ βαπτισθεῖ γιατί πίστεψε ὅτι ἡ Χριστιανικὴ πίστη ἦταν ἡ πιὸ ἀληθινή.

Ὁ ἱερέας τότε τοῦ εἶπε νὰ πάει στὰ Ἱεροσόλυµα νὰ βαπτισθεῖ, γιατί ὅταν θὰ τὸ µάθαινε ὁ θεῖος του, ποὺ ἦταν βασιλιὰς τῆς Συρίας, θὰ τὸν σκότωνε καὶ θὰ ἄρχιζε φοβερὸ διωγµὸ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Σαρακηνὸς πῆγε στὰ Ἱεροσόλυµα, ὅπου ὑπῆρχε ἄλλος ἡγεµόνας, καὶ βαπτίστηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη. Ὕστερα µάλιστα ἀπὸ λίγες µέρες συµβουλεύτηκε τὸν Πατριάρχη τί ἔπρεπε νὰ κάνει γιὰ νὰ σωθεῖ. Τότε ὁ Πατριάρχης τὸν συµβούλευσε νὰ γίνει µοναχὸς στὸ ὄρος Σινᾶ. Καὶ πραγµατικὰ ἔτσι ἔγινε. Ὕστερα ἀπὸ τρία χρόνια πῆρε ἄδεια ἀπὸ τὸν ἡγούµενό του καὶ ἔφυγε γιὰ νὰ συναντήσει τὸν ἱερέα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ποὺ τὸν εἶχε συµβουλεύσει νὰ βαπτισθεῖ. Ὅταν ἔφτασε ἐκεῖ ὁ ἱερέας δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἀφοῦ τοῦ ἀποκάλυψε ποιὸς ἦταν, τοῦ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυµία του νὰ δεῖ τὸν Χριστό.

Ὁ ἱερέας δόξασε τὸν Θεὸ καὶ τοῦ εἶπε: «πήγαινε παιδί µου στὸν θεῖο σου Ἀµιρᾶν καὶ ὁµολόγησε τὴν πίστη σου τόσο σ᾿ αὐτὸν ὅσο καὶ σ᾿ ἄλλους Σαρακηνούς».

Ὁ µοναχὸς σὰν τὰ ἄκουσε αὐτὰ συγκινήθηκε καὶ ξεκίνησε ἀµέσως νὰ πάει στὴν πόλη, ὅπου ὁ θεῖος του ἦταν ἄρχοντας. Ὅταν ἔφτασε ἐκεῖ, περίµενε νὰ νυχτώσει καὶ ἀνέβηκε στὸν µιναρὲ τοῦ τζαµιοῦ καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Τρέξτε ἐδῶ Σαρακηνοί, διότι θέλω νὰ σᾶς µιλήσω». Τότε οἱ Σαρακηνοὶ ἔτρεξαν µὲ λαµπάδες καὶ ὅταν εἶδαν τὸν µοναχό, ῥώτησαν τί εἶχε νὰ τοὺς πεῖ.

Ὁ µοναχός τους εἶπε: «Μὲ ῥωτᾶτε τί ἔχω νὰ σᾶς πῶ; Λοιπόν σας ῥωτῶ: Ποῦ εἶναι ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Ἀµιρᾶν, ποὺ ἔφυγε κρυφά;» Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν: «Ἂν µᾶς πεῖς ποὺ βρίσκεται θὰ σοῦ δώσουµε ὅσα λεφτὰ θέλεις».

Ὁ µοναχὸς τοὺς εἶπε: «

Ὁδηγῆστέ µε στὸν Ἀµιρᾶν γιὰ νὰ σᾶς τὸ πῶ».Ἀφοῦ ἅρπαξαν τὸν µοναχό, τὸν ὁδήγησαν µὲ µεγάλη χαρὰ στὸν Ἀµιρᾶν. «Αὐτὸς ὁ µοναχὸς γνωρίζει ποὺ εἶναι ὁ ἀνεψιός σου», τοὔπανε.

Ὁ Ἀµιρὰς τότε ῥώτησε ἂν στ᾿ ἀλήθεια ξέρει ποὺ βρίσκεται. «Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶµαι. Ὅµως τώρα εἶµαι Χριστιανὸς καὶ πιστεύω στὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο πνεῦµα, τὴν µία θεότητα καὶ ὁµολογῶ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία καὶ ἔκαµε στὸν κόσµο µεγάλα θαυµάσια καὶ ἀφοῦ σταυρώθηκε καὶ πῆγε στοὺς οὐρανοὺς καὶ κάθισε στὰ δεξιά του Θεοῦ καὶ Πατέρα, πρόκειται νὰ ἔλθει ξανὰ γιὰ νὰ κρίνει ζωντανοὺς καὶ πεθαµένους». Μόλις ἄκουσε αὐτὰ ὁ θεῖος του Ἀµιρὰς τοὖπε: «Τί ἔπαθες, ταλαίπωρέ µου, νὰ ἀφήσεις τὸ σπίτι σου, τὰ πλούτη σου, τὴν δόξα σου καὶ νὰ περπατεῖς περιφρονηµένος σὰν ζητιάνος; Ἐπίστρεψε λοιπὸν στὴν θρησκεία σου καὶ παραδέξου σὰν προφήτη σου τὸν Μωάµεθ γιὰ νὰ ἐπανέλθεις ξανὰ στὴν προηγούµενή σου κατάσταση».

Ὁ µοναχὸς τότε τοῦ εἶπε: «Ὅσα καλὰ εἶχα ποὺ ἤµουν Σαρακηνός, ἦταν µερίδα τοῦ διαβόλου. Αὐτὸ τὸ τρίχινο φόρεµά µου εἶναι τὸ καύχηµα καὶ ὁ πλοῦτος µου. Τὸ Μωάµεθ ποὺ σᾶς πλάνεψε καὶ τὴν θρησκεία του, ἀποστρέφοµαι ἐντελῶς». Σὰν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἀµιρᾶς εἶπε πρὸς τοὺς Σαρακηνοὺς ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἀνεψιός του ἔχασε τὰ λογικά του καὶ νὰ τὸν διώξουν. Αὐτὸ βέβαια τὸ ἔκαµε γιὰ νὰ τὸν γλιτώσει ἀπὸ τὸ νόµο ποὺ προέβλεπε θανατικὴ ποινὴ στοὺς ὑβριστὲς τῆς θρησκείας. Ἐκεῖνοι µόλις ἄκουσαν τὸν Ἀµιρᾶν εἶπαν: «Ἀφήνεις ἐλεύθερο αὐτὸν ποὺ ὕβρισε τὸν προφήτη καὶ τὴν θρησκεία µας; Ἂς ἀρνηθοῦµε καὶ ἐµεῖς λοιπὸν τὴν θρησκεία µας καὶ ἂς γίνουµε Χριστιανοί».

