Παρασεκυή 24 Ἰουνίου 2011 Ἑβρ. θ΄ 11-14

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ’ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως,  οὐδὲ δι’ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ  Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος.  εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα,  πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ 

«Ὁ Χριστός ὅμως, ὅταν ἦλθεν ὡς Ἀρχιερεύς τῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα διά τούς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦσαν μέλλοντα, εἰσῆλθε διά μέσου διά μέσου τῆς μεγαλυτέρας καί τελειοτέρας σκηνῆς, ἡ ὁποία δέν κατεσκευάσθη ἀπό χέρια ἀνθρώπων. Τούτέστιν εἰσῆλθε εἰσῆλθε ὄχι διά μέσου τῆς κτίσεως αὐτῆς, ἀλλά διά τοῦ σώματός του, τό ὁποῖον ἔγινεν ἡ τελειοτέρα σκηνή τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τό ὁποῖον, ἀφοῦ συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, δέν ἦτο ἐκ τῆς κτίσεως ταύτης, ἀλλ’ἐκ νέας πνευματικῆς κτίσεως. Οὔτε ἐχρησιμοποίησεν ὁ Χριστός ὡς θυσίαν τό αἷμα τράγων καί μόσχων, ὅπως ὁ Ἀρχιερεύς τῶν Ἰουδαίων , ἀλλά μέ τό ἰδικόν του αἷμα ἐμβῆκε μίαν φοράν γιά πάντα εἰς τά ἐπουράνια Ἅγια καί ἐπέτυχε δι’ἡμᾶς ἀπολύτρωσιν ὄχι προσωρινήν, ἀλλ’αἰωνίαν. Πράγματι δέ ἐπέτυχεν αἰωνίαν ἀπολύτρωσιν. Διότι, ἐάν τό αἷμα ταύρων καί τράγων καί  ἡ ἀναμιγνυομένη μέ νερό καί στάκτη δαμάλεως, πού κατεκαίετο εἰς τό θυσιαστήριον, ραντίζουσα τούς μολυσμένους καί ἀκαθάρτους δίδῃ καθαρισμόν καί ἁγιασμόν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τήν καθαρότητα τοῦ σώματος, ὥστε νά δύνανται οὗτοι νά μετέχουν εἰς τήν λατρείαν, πόσῳ μᾶλλον τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μέ τό  αἰώνιον Πνεῦμα, πού κατοικοῦσε μέσα του, προσέφερεν εἰς τόν Θεόν τόν ἑαυτόν του κατά πάνατ καθαρόν καί ἐλεύθερον ἀπό κάθε ἠθικήν λέραν, θά καθαρίσῃ τήν συνείδησίν μας ἀπό τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας, πού φέρουν εἰς τήν ψυχήν νέκρωσιν, καί θά σᾶς ἀξιώσῃ νά λατρεύετε ἀξίως τόν ζῶντα Θεόν;» (Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ  ΔΙΑΘΗΚΗ μετά συντόμου ἑρμηνείας», ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΣΧΟΛΙΟ 

Ὁ Κύριος μέ τή σταυρική Του Θυσία μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῆς ἁμαρτίας. Πῶς ἔγινε αὐτό; Τί ἆραγε εἶναι ἐκείνη ἡ θυσία; Τί δύναμι ἔχει; Ἀπὸ ποῦ παίρνει τὴν δύναμί της; Δύσκολα, ἀλλὰ καὶ πολὺ σημαντικὰ αὐτὰ τὰ ζητήματα. Θά μᾶς τά ἐξηγήσει ὅμως ἡ πρός Ἑβραίους ἐπιστολή ἀπ᾽ ὄπου προέρχεται τό σημερινό μας ἀνάγνωσμα.

