Σάββατο 9 Ἰουλίου 2011 Ρωμ. ιδ΄ 13

ΚΕΙΜΕΝΟ 

» Μηκέτι οὖν ἀλλήλους κρίνωμεν, ἀλλὰ τοῦτο κρίνατε μᾶλλον, τὸ μὴ τιθέναι πρόσκομμα τῷ ἀδελφῷ ἢ σκάνδαλον»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

«Ἄς μή κατακρίνωμεν λοιπόν εἰς τό ἑξῆς ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἀλλά τοῦτο προτιμήσατε, τό νά μή θέτετε εἰς τόν ἀδελφόν ἐμπόδιον, ὥστε νά σκοντάψῃ ποτέ καί νά παρασυρθῇ εἰς  κατάκρισιν ἤ καί νά κλονισθῇ εἰς τήν πίστιν» (Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ  μετά συντόμου ἑρμηνείας» τοῦ Π.Ν.Τρεμπέλα, ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»).

ΣΧΟΛΙΟ Γ΄ (συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο)

Ποιὰ εἶναι τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀληθινῆς αὐτομεμψίας; α) Πρῶτο σπουδαῖο καὶ σωτήριο ἀποτέλεσμα τῆς αὐτομεμψίας εἶναι πράγματι τὸ ὅτι ἑλκύει τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι δὲ δύσκολο νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτό, ἀφοῦ γνωρίζουμε ὅτι στοὺς ταπεινοὺς ἀνθρώπους δίνει τὴν χάρι του ὁ Θεός. «Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 5). Ἐξηγήσαμε ἤδη πῶς ἡ ἀληθινὴ αὐτομεμψία προέρχεται ἀπὸ τὴν ταπείνωσι καὶ ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωσι. Καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολο νὰ κατανοήσουμε γιατί ἡ ταπεινὴ αὐτομεμψία ἑλκύει τὸ ἔλεος καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ γίνεται, διότι ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται βαθιὰ τὴν ἀναξιότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά του νιώθει ὅτι κινδυνεύει νὰ κολασθῇ καὶ γι’ αὐτὸ ζητάει μὲ ἐπιμονὴ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Θεὸς βέβαια ἀνταποκρίνεται στὴν ἐπίμονη καὶ ἐπίπονη καὶ ταπεινὴ κραυγὴ τοῦ ταπεινοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ δίνει πλούσιο τὸ ἔλεος καὶ ὑπεράφθονη τὴν παντοδύναμη χάρι του.

β) Ἔτσι ἔρχεται φυσιολογικὰ τὸ δεύτερο μεγάλο ἀποτέλεσμα τῆς ταπεινῆς αὐτομεμψίαςˆ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τὸ ὑποσχέθηκε· «Μὴ κρίνετε καὶ οὐ μὴ κριθῆτε» (Λουκ. στ΄ 37). Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν κρίνει τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καταδικάζει μόνο τὸν ἑαυτό του, θὰ ἀθωωθῇ ἀπὸ τὸν Θεό. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ βλέπουμε ὅτι θεραπεύεται ριζικὰ αὐτὴ ἡ φοβερὴ ἀσθένεια τῆς κατακρίσεως, γιὰ τὴν ὁποία κάναμε λόγο στὴν ἀρχὴ καὶ ἡ ὁποία ἔχει προσβάλει ὅλο σχεδὸν τὸν κόσμο καὶ ἔχει ἐξαπλωθῆ ἐπικίνδυνα ὡς κακοήθης ὄγκος ἀκόμη καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία μας μεταξὺ τῶν πιστῶν. Ἔτσι οἱ πιὸ πολλοὶ ἀγωνίζονται τάχα νὰ σώσουν τοὺς ἄλλους, παραμελῶντας ὅμως τὸν ἑαυτό μας καὶ λησμονῶντας τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπε, ὅπως εἴδαμε στὴν ἀρχή, ὅτι ὁ καθένας «περὶ ἑαυτοῦ λόγον δώσει τῷ Θεῷ», γιὰ τὸν ἑαυτό του θὰ δώσῃ λόγο στὸν Θεό. Λοιπὸν ἀλλαγὴ στὸ σακούλι χρειάζεται. Αὐτὸ ποὺ εἶναι πίσω νὰ ἔρθῃ μπροστά, καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι μπροστὰ νὰ πάῃ πίσω. Γιὰ νὰ βλέπουμε σωστὰ καὶ νὰ καταδικάζουμε μόνο τὸν ἑαυτό μας. Γιὰ νὰ μὴ μᾶς καταδικάσῃ στὸ τέλος ὁ Θεός.

Δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεσι ἡ ἀληθινὴ αὐτομεμψία. Ὁ ἄνθρωπος δύσκολα στρέφεται στὸν ἑαυτό του καὶ εὐκολώτερα παρασύρεται νὰ ἀρχίσῃ νὰ ἀσχολῆται μὲ τὰ λάθη τῶν ἄλλων. Καὶ βρίσκει ἀναρίθμητες δικαιολογίες γιὰ νὰ τὸ κάνῃ αὐτό. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσῃ ποτέ· εἶναι πάντα ἀπὸ κάτι ταραγμένος. Ἐνῶ ἡ αὐτομεμψία, εἶναι μὲν δύσκολη, γεμίζει ὅμως τὸν ἄνθρωπο μὲ βαθειὰ εἰρήνη καὶ μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἔχει βρεῖ ἔλεος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καὶ τελικὰ σώζει τὸν ἄνθρωπο.