Ὁ Ἀµιρᾶς ἐπειδὴ φοβήθηκε τὸν ὄχλο µήπως ἐξαγριωθεῖ περισσότερο, ἔδωκε τὴν ἄδεια νὰ τὸν κάµουν ὅτι θέλουν. Ἐκεῖνοι τὸν ἅρπαξαν, τρίζοντας τὰ δόντια ἀπὸ τὴν λύσσα καὶ ἀφοῦ τὸν ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, τὸν λιθοβόλησαν, ἐνῷ ἐκεῖνος προσευχόταν κι εὐχαριστοῦσε τὸν Θεό, γιατί τὸν ἀξίωνε νὰ µαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνοµα τοῦ Κυρίου µας. Αὐτὸ ἦταν τὸ τέλος τοῦ θαῤῥαλέου ὁµολογητῆ Σαρακηνοῦ. Κάθε νύχτα πάνω ἀπὸ τὸν σωρὸ ἀπὸ τὶς πέτρες, φαινόταν ἕνα ἄστρο λαµπρὸ ποὺ φώτιζε τὸν κόσµο ἐκεῖνο. Οἱ Σαρακηνοὶ µάλιστα θαύµασαν τὸ γεγονός. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ ὁ Ἀµιρᾶς ἔδωσε ἄδεια στοὺς Χριστιανοὺς νὰ βγάλουν τὸ Ἅγιο λείψανο τοῦ µάρτυρα ἀπὸ τὶς πέτρες γιὰ νὰ τὸ θάψουν. Ὅταν λοιπὸν σήκωσαν τὶς πέτρες, βρῆκαν τὸ λείψανο «σῶον καὶ ἀβλαβές» καὶ ἀνέδιδε εὐωδία. Ἀφοῦ τὸ προσκύνησαν µὲ εὐλάβεια, τὸ ἐνταφίασαν µὲ ὕµνους καὶ ψαλµῳδίες στὸν Κύριο. 5) Ἡ κόρη τοῦ βασιλιᾶ γλιτώνει ἀπὸ τὸν δράκοντα Στὴν Ἀνατολικὴ ἐπαρχία τῆς Ἀττάλειας καὶ στὴν πόλη Ἀλαγία βασίλευε κάποιος Σέλβιος ποὺ ἦταν πολὺ Χριστιανοµάχος. Εἶχε βασανίσει πολλοὺς Χριστιανοὺς γιὰ ν᾿ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ ἔπειτα τοὺς φόνευε. Κοντὰ στὴν πόλη ὑπῆρχε ἕνας δράκοντας φοβερὸς ποὺ καθηµερινὰ ἅρπαζε ἀνθρώπους ἢ ζῷα καὶ τὰ κατάτρωγε. Οἱ κάτοικοι εἶχαν πανικοβληθεῖ καὶ ἀπόφευγαν νὰ περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ. Κάποτε ὁ βασιλιὰς συγκέντρωσε στρατὸ καὶ πῆγε γιὰ νὰ σκοτώσει τὸ ἄγριο θηρίο. Ὅµως δὲν πέτυχε καὶ ἐπέστρεψε ἄπρακτος. Ὅταν εἶδαν οἱ κάτοικοι ὅτι ὁ βασιλιὰς ἀπέτυχε νὰ σκοτώσει τὸν δράκοντα πῆγαν νὰ τὸν ῥωτήσουν γιατί δὲν µπόρεσε νὰ βρεῖ τρόπους νὰ ἐξοντώσει τὸ θηρίο. Τότε ὁ βασιλιάς, ὕστερα ἀπὸ συµβουλὴ ποὺ τοῦ ἔδωσαν οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, εἶπε στὸ πλῆθος: «Γνωρίζετε ὅτι ἐπιχειρήσαµε ἀρκετὲς φορὲς νὰ σκοτώσουµε τὸ θηρίο καὶ δὲν τὸ κατορθώσαµε, γιατί ἔτσι ἦταν τὸ θέληµα τῶν Θεῶν. Τώρα λοιπόν, σύµφωνα µὲ τὴν ἐντολή τους, θὰ πρέπει ὁ καθένας µας νὰ στέλλει τὸ παιδί του γιὰ νὰ τὸ τρώει ὁ δράκοντας. Ἀκόµα καὶ ἐγὼ θὰ στείλω τὴν µοναδική µου κόρη, ὅταν ἔλθει ἡ σειρά της». Ἔτσι, λοιπόν, ὁ λαὸς ὑπάκουσε στὴν διαταγὴ τοῦ βασιλιᾶ γιατί δὲν µποροῦσε νὰ κάνει ἀλλιώτικα. Ἔστελναν, δηλαδὴ τὰ παιδιά τους µὲ δάκρυα καὶ µὲ θρήνους νὰ καταβροχθίζονται ἀπὸ τὸ θηρίο. Ὅταν ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ τῆς κόρης τοῦ βασιλιᾶ, ξετυλίχθηκαν τραγικὲς σκηνές.

Ὁ βασιλιὰς κτυποῦσε τὸ στῆθος του καὶ τὸ πρόσωπό του, τραβοῦσε τὰ γένια του καὶ µὲ λυγµοὺς ἔλεγε: «Ἀλίµονο σὲ µένα τὸν ταλαίπωρο! Τί νὰ πρωτοκλάψω γλυκό µου παιδί; Τὸ χωρισµό µας ἢ τὸν ξαφνικό σου θάνατο ποὺ θὰ δῶ σὲ λίγο; Τί νὰ πρωτοθρηνήσω, ἀγαπηµένο µου παιδί, τὸ κάλλος σου ἢ τὸν τρόµο, ποῦ σὲ λίγο θὰ νοιώσεις σὰν σὲ κατασπαράζει τὸ θηρίο; Ἀλίµονο, κόρη µου, ποὺ ἔλαµπες σὰν πολύφωτη λαµπάδα στὸ παλάτι µου καὶ περίµενα τὴν ὥρα ποὺ θὰ γιόρταζα τοὺς γάµους σου. Ποῦ θὰ βρῶ πιὰ παρηγοριὰ καὶ πῶς θὰ ζήσω µακριά σου; Τί τὴν θέλω τὴν ζωὴ καὶ τὰ παλάτια χωρὶς ἐσένα;» Αὐτὰ ἔλεγε ὁ ἀπαρηγόρητος βασιλιάς. Ἔπειτα γύρισε πρὸς τὸ πλῆθος καὶ εἶπε: «Ἀγαπητοί µου φίλοι καὶ ἄρχοντες, σᾶς ζητῶ νὰ µὲ συµπονέσετε. Σᾶς προσφέρω πλούτη ὅσα θέλετε καὶ ἀκόµα τὴν βασιλεία µου, ἀλλὰ νὰ µοῦ κάνετε µία χάρη. Νὰ µοῦ χαρίσετε τὸ µονάκριβο παιδί, ἀλλιώτικα ἀφῆστε καὶ ἐµένα νὰ πάω µαζί της.» Κανένας ὅµως δὲν συγκινήθηκε ἀπὸ τὰ λόγια του βασιλέα, γιατί αὐτὸς ἦταν ποὺ ἔβγαλε τὴν διαταγή, γιὰ νὰ βρίσκουν τὰ παιδιὰ τους τέτοιο οἰκτρὸ τέλος. Ἔτσι µὲ µία φωνὴ ὅλοι του εἶπαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρµοστεῖ καὶ στὸ παιδί του ἡ διαταγή του. Σὰν δὲν µποροῦσε νὰ κάνει διαφορετικὰ ὁ βασιλιάς, τὴν συνόδευσε µέχρι τὴν πύλη τῆς πόλης. Ἀφοῦ τὴν ἀγκάλιασε καὶ τὴν φίλησε, τὴν παρέδωσε στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν λίµνη. Πραγµατικὰ οἱ ἄνθρωποι τὴν ἄφησαν καὶ ἔφυγαν.