Ἡ πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ εἶναι ἕνα θαυμαστὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ἀποδεικνύει ὅτι ὅσα ἐγίνοντο στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦσαν προτυπώσεις καὶ συμβολισμοὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὸ ε΄ δὲ μέχρι τὸ θ΄ κεφάλαιό της ἀσχολεῖται μὲ τὸ θέμα τῆς Ἀρχιερωσύνης τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μεγάλης ἀρχιερατικῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ. Στὸ κείμενο ποὺ μελετοῦμε ὁ θεόπνευστος συγγραφεὺς ἑρμηνεύει τὰ νοήματα τῆς ἱερώτερης καὶ μυστικώτερης ἑορτῆς τῶν Ἑβραίων, τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἐξιλασμοῦ.

Τί ἦταν ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἐξιλασμοῦ; Ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἐξιλασμοῦ ἦταν μιὰ τελετουργία θυσίας στὸν Θεὸ γιὰ τὴν συγχώρησι τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ. Ἦταν ἡ μοναδικὴ ἡμέρα τοῦ ἔτους κατὰ τὴν ὁποία ἐπιτρεπόταν νὰ εἰσέλθῃ κάποιος – ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ὁ Ἀρχιερεύς – στὸ δεύτερο τμῆμα τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου, τὸ ὀνομαζόμενο Ἅγια Ἁγίων. Ὅπως καθορίζεται στὸ βιβλίο τοῦ Λευϊτικοῦ, ὁ Ἀρχιερεὺς θυσίαζε πρῶτα ἕνα μοσχάρι γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες καὶ εἰσερχόμενος στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἐρράντιζε μὲ τὸ αἷμα τοῦ μοσχαριοῦ 7 φορὲς τὸ σκέπασμα τῆς Κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης, τὸ ὀνομαζόμενο «ἱλαστήριον». Τὸ ἴδιο ἐπανελάμβανε στὴ συνέχεια γιὰ τὸν λαό, θυσιάζοντας ἕναν τράγο, ἐνῶ σὲ ἕναν δεύτερο τράγο ἀκουμποῦσε τὰ χέρια του ἐξομολογούμενος τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ. Αὐτὸν τὸν δεύτερο τράγο, ποὺ θεωροῦσαν ὅτι φορτώθηκε τὶς ἁμαρτίες τους, τὸν ὡδηγοῦσαν κατόπιν σὲ ἐρημικὰ μέρη γιὰ νὰ τὸν κατασπαράξουν τὰ ἄγρια θηρία, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἔλεγαν «ἀποπομπαῖον». Τέλος ὁ ἀρχιερεὺς θυσίαζε ἕνα κριάρι, ποὺ τὸ προσέφεραν ὡς ὁλοκαύτωμα, τὸ ἔκαιγαν δηλαδὴ ἐξ ὁλοκλήρου στὸ θυσιαστήριο.

Ὅλη αὐτὴ ἡ τελετουργικὴ διαδικασία, λέγει ὁ ἱερὸς συγγραφεύς, δὲν ἦταν παρὰ μιὰ προτύπωσι τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Οἱ θυσίες τοῦ Ἐξιλασμοῦ ἦσαν ἡ σκιά, ἡ θυσία τοῦ Κυρίου ὑπῆρξε ἡ ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, ὡς ὁ μόνος ἀληθινὸς Ἀρχιερεύς, εἰσῆλθε μιὰ φορὰ γιὰ πάντα στὰ ἀληθινά, τὰ οὐράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ μᾶς ἐξασφάλισε αἰώνια λύτρωσι, προσφέροντας ὄχι αἷμα τράγων καὶ μοσχαριῶν ἀλλὰ τὸ δικό του ἀτίμητο αἷμα. Κι ἄν, λέγει ὁ ἱερὸς συγγραφεύς, τὸ αἷμα ζώων προσέφερε κάποιον ἐξωτερικὸ ἁγιασμό, ὥστε νὰ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ μετέχουν στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ κινδυνεύουν νὰ τιμωρηθοῦν, πολὺ περισσότερο τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴν δύναμι νὰ καθαρίζῃ τὴν συνείδησι ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας.