Κυριακή 14 Αὐγούστου 2011 Λουκ. ιγ΄ 1-5

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Ἤ ἐκεῖνοι οἱ δέκα καὶ ὀκτώ, ἐφ᾿ οὓς ἔπεσεν ὁ πύργος ἐν τῷ Σιλωὰμ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτούς, δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ὀφειλέται ἐγένοντο παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς κατοικοῦντας ἐν  Ἱερουσαλήμ;  οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἐὰν μὴ μετανοήσητε, πάντες ὁμοίως ἀπολεῖσθε.» (στ.4-5)

        ΕΡΜΗΝΕΙΑ 

«Ἤ ἐκεῖνοι οἱ δεκαοκτώ, ἐπί τῶν ὁποίων ἔπεσεν ὁ πύργος, πού ἦτο κτισμένος εἰς Σιλωάμ, καί τούς ἐσκότωσε, νομίζετε, ὅτι αὐτοί ἦσαν ἁμαρτωλοί καί χρεῶσται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ περισσότερον ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού κατοικοῦν εἰς Ἱερουσαλήμ; Ὄχι, σᾶς βεβαιῶ. Δέν ἦσαν αὐτοί οἱ χειρότεροι. Ἀλλ’ἔπαθον ἐκεῖνοι διά νά σωφρονισθῆτε σεῖς. Καί ἐάν δέν δείξετε μετάνοιαν, ὅλοι μέ τόν αὐτόν τρόπον θά χαθῆτε, θαπτόμενοι κάτω ἀπό τά ἐρείπια τῆς πρωτευούσης σας» (Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ μετά συντόμου ἑρμηνείας» τοῦ Π.Ν.Τρεμπέλα, ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»).

ΣΧΟΛΙΟ Β΄(συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο)

Ἐπιμονὴ φοβερή! Πρὶν ἀπὸ τὶς πλημμύρες, πνίγεται ὁ κόσμος ὅλος ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὶς φωτιές, ἔχουν παραδοθεῖ τὰ πάντα στὸν καύσωνα τῆς ἀκολασίας, στὴ φωτιὰ τῆς ἀνηθικότητας καὶ τῆς διαφθορᾶς. Διώξαμε πολλοὶ ἀπὸ μᾶς τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴ ζωή μας, ἀπὸ τὰ σπίτια μας, ἀπὸ τὰ σχολεῖα τῶν παιδιῶν μας. Ἡ γῆ ὁλόκληρη ἔχει πνιγεῖ στὸ αἷμα τῶν ἀθώων παιδιῶν ποὺ κατὰ ἑκατοντάδες ἑκατομμύρια δολοφονοῦνται κάθε χρόνο μὲ τὶς ἐκτρώσεις μέσα στὰ σπλάχνα ἀσυνείδητων μαννάδων ἀπὸ ἀσυνείδητους γιατρούς. Αὐτὸ τὸ αἷμα θὰ μᾶς πνίξει τελικὰ ὅλους. Στὴν «Ἀποκάλυψι» προφητεύεται ὅτι θὰ ἔρθει μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὅλα τὰ νερά, καὶ οἱ θάλασσες καὶ οἱ λίμνες καὶ τὰ ποτάμια, θὰ γίνουν αἷμα. Θὰ μολυνθοῦν δηλαδὴ τόσο πολύ, ὥστε θὰ εἶναι σὰν αἷμα. Κατὰ κάποιο τρόπο θὰ εἶναι τὸ ἀδικοχυμένο αἷμα τῶν ἁγίων ἀλλὰ καὶ τῶν ἀθώων βρεφῶν ποὺ σφάζονται ἄγρια κάθε μέρα καὶ προσφέρονται ὡς βρωμερὴ καὶ ἀκάθαρτη θυσία στοὺς δαίμονες τῆς σαρκολατρίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἄγγελος ποὺ ἔχει τὴν φροντίδα τῶν νερῶν ἀκούγεται νὰ λέει: Εἶσαι δίκαιος, Κύριε καὶ ἔκανες δίκαιη κρίση. Διότι αὐτοὶ οἱ ἀσεβεῖς ἔχυσαν τὸ αἷμα τῶν ἁγίων σου καὶ τοὺς ἔδωσες νὰ πιοῦν αἷμα. Τέτοια τιμωρία ἄξιζαν· «αἷμα αὐτοῖς ἔδωκας πιεῖν· ἄξιοί εισι» (Ἀποκ. ιστ΄ 6).

β) Φταῖμε ὅμως ὅλοι μας. Δὲν εἶναι ἔνοχοι μόνον οἱ ἄνθρωποι στὶς περιοχὲς τῶν ὁποίων ἐκδηλώνονται οἱ καταστροφές. Ὁ Κύριος δὲν συμφώνησε, ὅπως εἴδαμε, μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν Φαρισαίων γιὰ τὶς καταστροφὲς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ἡ παρατήρησή τους ὅτι αἰτία τῶν κακῶν ἦταν ἡ ἁμαρτία, ἦταν σωστή. Ὁ ἐντοπισμὸς ὅμως τῆς ἁμαρτίας μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ θανατώθηκαν ἦταν λάθος. Ὁ Κύριος σαφῶς ἐτόνισε ὅτι δὲν ἦσαν ἁμαρτωλότεροι αὐτοὶ ποὺ θανατώθηκαν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Γι’ αὐτὸ καὶ προειδοποίησε ὅτι ἂν δὲν μετανοήσουν καὶ οἱ ἄλλοι, θὰ χαθοῦν μὲ παρόμοιο τρόπο. Ὅπως καὶ τελικὰ χάθηκαν, διότι δὲν μετανόησαν. Χάθηκαν, ὅταν ὁ Ρωμαῖος στρατηγὸς Τίτος κατέστρεψε ἐκ θεμελίων τὴν ἐπαναστατημένη Ἱερουσαλήμ, ἐξόντωσε ἕνα ἑκατομμύριο Ἑβραίους καὶ τοὺς ὑπόλοιπους τοὺς σκόρπισε σὲ ὅλο τὸν κόσμο.

Λοιπὸν καὶ στὴν πατρίδα μας καὶ σὲ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ὅπου συνέβησαν καταστροφές, ἡ ἀμαρτία ἦταν ἡ αἰτία, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ ἦσαν πιὸ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους στὰ μέρη τῶν ὁποίων δὲν ἔγιναν καταστροφές.