Ὁ λαὸς ἔβλεπε µέσα ἀπὸ τὰ τείχη τὴν κόρη ποὺ καθόταν κοντὰ στὴν λίµνη καὶ περίµενε νὰ ἔλθει τὸ θηρίο γιὰ νὰ τὴν κατασπαράξει. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ µέγας Γεώργιος, ποὺ δὲν εἶχε ἀκόµη ὁµολογήσει τὴν Χριστιανική του πίστη, ἦταν κόµης καὶ ἀρχηγὸς στρατιωτικῆς µονάδας στὸ στράτευµα τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ἐπέστρεφε µάλιστα στὴν Καππαδοκία ἀπὸ µία ἐκστρατεία ποὺ ἔκανε µαζὶ µὲ τὸν Διοκλητιανό. Ἀπὸ Θεοῦ θέληµα πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν λίµνη καὶ ὅταν εἶδε τὸ νερό, θέλησε νὰ ποτίσει τὸ ἄλογό του καὶ νὰ ξεκουραστεῖ καὶ ὁ ἴδιος. Ὅταν εἶδε τὴν κόρη νὰ κλαίει ἀσταµάτητα καὶ νὰ διακατέχεται ἀπὸ ἀγωνία καὶ τρόµο, τὴν πλησίασε καὶ τὴν ῥώτησε γιατί ἔκλαιγε καὶ ἀκόµη ποιὸς ἦταν ὁ λόγος ποὺ τὴν παρακολουθοῦσε ὁ λαὸς µέσα ἀπὸ τὰ τείχη. Ἡ κόρη τοῦ εἶπε ὅτι ἀδυνατοῦσε νὰ τοῦ διηγηθεῖ τὰ ὅσα συνέβησαν καὶ τὰ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ συµβοῦν καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ καβαλήσει τὸ ἄλογό του καὶ νὰ φύγει, ὅσο πιὸ γρήγορα µποροῦσε γιατί κινδύνευε νὰ χάσει τὴν ζωή του καὶ ἦταν τόσο νέος καὶ ὡραῖος.

Ὁ Ἅγιος ἐπέµενε νὰ µάθει τί τῆς συνέβηκε. Καὶ αὐτὴ τοῦ εἶπε: «Εἶναι µεγάλη ἡ ἀφήγηση, κύριέ µου, καὶ δὲν µπορῶ νὰ σοῦ τὰ ἀφηγηθῶ ὅλα µε λεπτοµέρειες. Μόνο σου λέγω καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ φύγεις τώρα ἀµέσως γιὰ νὰ µὴν πεθάνεις ἄδικα µαζί µου». Καὶ ὁ Ἅγιος της εἶπε: «Πές µου τὴν ἀλήθεια, γιατί κάθεσαι ἐδῶ καὶ ὁρκίζοµαι στὸν Θεό, ποὺ πιστεύω ἐγώ, ὅτι δὲν θὰ σὲ ἀφήσω µόνη, ἀλλὰ θὰ σὲ ἐλευθερώσω ἀπὸ τὸν θάνατο, ἀλλιώτικα θὰ πεθάνω καὶ ἐγὼ µαζί σου». Τότε ἡ κόρη ἀναστέναξε πικρὰ καὶ διηγήθηκε στὸν Ἅγιο τὰ ὅσα συνέβησαν. Ἀφοῦ ἄκουσε ἐκεῖνος τὰ γεγονότα, ῥώτησε τὴν κόρη: «Σὲ ποιὸ Θεὸ πιστεύουν ὁ πατέρας σου καὶ ἡ µητέρα σου καὶ ὁ λαός;» Καὶ ἐκείνη τοῦ ἀποκρίθηκε: «Πιστεύουν στὸν Ἡρακλῆ καὶ στὴν µεγάλη θεὰ Ἄρτεµη».

Ὁ ἅγιος τότε τῆς εἶπε: «Ἀπὸ σήµερα νὰ µὴν φοβᾶσαι οὔτε καὶ νὰ κλαίεις. Μόνο πίστεψε στὸν Χριστό, ποὺ πιστεύω ἐγώ, καὶ θὰ δεῖς τὴν δύναµη τοῦ Θεοῦ µου». Ἡ βασιλοπούλα ἀπάντησε στὸν Ἅγιο: «Πιστεύω, κύριέ µου, µ᾿ ὅλη µου τὴν ψυχὴ καὶ µ᾿ ὅλη µου τὴν καρδιά».

Ὁ Ἅγιος συνέχισε: «Ἔχε θάῤῥος στὸν Θεὸ ποὺ δηµιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ καὶ τὴν θάλασσα διότι ὁ Χριστὸς πρόκειται νὰ καταργήσει τὴν δύναµη τοῦ Θηρίου καὶ θὰ ἐλευθερωθοῦν καὶ ἀκόµα θὰ διώξουν τὸν φόβο τοῦ θηρίου ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου αὐτοῦ. Μεῖνε, λοιπόν, ἐδῶ καὶ µόλις δεῖς τὸ θηρίο νὰ ἔρχεται, φώναξέ µου». Τότε ὁ Ἅγιος ἔκλεινε τὰ γόνατά του στὴ γῆ καὶ ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανὸ προσευχήθηκε καὶ εἶπε: «

Ὁ Θεὸς ὁ Μεγάλος καὶ Δυνατὸς ποὺ κάθεται πάνω στὰ χερουβὶµ καὶ ἐπιβλέπει ἀβύσσους, ποὺ εἶναι εὐλογητὸς καὶ ὑπάρχει στοὺς αἰῶνες, σὺ γνωρίζεις ὅτι οἱ καρδίες εἶναι µάταιες, Σὺ φιλάνθρωπε Δεσπότη καὶ Κύριε ἐπίβλεψε καὶ τώρα σὲ µένα τὸν ταπεινὸ καὶ ἀνάξιο δοῦλο σου καὶ φανέρωσέ µου τὰ ἐλέη σου. Κάνε νὰ ὑποτάξω τὸ φοβερὸ αὐτὸ θηρίο γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι ὑπάρχεις µαζί µου καὶ ὅτι εἶσαι ὁ µόνος ἀληθινὸς Θεός». Τότε ἀκούστηκε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ τοὔλεγε: «Εἰσακούστηκε ἡ δέησή σου Γεώργιε, καὶ κάνε ὅπως θέλεις, διότι ἐγὼ θἆµαι πάντοτε µαζί σου». Μόλις τελείωσε τὴν προσευχή του ὁ Ἅγιος, φάνηκε τὸ ἄγριο θηρίο. Ὅταν τὸ εἶδε ἡ κόρη φώναξε: «Ἀλοίµονό µου, κύριέ µου! Ἔρχεται τὸ θηρίο γιὰ νὰ µὲ κατασπαράξει». Τότε ὁ Ἅγιος ἔτρεξε γιὰ νὰ συναντήσει τὸ θηρίο. Ἦταν τὸ θηρίο φοβερό. Ἔβγαζε ἀπὸ τὰ µάτια του φωτιὰ καὶ ἦταν τόσο ἐξαγριωµένο καὶ ἀπαίσιο ποὺ παρουσίαζε θέαµα τροµερό. Ἀµέσως ὁ Ἅγιος ἔκανε τὸ σηµεῖο τοῦ τιµίου Σταυροῦ καὶ εἶπε: «Κύριε ὁ Θεός µου, ἡµέρεψε γιὰ χάρη µου, ποὺ εἶµαι δοῦλος σου, τὸ θηρίο αὐτὸ γιὰ νὰ πιστέψει ὁ λαὸς στὸ ὄνοµά Σου τὸ Ἅγιο». Ἔτσι καὶ ἔγινε.

