Πέμπτη 7 Ἰουλίου 2011 Ρωμ. ιδ΄ 10

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Σὺ δὲ τί κρίνεις τὸν ἀδελφόν σου; ἢ καὶ σὺ τί ἐξουθενεῖς τὸν ἀδελφόν σου; πάντες γὰρ παραστησόμεθα τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

«Ἀφοῦ δέ ἀνήκομεν ὅλοι εἰς τόν Χριστόν, σύ πού δέν τρώγεις ἀπό ὅλα τά φαγητά, διατί κατακρίνεις τόν ἀδελφόν σου; Ἤκαί σύ, πού ἔχεις τελειοτέραν περί φαγητῶν γνῶσιν, διατί περιφρονεῖς τόν ἀδελφόν σου; Κανείς δέν ἔχει δικαίωμα νά κατακρίνῃ ἤ νά περιφρονῇ. Διότι ὅλοι θά παρασταθῶμεν εἰς τό βῆμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μόνος ἔχει δικαίωμα νά μᾶς κρίνῃ» (Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ  μετά συντόμου ἑρμηνείας» τοῦ Π.Ν.Τρεμπέλα, ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»).

ΣΧΟΛΙΟ

Ὁ κόσμος μας, ὅπως ὅλοι μας πολὺ καλὰ γνωρίζουμε, πάσχει ἀπὸ πολλὲς καὶ βαρειὲς ἀσθένειες. Τὸ φαινόμενο εἶναι βέβαια ἀνησυχητικό. Περισσότερο ἀνησυχητικὸ ὅμως εἶναι τὸ νὰ διεισδύουν αὐτὲς οἱ ἀσθένειες μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Καὶ ἀκόμη πιὸ ἀνησυχητικὸ εἶναι τὸ νὰ μὴ θεωροῦνται κακὸ καὶ ἑπομένως νὰ μὴν καταπολεμοῦνται.

Μιὰ τέτοια πολὺ διαδεδομένη καὶ ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνη ἀσθένεια εἶναι ἡ κατάκρισι, τὸ νὰ κατηγοροῦμε δηλαδὴ τοὺς ἄλλους γιὰ τὰ τυχὸν μικρὰ ἢ μεγαλύτερα σφάλματά μας, ἐνῶ ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ εἶναι καταστροφικὸ γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ὄχι μόνο πολὺ χρήσιμο ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖο νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἡ θεραπεία αὐτῆς τῆς ἀσθενείας. Καὶ ἡ θεραπεία εἶναι ἡ αὐτομεμψία, τὸ νὰ μάθουμε δηλαδὴ νὰ κατακρίνουμε μόνο τὸν ἑαυτό μας, διότι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας θὰ δώσουμε λόγο στὸν Θεό.

Αὐτομεμψία λοιπόν εἶναι τὸ νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἑαυτό μας. Διότι, ἂν παρατηρήσουμε μὲ προσοχὴ τὸν ἑαυτό μας, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἀδυναμίες, ἐλαττώματα καὶ πάθη ἁμαρτωλά. Συνήθως πολλοὶ ἀπὸ μᾶς κάνουμε τὸ λάθος νὰ δικαιολογοῦμε τὰ ἐλαττώματά μας καὶ νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτό μας καλό. Αὐτὸ γίνεται, διότι δὲν ἐρευνοῦμε προσεκτικὰ τὴ συμπεριφορά μας καὶ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο. Ὅσο πιὸ ἐπιπόλαια κοιτάζουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο πιὸ καλὸ τὸν θεωροῦμε. Πραγματοποιεῖται ἔτσι καὶ σὲ μᾶς αὐτὸ ποὺ λέγει ἡ γνωστὴ εἰκόνα τοῦ Αἰσώπου: Κάθε ἄνθρωπος, λέγει ὁ Αἴσωπος, κουβαλάει δύο σακούλια. Τὸ ἕνα κρεμασμένο μπροστά του, τὸ ἄλλο πίσω του. Τὰ σακούλια αὐτὰ εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ κακά. Ἀλλὰ τὸ μὲν μπροστινὸ σακούλι ἔχει τὰ κακὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, τὸ δὲ κρεμασμένο πίσω τὰ κακὰ τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὸ κουβαλάει. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, λέγει, οἱ ἄνθρωποι τὰ μὲν δικά μας κακὰ δὲν τὰ βλέπουν, τὰ κακὰ ὅμως τῶν ἄλλων «πάνυ ἀκριβῶς θεῶνται», τὰ παρατηροῦν πολὺ καθαρὰ καὶ μὲ μεγάλη ἀκρίβεια. Λοιπὸν ὅλη ἡ τέχνη καὶ ἐπιστήμη τῆς πνευματικῆς ζωῆς βρίσκεται στὸ νὰ μετατοπίζῃ ὁ ἄνθρωπος τὴν προσοχή του ἀπὸ τὸ σακούλι τῶν κακῶν τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ νὰ τὴν στρέφῃ στὸ δικό του σακούλι. Νὰ ἐξετάζῃ προσεκτικὰ τὴ δική του συμπεριφορὰ καὶ νὰ ἐρευνᾷ τὸ βάθος τῆς δικῆς του καρδιᾶς. Τότε θὰ μείνῃ ἔκπληκτος. Θὰ διαπιστώνῃ στὴ συμπεριφορά του ἐκδηλώσεις θλιβερές: ἐγωισμούς, φιλοδοξίες, κενοδοξίες, ζήλειες, φθόνους, φιλυποψίες, περιέργειες, ψεύδη, φιλοχρηματίες καὶ τόσα ἄλλα. Θὰ ἀνακαλύπτῃ μέσα του ἐπιθυμίες καὶ σκέψεις καὶ αἰσθήματα πολὺ ξένα πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε θὰ φθάσῃ στὴν εὐλογημένη αὐτομεμψία. Θὰ παύσῃ νὰ κατακρίνῃ τοὺς ἄλλους καὶ θὰ κατηγορῇ μόνο τὸν ἑαυτό του ὡς ἁμαρτωλὸ καὶ ἔνοχο καὶ παραβάτη τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.