Κυριακή 10 Ἰουλίου 2011 Ψαλμ. ιβ΄ 6

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ ἐλέει σου ἤλπισα, ἀγαλλιάσεται ἡ καρδία μου ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου· ᾄσω τῷ Κυρίῳ τῷ εὐεργετήσαντί με καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ  Ὑψίστου»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

«Ἐγώ ὅμως ἔχω στηριγμένην τήν ἐλπίδα μου εἰς τό ἔλεός σου. Καί ἄν αὐτοί χαίρουν τώρα, διότι περιμένουν τήν πτῶσιν μου, ἔχω ἀκλόνητον πεποίθησιν καί ἐγώ, ὅτι ἡ καρδία μου θά γεμίσῃ ἀγαλλίασιν, διότι σύ θά μέ σώσῃς. Ἄσματα εὐγνωμοσύνης θά τονίσω εἰς τόν Κύριον, πού μέ εὐηργέτησε, καί ὕμνους δοξολογίας θά ψάλω εἰς τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Ὑψίστου» ( Ἀπό τήν «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ μετά συντόμου ἑρμηνείας», τόμος 10ος, ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΣΧΟΛΙΟ

Ὁ ἑβραϊκὸς λαὸς ἦταν ἕνας ξεχωριστὸς λαός, διότι τὸν εἶχε διαλέξει ὁ Θεὸς νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Καὶ τὸ ὑπηρέτησε. Μέσα ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ τοῦ λαοῦ προῆλθε ἡ Παναγία μας καὶ ἀπὸ Ἐκείνην γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός μας. Ὅμως στὸ σύνολό του αὐτὸς ὁ μυριοευεργετημένος λαὸς φάνηκε ἀχάριστος. Καὶ στὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἀχαριστίας του σταύρωσε τὸν ἴδιο τὸν ἐπὶ αἰῶνες ἀναμενόμενο Μεσσία του. Ἔτσι συνέβη τὸ παράδοξο ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ λαοῦ αὐτοῦ νὰ κινῆται ἀνάμεσα στὴν τέλεια εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀπόλυτη ἀχαριστία.

Πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ἀχαριστία στὴ ζωή μας;  α) Ἡ ἀχαριστία ἐκδηλώνεται πρωτίστως στὶς μεταξύ μας σχέσεις. Καὶ εἶναι τόσο συχνὸ καὶ ἔντονο τὸ φαινόμενο αὐτό, ὥστε ὁ μεγάλος Ρῶσος συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ, ὅπως ἀναφέρει τὸ ἄρθρο, νὰ θεωρῇ τὴν ἀχαριστία ὡς τὸν πιὸ ἐπιτυχημένο ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἄρθρο ὑπενθυμίζει τὸ τόσο χαρακτηριστικὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν 10 λεπρῶν. Ἀπὸ τοὺς 10 μόνον ἕνας, καὶ αὐτὸς ὄχι Ἰουδαῖος ἀλλὰ Σαμαρείτης, ἔδειξε εὐγνωμοσύνη καὶ ἐπέστρεψε νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Κύριο. Καὶ δὲν εἶναι ἡ μόνη φορὰ ποὺ συνάντησε τὴν ἀχαριστία ὁ Κύριος. Σχεδὸν τὸ σύνολο τοῦ λαοῦ του τέτοια συμπεριφορὰ ἔδειξε. Ἀπὸ τὴν παράδοσι μάλιστα ἔχουμε τὴν χαρακτηριστικὴ πληροφορία ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ χαστούκισε τὸν Κύριο μπροστὰ στὸν ἀρχιερέα Ἄννα (Ἰωάν. ιη΄ 22) ἦταν ὁ παράλυτος τὸν ὁποῖο εἶχε θεραπεύσει ὁ Κύριος στὴ Βηθεσδὰ καὶ στὸν ὁποῖο εἶχε πεῖ «μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν. ε΄ 14). Ἔτσι στὴν περίπτωσι τοῦ Κυρίου μας πραγματοποιήθηκε πλήρως αὐτὸ ποὺ λέγεται ὅτι «ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν ἀγνώμονες. Αὐτοὶ ποὺ ξεχνοῦν τὸ καλὸ ποὺ τοὺς ἔκανες· αὐτοὶ ποὺ σὲ βάζουν νὰ τὸ πληρώσῃς· καὶ αὐτοὶ ποὺ σὲ ἐκδικοῦνται».

Αὐτὸ ὅμως ποὺ ὑπέμεινε ὁ Κύριος τὸ ἀντιμετωπίζουν καὶ τόσοι ἄλλοι ἄνθρωποι στὸν κόσμο. Ἡ ἀχαριστία εἶναι συνηθισμένη ἀνταμοιβὴ ὅσων εὐεργετοῦν τοὺς ἄλλους. Ἰδιαιτέρως αὐτὴ τὴν θλιβερὴ ἀνταμοιβὴ τὴν εἰσπράττουν οἱ ἱερεῖς καὶ μάλιστα οἱ πνευματικοὶ καὶ ἐξομολόγοι. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ τὰ πνευματικά τους παιδιά, γιὰ τὰ ὁποῖα διέθεσαν ἀμέτρητες ὧρες νὰ τὰ καθοδηγοῦν, τοὺς ἀνταποδίδουν ἀχαριστία. Καὶ βέβαια πολὺ χαρακτηριστικὴ περίπτωσι ἀχαριστίας εἶναι αὐτὴ τῶν παιδιῶν πρὸς τοὺς γονεῖς. Γέμισαν οἱ πόλεις ἀπὸ οἴκους εὐγηρίας. Ὄχι διότι οἱ γέροντες δὲν ἔχουν δικούς τους ἀνθρώπους, ἀλλὰ διότι τὰ παιδιά τους τοὺς διώχνουν. Οὔτε στὸ σπίτι τοὺς δέχονται οὔτε φροντίζουν γιὰ τὴν συντήρησί τους. Ὅπως λέγει ὁ σοφὸς Σειράχ, «ἀχάριστος ἐν διανοίᾳ ἐγκαταλείψει ρυσάμενον» (Σοφ. Σειρὰχ κθ΄ 16)· αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀχάριστο νοῦ θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν σωτῆρα του. Σήμερα δέ, αὐτὸ ποὺ ἄλλοτε ἦταν ἐξαίρεσι, κινδυνεύει νὰ γίνῃ δυστυχῶς κανόνας.