Ὁ φοβερὸς δράκοντας µὲ τὰ µεγάλα δόντια ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ ἀλόγου τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνῷ κυλιόταν καὶ βρυχόταν, µόλις ἡ βασιλοπούλα εἶδε τὸ θέαµα, ἔνοιωσε χαρὰ µεγάλη. Καὶ ὁ Ἅγιος της εἶπε: «Βγάλε τὴν ζώνη σου καὶ δέσε µὲ αὐτὴ τὸν δράκοντα ἀπὸ τὸν λαιµό». Ἀµέσως τότε ἡ κόρη ἄφοβα ἔβγαλε τὴν ζώνη της καὶ ἔδεσε τὸ δράκοντα, καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν Ἅγιο ποὺ τὴν γλίτωσε ἀπὸ τὸν βέβαιο θάνατο.

Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἀνέβηκε στὸ ἄλογό του, εἶπε πρὸς τὴν βασιλοπούλα: «Σύρε τὸν δράκοντα µὲ τὴν ζώνη σου µέχρι τὴν πόλη». Ὅταν εἶδαν οἱ κάτοικοι τὸ παράξενο θέαµα, τὴν κόρη δηλαδὴ νὰ σέρνει δεµένο τὸν δράκοντα, τράπηκαν σὲ φυγή. «Μὴ φοβᾶσθε, σταθεῖτε καὶ θὰ δεῖτε τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν σωτηρία σας» τοὺς εἶπε ὁ Ἅγιος. Τότε σταµάτησαν ὅλοι ἀπορηµένοι καὶ περίµεναν νὰ δοῦν τί θὰ τοὺς δείξει. Τοὺς προέτρεψε λοιπόν, νὰ πιστέψουν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ αὐτοὶ δέχτηκαν µὲ χαρά. Ἀφοῦ σήκωσε τὸ χέρι του κτύπησε µὲ τὸ ἀκόντιο τὸν δράκοντα καὶ τὸ φοβερὸ τέρας σκοτώθηκε. Ἔπειτα ἀφοῦ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι τὴν βασιλοπούλα, τὴν παρέδωσε στὸν βασιλιά. Ὅλοι ἔνοιωσαν µεγάλη καὶ ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ ἀφοῦ γονάτισαν, καταφιλοῦσαν τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ εὐχαριστοῦσαν τὸν Πανάγαθο Θεό, διότι τοὺς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὸ θηρίο κι ἔτσι σταµάτησε ἡ θυσία τῶν παιδιῶν τους.

Ὁ Ἅγιος κάλεσε ἀπὸ κάποια πόλη τῆς Ἀντιοχείας τὸν ἐπίσκοπο Ἀλέξανδρο καὶ βάπτισε τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς ἄρχοντες καὶ ὅλο τὸ λαό. Μέσα σὲ δεκαπέντε µέρες βάπτισε σαράντα πέντε χιλιάδες. Ἀφοῦ λοιπὸν βαπτίστηκαν ὅλοι καὶ ἔγινε µεγάλη χαρὰ στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό, ἔκτισαν καὶ µία µεγάλη ἐκκλησία στὸ ὄνοµα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἅγιος πῆγε νὰ τὴν δεῖ. Μόλις µπῆκε στὸ Ἅγιο βῆµα καὶ προσευχήθηκε, βγῆκε πηγὴ ἁγιάσµατος καὶ σκορπίστηκε εὐωδία στὸν ναό. Ἡ πηγὴ αὐτὴ σῴζεται µέχρι σήµερα.

Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε τὸν βασιλιὰ καὶ τὸ λαό, ἔφυγε γιὰ τὴν πατρίδα του τὴν Καππαδοκία. Στὸ δρόµο του συνάντησε τὸ διάβολο µετασχηµατισµένο σὲ µορφὴ ἀνθρώπου. Κρατοῦσε δυὸ ῥαβδιὰ στὰ ὁποῖα στηριζόταν σὰν γέρος. Φαινόταν µάλιστα σὰν νικηµένος καὶ καταφρονηµένος στρατιώτης. Εἶπε, λοιπὸν µὲ ταπείνωση στὸν Ἅγιο: «Χαῖρε Γεώργιε».

Ὁ Ἅγιος ἀµέσως κατάλαβε ὅτι ἦταν ὁ διάβολος καὶ τοῦ εἶπε: «Ποιὸς εἶσαι καὶ πῶς µὲ ξέρεις; Ἂν δὲν ἤσουνα ὁ πονηρὸς διάβολος δὲν θὰ µποροῦσες νὰ µὲ ξέρεις, ἀφοῦ ποτὲ ξανὰ δὲν µὲ ἔχεις δεῖ».

Ὁ διάβολος ἀπάντησε: «Πὼς τολµᾷς νὰ ὑβρίζεις τοῦ ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ καὶ ῥωτᾷς ποιὸς εἶµαι ἐγώ; Μάθε νὰ µιλᾷς καλά».

Ὁ Ἅγιος τότε ἀποκρίθηκε: «Ἂν εἶναι ἔτσι ὅπως µου τὰ λὲς καὶ εἶσαι Ἄγγελος, ἀκολούθησέ µε. Ἂν ὅµως εἶσαι πνεῦµα πονηρό, νὰ µὴν µετακινηθεῖς ἀπὸ τὴν θέση σου». Μόλις τελείωσε τὸ λόγο τοῦ αὐτὸ ὁ Ἅγιος, ὁ διάβολος βρέθηκε δεµένος καὶ φώναξε δυνατά: «Ἀλοίµονό µου! Τί κακὴ ὥρα ἦταν αὐτὴ ποὺ σὲ συνάντησα! Τί κακὸ ἔπαθα νὰ πέσω στὰ χέρια σου ὁ ταλαίπωρος!».

Ὁ Ἅγιος βεβαιώθηκε ὅτι ἦταν πνεῦµα πονηρὸ καὶ τοῦ εἶπε: «Σὲ ὁρκίζω στὸ Θεὸ νὰ µοῦ πεῖς τί ἐπρόκειτο νὰ µοῦ κάνεις». Καὶ ὁ δαίµονας εἶπε: «Ἐγὼ, Γεώργιε, εἶµαι ἀπὸ τὸ δεύτερο τάγµα τοῦ Σατανᾶ καὶ ὅταν ὁ Θεὸς ἔκαµε τὸν οὐρανὸ καὶ διαχώριζε τὴν γῆ ἀπὸ τὰ νερὰ ἤµουνα παρών. Ἐγὼ ἔκαµα φοβερὲς βροντὲς καὶ ἀστραπές, ἐγὼ ἔδεσα κεφαλὲς καὶ τώρα ἀπὸ τὴν περηφάνια µου κατάντησα κάτω στὸν Ἅδη καὶ ἔγινα δαίµονας. Ἀλοίµονό µου, Γεώργιε, γιατί ζήλεψα τὴν χάρη ποὺ σοῦ δόθηκε καὶ ἤθελα νὰ σὲ παραπλανήσω γιὰ νὰ µὲ προσκυνήσεις. Ἀλλὰ πλανήθηκα. Ἀλοίµονό µου τί κακὸ ἐζήτησα νὰ πάθω καὶ δὲν µπορῶ νὰ λυθῶ. Σὲ παρακαλῶ Γεώργιε, θυµήσου τὴν προηγούµενή µου εὐτυχία καὶ µὴ µὲ ἀφήσεις νὰ ἐπιστρέψω στὴν ἄβυσσο γιατί σου τὰ εἶπα ὅλα». Τότε ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ὕψωσε τὰ χέρια στὸν οὐρανὸ εἶπε: «Σ᾿ εὐχαριστῶ Κύριέ µου, διότι µου παρέδωσες στὰ χέρια µου τὸν πονηρὸ δαίµονα, ποὺ πρόκειται νὰ σταλεῖ σὲ σκοτεινὸ τόπο γιὰ νὰ τιµωρεῖται αἰώνια». Μόλις εἶπε αὐτὰ ὁ Ἅγιος ἐπετίµησε καὶ ἀπόλυσε τὸ πονηρὸ πνεῦµα. Θαυµατουργικὲς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου στὸ Ἅγιον Ὄρος α) ἡ εἰκόνα ποὺ µεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Μονὴ Φανουήλ Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντα τοῦ Σοφοῦ (886-912) ἦσαν τρεῖς γνήσιοι ἀδελφοί, ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἀαρῶν καὶ ὁ Βασίλειος καὶ ἡ καταγωγή τους ἦταν ἀπὸ τὴν µεγαλύτερη Λιγχίδα, ποὺ µετονοµάστηκε ἀργότερα σὲ Ἀχρίδα. Αὐτοὶ λοιπὸν ἀποφάσισαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ κόσµο, τὸν πλοῦτο, τὴν δόξα καὶ νὰ πάρουν τὸ ἀγγελικὸ σχῆµα. Ἔφτασαν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ καὶ ἀφοῦ βρῆκαν ἥσυχο τόπο, κατασκεύασαν σκηνές, ὅπου ἔµεναν γιὰ ἀρκετὸ διάστηµα καὶ συναντιόνταν µόνο τὴν Κυριακή. Διαδόθηκε, λοιπὸν ἡ φήµη τῆς ἀρετῆς τους καὶ γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ ἔρχονταν κοντά τους καὶ δὲν ἔφευγαν. Βρῆκαν ἕνα χῶρο ὅπου ἔκτισαν µοναστήρι. Ἀφοῦ ἔκτισαν καὶ τὸν ναὸ σκέπτονταν πὼς νὰ τὸν ὀνοµάσουν. Ἄλλοι ἔλεγαν νὰ τὸν ἀφιερώσουν στὸν Ἅγιο Νικόλαο, ἄλλοι στὸν Ἅγιο Κλήµεντα, ἀρχιεπίσκοπο Ἀχρίδος ποὺ ἦταν καὶ συµπατριώτης τους καὶ ὁ καθένας γενικὰ ἤθελε νὰ δώσει στὸ ναὸ τὸ ὄνοµα τοῦ Ἁγίου, ποὺ ἔτρεφε µεγαλύτερη εὐλάβεια. Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν συµφωνοῦσαν ἀποφάσισαν νὰ προσφύγουν στὴν προσευχὴ στὸ Θεὸ καὶ νὰ δεηθοῦν ὥστε Αὐτὸς γιὰ νὰ ἀποφασίσει γιὰ νὰ διατάξει σὲ ποιὸν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του θὰ ἀφιερώσουν τὸ ναὸ καὶ ποιὰν εἰκόνα θὰ ζωγραφίσουν στὸ ξύλο ποὺ ἑτοίµασαν. Προσευχήθηκαν καὶ οἱ τρεῖς, ὁ καθένας στὸ ἡσυχαστήριό του. Στὴν διάρκεια τῆς προσευχῆς τους διαχύθηκε ἀπὸ τὸν νεόκτιστο ναὸ ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς, λαµπρότερο ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου γύρω ἀπὸ τὰ κελιὰ τῶν µοναχῶν. Οἱ µοναχοὶ κατελήφθησαν ἀπὸ φόβο καὶ ἀπορία καὶ ἔµειναν προσευχόµενοι ὅλη νύχτα. Τὴν ἑποµένη τὸ πρωὶ ὅταν κατέβηκαν οἱ µοναχοὶ στὴν ἐκκλησία εἶδαν µὲ θαυµασµὸ ὅτι στὸ ξύλο ποὺ ἑτοίµασαν νὰ ζωγραφίσουν, ἐζωγραφίθη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μεγαλοµάρτυρα καὶ Τροπαιοφόρου Γεωργίου. Ἀπ᾿ αὐτὴ µάλιστα ἔβγαινε ἡ λάµψη ποὺ φώτιζε τὰ ταπεινὰ ἡσυχαστήρια. Ἔτσι λοιπόν, ἀφιερώθηκε ἡ ἐκκλησία στὸν Ἅγιο Γεώργιο καὶ ἡ µονὴ ὀνοµάσθηκε Ζωγράφου. Ἡ θαυµατουργὴ εἰκόνα ὑπῆρχε στὴν Μονὴ τοῦ Φανουὴλ ποὺ βρίσκεται στὴν Συρία κοντὰ στὴ Λύδδα. Σύµφωνα µὲ τὴν µαρτυρία τοῦ καθηγουµένου τῆς Μονῆς Φανουήλ, Εὐστρατίου, ὅταν κάποτε ὁ Θεὸς θέλησε, νὰ τιµωρήσει τὴν Συρία καὶ νὰ τὴν παραδώσει στοὺς Σαρακηνούς, ἡ ζωγραφιὰ τῆς εἰκόνας ξαφνικὰ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ τὸ ξύλο καὶ ἀφοῦ ὑψώθηκε κρύφτηκε σὲ ἄγνωστο µέρος. Οἱ µοναχοὶ τότε, ἐπειδὴ φοβήθηκαν καὶ λυπήθηκαν ἀπὸ τὸ θαῦµα, ἀφοῦ γονάτισαν, προσεύχονταν στὸ Θεὸ θερµὰ καὶ µὲ δάκρυα καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἀποκαλύψει ποὺ κρυβόταν τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Ὁ πανάγαθος Θεὸς ἄκουσε τὴν δέηση τῶν µοναχῶν καὶ ὁ Ἅγιος παρουσιάστηκε στὸν ἡγούµενο καὶ τοῦ εἶπε: «Μὴ λυπᾶστε γιὰ µένα. Ἐγὼ βρῆκα γιὰ τὸν ἑαυτό µου Μονὴ τῆς Παναγίας στὸ Ἄθω. Ἂν θέλετε πηγαίνετε καὶ ἐσεῖς πρὸς τὰ ἐκεῖ, γιατί ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου εἶναι ἕτοιµη νὰ πέσει πάνω στὴν διεφθαρµένη Παλαιστίνη καὶ σχεδὸν σ᾿ ὅλη τὴν Οἰκουµένη, ἐπειδὴ οἱ Χριστιανοὶ ἁµαρτάνουν». Ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅλους τοὺς µοναχοὺς ὁ καθηγούµενος ἀνακοίνωσε τὰ συµβάντα. Ἔπειτα κάλεσε καὶ τοὺς προύχοντες τῆς πόλης Λύδδας καὶ τοὺς ἀνάγγειλε ὅσα συνέβησαν σχετικῶς µὲ τὴν ἁγία εἰκόνα. Ὕστερα τοὺς παράγγειλε τὰ ἑξῆς: «Ἐµεῖς φεύγουµε, γιὰ τὴν ἁγία πόλη τῶν Ἱεροσολύµων γιὰ νὰ προσκυνήσουµε τὸν Ἅγιο Τάφο τοῦ Κυρίου καὶ ἂς γίνει τὸ θέληµά Του. Σεῖς ἐγκατασταθεῖτε στὴν Μονὴ γιὰ νὰ τὴν προφυλάξετε». Μὲ δάκρυα ξεκίνησαν. Ἀφοῦ ἔφτασαν στὴν Ἰόππη βρῆκαν πλοῖο καὶ ἀναχώρησαν γιὰ τὸ ὄρος Ἄθω. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὲς µέρες ἔφτασαν στὴν µονὴ Ζωγράφου. Ὅταν µπῆκαν στὸ ναό, µὲ ἔκπληξη καὶ θαυµασµό, εἶδαν τὴν ζωγραφιὰ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ποὺ εἶχαν στὴν µονὴ Φανουήλ, νἆναι προσκολληµένη χωρὶς καµιὰ ἀλλοίωση σ᾿ ἕνα καινούργιο ξύλο. Τότε µὲ συγκίνηση καὶ δάκρυα γονάτισαν µπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ ἔλεγαν: «Γιατί µας προξένησες τόση λύπη, Μεγαλοµάρτυρα Γεώργιε;». Οἱ µοναχοί της Ζωγράφου ἀποροῦσαν, γιατί συνέβησαν ὅλα αὐτὰ τὰ παράξενα. Ὅµως ἐκεῖνοι τοὺς διηγήθηκαν τὰ συµβάντα καὶ ὅλοι δόξαζαν ὁλόψυχα τὸν Κύριο καὶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο. Τὸν δὲ καθηγούµενο Εὐστράτιο τὸν ἔκαµαν Ἡγούµενό τους. Ἀπὸ τότε ἄρχισαν νὰ γίνονται ἀπὸ τὴν ἁγία εἰκόνα πολλὰ θαύµατα. Γι᾿ αὐτὸ ὁ κόσµος πήγαινε στὴν µονὴ Ζωγράφου, νὰ προσκυνήσει τὸν Τροπαιοφόρο Γεώργιο. Ἡ φήµη τῶν θαυµάτων ἔφθασε µέχρι καὶ τὸν βασιλέα Λέοντα τὸν Σοφό, ποὺ ἦταν πολὺ εὐσεβής. Μάλιστα ἀποφάσισε νὰ πάει προσωπικὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ προσκυνήσει καὶ χαρεῖ πνευµατικὰ µὲ τὶς ψυχωφελεῖς συζητήσεις ποὺ θὰ ἔκανε µὲ τοὺς ἀσκητὲς Μωυσῆ, Ἀαρῶν καὶ Βασίλειο ποὺ ἔγιναν ξακουστοὶ γιὰ τὴν ἀρετή τους. Ὕστερα ἀπὸ τὸν Λέοντα ἐπισκέφτηκε τὴν Μονὴ καὶ ὁ βασιλιὰς τῶν Βουλγάρων Ἰωάννης ἀπὸ τὸ Τίρναβο. Μὲ τὴν πλούσια βοήθειά του ἄρχισε νὰ κτίζεται ἡ µεγαλοπρεπὴς Μονὴ τοῦ Ζωγράφου. Ἀργότερα ἡ ἱερὰ Μονὴ κατεδαφίστηκε ἀπὸ τοὺς βαρβάρους καὶ τοὺς πειρατές. Ἡ τωρινὴ Μονὴ κτίστηκε ἀπὸ τὸν Ἡγεµόνα τῆς Μολδαβίας Στέφανο. Ἡ Ἁγία εἰκόνα ἔχει µέχρι σήµερα τὸ ἄκρο τοῦ δάκτυλου κάποιου ὀλιγόπιστου Ἐπισκόπου. Αὐτὸς καταγόταν, σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση, ἀπ᾿ τὰ Βοδενὰ (Ἔδεσσα) καὶ ὅταν ἄκουσε γιὰ τὰ θαύµατα τῆς εἰκόνας θέλησε µαζὶ µὲ τὴν συνοδεία του νὰ πάει νὰ διαπιστώσει ἂν πραγµατικὰ ἦσαν ἀληθινὰ αὐτὰ ποὺ διαδίδονταν ἢ ἦσαν ἐφευρέσεις τῶν µοναχῶν, γιὰ λόγους φιλοχρηµατίας. Ὅταν ἔφτασε στὸ Ἅγιον Ὄρος πῆγε καὶ στὴν Μονὴ τοῦ Ζωγράφου ὅπου οἱ µοναχοὶ ἐκεῖ τὸν ὑποδέχτηκαν µὲ τὴν πρέπουσα τιµή. Στὴν συνέχεια τὸν ὁδήγησαν στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν Ἅγιο Γεώργιο. Ἀλλὰ ὁ ἐπίσκοπος ἀντὶ νὰ φανεῖ ταπεινὸς καὶ σεµνὸς φάνηκε περήφανος καὶ ὀλιγόπιστος. Ἀφοῦ µὲ ἀδιαφορία εἶδε τὸν ναὸ στάθηκε µπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ µὲ ἀλαζονικὸ ὕφος εἶπε πρὸς τοὺς µοναχούς: «Ὥστε αὐτὴ εἶναι ἡ θαυµατουργὸς εἰκόνα τοῦ Ἁγίου». Ἀµέσως ὅµως τὸ δάκτυλό του κόλλησε στὴν εἰκόνα καὶ µάταια προσπαθοῦσε νὰ τὸ ξεκολλήσει. Ἡ ἀγωνία του καὶ ὁ φόβος του µεγάλωσαν ὅσο ἀγωνιζόταν νὰ τὸ ξεκολλήσει. Κάθε φορὰ ποὺ προσπαθοῦσε νὰ τὸ ξεκολλήσει ἔνοιωθε πόνους γιατί αὐτὸ ἦταν κολληµένο πολὺ γερά. Στὸ τέλος ὁ δυστυχὴς ἐπίσκοπος δέχτηκε νὰ τοῦ κόψουν τὸ δάκτυλό του. Ἔτσι πῆρε µία γεύση τῆς γνησιότητας τῶν θαυµάτων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. β) Τὸ θαλάσσιο ταξίδι τῆς εἰκόνας ἀπὸ τὴν Ἀραβία Ὑπάρχει κοντὰ στὸν κίονα τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ ποὺ βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἡ πιὸ κάτω χειρόγραφη διήγηση: Ἡ ἁγία εἰκόνα ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀραβία καὶ βρέθηκε στὸ λιµάνι τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου. Ἡ ἀπροσδόκητη ἄφιξη τῆς εἰκόνας προκάλεσε ταραχὴ καὶ θόρυβο στὸ Ἅγιον Ὄρος. Γιατί ἡ φήµη ἐξαπλώθηκε γρήγορα καὶ οἱ µοναχοὶ ἐρχόντουσαν ἀπ᾿ ὅλα τὰ µοναστήρια γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὴν ἁγία εἰκόνα ποὺ µὲ θαῦµα φανερώθηκε στὸ λιµάνι. Μάλιστα κάθε µοναστήρι ἐπεδίωκε νὰ ἀποκτήσει τὸ θησαυρὸ αὐτὸ καὶ οἱ γέροντες ἀρνοῦνταν νὰ τὴν δώσουν στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου. Τελικὰ ἀποφάσισαν νὰ βάλουν κλῆρο καὶ νὰ δεχτοῦν τὴν ἀπόφαση τῆς ἁγίας εἰκόνας. Πραγµατικὴ πῆραν ὁµόφωνα ἀπόφαση ὅλοι οἱ γέροντες νὰ φορτώσουν τὴν εἰκόνα σ᾿ ἕνα ξένο καὶ ἄγριο µουλάρι ποὺ δὲν ἤξερε τοὺς δρόµους καὶ τὰ Μοναστήρια καὶ ἀφοῦ τὸ ἀφήσουν ἐλεύθερο νὰ τὸ ἀκολουθήσουν ἀπὸ µακριά. Ἐκεῖ ποὺ θὰ σταµατοῦσε θὰ ἔπρεπε νὰ µείνει ἡ εἰκόνα. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ἀφοῦ ὁδήγησαν τὸ µουλάρι στὸ δρόµο Θεσσαλονίκης – Ἁγίου Ὄρους τὸ ἄφησαν στὴ θέλησή του. Καὶ τὸ µουλάρι µὲ ἀργὸ καὶ ἰσόµετρο περπάτηµα σὰν νὰ ἔνοιωθε ὅτι µετέφερε ἱερὸ φορτίο πέρασε ἀπὸ δύσβατους τόπους, δάση καὶ ὑψώµατα καὶ ἔφτασε στὴν Μονὴ Ζωγράφου καὶ στάθηκε ἀκίνητο σ᾿ ἕνα πολὺ ὡραῖο λόφο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ πληροφορήθηκαν ὅλοι ὅτι ἡ θέληση τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἦταν νὰ µείνει ἡ ἱερὴ εἰκόνα στὴ Μονὴ Ζωγράφου. Ὅλοι οἱ µοναχοὶ δέχτηκαν στὴ Μονὴ µὲ χαρὰ καὶ µὲ πνευµατικὸ πανηγύρι τὴν ἱερὴ εἰκόνα καὶ τὴν τοποθέτησαν στὸν κίονα τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ. Τὸ µουλάρι ποὺ µετέφερνε τὴν ἁγία εἰκόνα πέθανε καὶ τὸ ἔθαψαν στὸν τόπο ἐκεῖνο. Σὲ ἀνάµνηση γιὰ τὸν ἐρχοµὸ τῆς ἱερῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἔκτισαν στὸν λόφο ἕνα κελλὶ καὶ µικρὴ ἐκκλησία στὸ ὄνοµα τοῦ Ἁγίου. γ) Ἀφιέρωση τῆς ἁγίας εἰκόνας ἀπὸ τὸν Ἡγεµόνα τῆς Μολδοβλαχίας Στέφανο Στὸ βορειοδυτικὸ κίονα, ποὺ στηρίζεται καὶ ὁ τροῦλος, εἶναι ἀναρτηµένη καὶ ἄλλη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ποὺ γι᾿ αὐτὴν ὑπάρχει ἡ πιὸ κάτω χειρόγραφη διήγηση στὴν Μονὴ Ζωγράφου.

Ὁ Ἡγεµόνας τῆς Μολδοβλαχίας Στέφανος εἶχε, ὅπως εἶναι γνωστό, συνέχεια πολέµους µὲ τοὺς Τούρκους. Κάποτε συγκεντρώθηκαν τὰ ἀναρίθµητα Τούρκικα ἀσκέρια, γιὰ νὰ τὸν ἀφανίσουν. Ὅταν εἶδε ὁ Στέφανος τὸ πλῆθος τοῦ ἐχθροῦ φοβήθηκε. Ἀµέσως ὅµως συνῆλθε καὶ µὲ θερµὴ προσευχὴ στὸ Θεὸ ζήτησε τὴν βοήθειά του. Στὸν ὕπνο του ἐµφανίστηκε ὁ Ἅγιος Γεώργιος ποὺ ἦταν λουσµένος σ᾿ ἕνα λαµπρὸ θαυµάσιο φῶς καὶ µὲ µάτια ποὺ ἄστραφταν.

Ὁ Στέφανος ἂν καὶ κοιµόταν φοβήθηκε πολύ. Τότε ὁ Ἅγιος του εἶπε: «Ἔχε θάῤῥος στὸν Κύριό σου καὶ µὴ φοβᾶσαι τὸ πλῆθος αὐτό. Αὔριο συγκέντρωσε ὅλο τὸ στράτευµά σου καὶ ὁδήγησέ το ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ µὲ φωνὲς πανηγυρικὲς καὶ σάλπιγγες καὶ θὰ δεῖς τὴν δύναµη τοῦ Θεοῦ ποὺ πάντα σὲ βοηθᾷ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ στάθηκα ἐδῶ γιὰ νὰ σοῦ ἀποκαλύψω ποιὸς θὰ νικήσει καὶ νὰ σοῦ ἀναφέρω ὅτι ἡ δύναµη τοῦ Θεοῦ εἶναι µαζί σου καὶ ὅτι ἀκόµα καὶ ἐγὼ θὰ σὲ βοηθήσω στὴν µάχη αὐτή. Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἀνακαίνισε τὴν Μονὴ Ζωγράφου ποὺ εἶναι στὸ ὄνοµά µου, καὶ ποὺ ἐρηµώθηκε. Στεῖλε µάλιστα καὶ τὴν δική µου εἰκόνα ποὺ ἔχεις µαζί σου».

Ὁ Στέφανος πῆρε θάῤῥος ἀπὸ τὴν ἐµφάνιση τοῦ Ἁγίου καὶ ἀκόµη ἀπὸ τὴν ὑπόσχεση ποὺ τοῦ ἔδωσε ὅτι θὰ τὸν βοηθοῦσε µὲ τὴν βοήθεια τῆς θείας χάρης. Ἀφοῦ µάλιστα ἔφερε καὶ τὴν ἁγία εἰκόνα µαζί του µὲ τὴν φωνὴ τῶν σαλπίγγων χτύπησε ξαφνικὰ σὰν λαίλαπας τὸν ὄγκο τῶν Ὀθωµανῶν καὶ τοὺς σύντριψε χωρὶς χρονοτριβή. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἔστειλε καὶ τὴν ἁγία εἰκόνα στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἀνακαίνισε τὴν Μονὴ Ζωγράφου, σύµφωνα µὲ τὴν θέληση τοῦ Ἁγίου, ἀφοῦ ἀφιέρωσε σ᾿ αὐτὴν πολλὰ ἀφιερώµατα. Κάποιος Ῥῶσος συγγραφέας ἀναφερόµενος στὴν ἁγία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου γράφει τὰ ἑξῆς: «Μέσα στὸ 15ο αἰῶνα ἐφάνη καὶ ἄλλος εὐεργέτης τῆς Μονῆς Ζωγράφου, ὁ Στέφανος ποὺ ἦταν ἐπίσηµος Ἡγεµόνας τῆς Μολδοβλαχίας, καὶ ἀγωνίστηκε πολλὲς φορὲς ἐναντίον τῶν Ὀθωµανῶν νικηφόρα. Ὅταν τὸν περικύκλωσαν κάποτε ἀµέτρητα πλήθη ἐχθροῦ σκεφτόταν µὲ ποιὸ τρόπο θὰ µποροῦσε νὰ σώσει τοὺς περιβόλους τοῦ φρουρίου. Τότε φάνηκε πάνω στὸ τεῖχος ἡ µάνα του ποὺ τοῦ εἶπε: «Δὲν θὰ ἐπιτρέψω ποτὲ στοὺς ἐχθρούς σου ν᾿ ἀνοίξουν τὶς πύλες τοῦ φρουρίου σου. Ἂν δὲν νικήσεις καὶ δὲν µπορέσεις νὰ ἀντισταθεῖς σ᾿ αὐτοὺς στὸ πεδίο τῆς µάχης πολὺ λίγη ἐλπίδα σου ἀποµένει γιὰ τοὺς περιβόλους». Ἐκεῖνο, λοιπόν, τὸ βράδυ φάνηκε ὁ Ἅγιος Γεώργιος στὸ συγχυσµένο Στέφανο καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ νικοῦσε. Ἐπίσης τὸν διέταξε νὰ ἀποστείλει τὴν ἁγία εἰκόνα ποὺ εἶχε πάντα µαζί του στὴν Μονὴ Ζωγράφου, καὶ νὰ τὴν ἀνακαινίσει γιατί ἦταν ἤδη ἐρηµωµένη. Ἡ νίκη ἔστεψε τὸ Στέφανο ποὺ ἐκπλήρωσε τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.δ) ἡ θαυµαστὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ποὺ βρίσκεται στὴν ἱερὰ Μονὴ Ξενοφῶντος Στὸ Ἅγιον Ὄρος σῴζεται ἡ ἀρχαία προφορικὴ παράδοση καὶ γιὰ τὴν ἁγία εἰκόνα ποὺ ὑπῆρχε στοὺς χρόνους τῶν ἀσεβῶν εἰκονοµάχων, ποὺ µὲ βασιλικὰ διατάγµατα ἐκαίονταν οἱ ἅγιες καὶ σεβαστὲς εἰκόνες. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα λοιπὸν οἱ ὑπηρέτες τοῦ παράνοµου βασιλιᾶ ἐρευνοῦσαν καὶ προσπαθοῦσαν νὰ βρίσκουν τὶς ἅγιες εἰκόνες γιὰ νὰ τὶς συντρίψουν καὶ νὰ τὶς ῥίξουν στὴ φωτιά. Βρῆκαν λοιπὸν καὶ τὴν ἁγία αὐτὴ εἰκόνα καὶ τὴν ἔριξαν στὴν φωτιὰ γιὰ νὰ καεῖ. Ἀλλὰ µάταια ἐκοπίαζαν οἱ ἀνόητοι, διότι ἡ ἁγία εἰκόνα ἔµεινε ἄφλεκτος µέχρι ποὺ ἡ φωτιὰ ἔσβησε τελείως. Οἱ εἰκονοµάχοι ὅταν εἶδαν ὅτι ἡ φωτιὰ πολὺ λίγο ἅρπαξε τὰ φορέµατα τοῦ Ἁγίου καὶ τὸ πρόσωπο του τίποτα δὲν ἔπαθε ἀπόρησαν. Ἕνας µάλιστα περισσότερο ἀσεβὴς ἔµπηξε µαχαῖρι στὸ πηγοῦνι τοῦ Ἁγίου καὶ ἀµέσως ἔτρεξε καθαρὸ αἷµα. Τότε ὅλοι ὅσοι εἶδαν τὸ θαῦµα ἔφυγαν ὁ καθένας γιὰ τὸ σπίτι του. Ἕνας εὐσεβὴς Χριστιανὸς ἀφοῦ παρέλαβε τὴν ἁγία εἰκόνα καὶ ἦλθε στὴν θάλασσα, προσευχήθηκε θερµὰ στὸν Κύριο γιὰ νὰ σταµατήσει ἡ φρικτὴ θύελλα τῆς εἰκονοµαχίας. Ἔπειτα ἀφοῦ γύρισε πρὸς τὴν Ἅγια εἰκόνα εἶπε: «Μεγαλοµάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Τροπαιοφόρε Γεώργιε, σὺ ποὺ καὶ στὴ ζωὴ καὶ µετὰ τὸν θάνατο ἔκαµες ἄφλεκτη τὴν ἁγία εἰκόνα, διαφύλαξέ την καὶ τώρα ἀπὸ τὴν θάλασσα καὶ µετέφερέ την ὅπου ἐσὺ γνωρίσεις καὶ ἐπιθυµεῖς γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ Θεός µας». Καὶ µόλις τελείωσε ἔβαλε τὴν εἰκόνα στὴ θάλασσα.

Ὁ Χριστιανὸς ἐκεῖνος ἔφυγε.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος φρόντισε ὥστε ἡ ἁγία εἰκόνα νὰ φτάσει στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καὶ ἄλλες εἰκόνες ὁδήγησε ἡ θεία πρόνοια. Ἡ εἰκόνα τοποθετήθηκε κοντὰ στὴν Μονὴ Ξενοφῶντος ὅπου ἔτρεχαν τὰ ἰαµατικὰ ὄξινα νερά. Ὑπῆρχε µάλιστα ἐκεῖ µία µικρὴ Μονὴ ἀφιερωµένη στὸ Μεγαλοµάρτυρα Δηµήτριο. Ἀκόµα σῴζεται ὁ µικρὸς αὐτὸς ναός, ὅπου οἱ µοναχοὶ σὰν εἶδαν τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὴν µετέφεραν ἐκεῖ γεµάτοι χαρὰ καὶ εὐλάβεια. Ὕστερα ἔκτισαν ναὸ κοντὰ στὸ µικρὸ ναό. Ὅταν αὐξήθηκαν οἱ µοναχοὶ καὶ µεγάλωσε καὶ ἡ Μονὴ ὀνοµάσθηκε τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Οἱ µοναχοὶ γιορτάζουν καθηµερινὰ µαζὶ µὲ τὸν Ἅγιο Γεώργιο καὶ τὸν Μεγαλοµάρτυρα Δηµήτριο καὶ τοὺς µνηµονεύουν στὶς ἀπολύσεις τῶν ἀκολουθιῶν. Ἡ ἁγία εἰκόνα βρίσκεται στὸ µεγάλο Καθολικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸν ἀνατολικὸ κίονα τοῦ δεξιοῦ χοροῦ καὶ ἔχει ζωγραφισµένο ὁλόσωµο τὸν Μεγαλοµάρτυρα καὶ σὲ ἔνδειξη τοῦ θαύµατος φέρνει καὶ τὴν πληγὴ στὸ πηγοῦνι καὶ τὸ αἷµα του εἶναι πηγµένο σ᾿ αὐτή. Μέχρι σήµερα τὸ θαυµαστὸ φαινόµενο κηρύττει περίτρανα τὰ πάµπολλα θαύµατα ποὺ ἔκανε καὶ κάνει ὁ Ἅγιος Μεγαλοµάρτυρας καὶ Τροπαιοφόρος Γεώργιος.