Παρασκευή 10 Ἰουνίου 2011 Ψαλ. ιζ΄ 5-16

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με.  ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου.  καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν Κύριον καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ» (στ.5-7)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ 

«Μέ εἶ­χαν κυ­κλώ­σει οἱ πό­νοι καί ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ θα­νά­του, κίν­δυ­νοι πού ἐ­ξα­πέ­λυ­σαν ἄν­θρω­ποι ἄ­νο­μοι καί πο­νη­ροί σάν ὁρ­μη­τι­κούς χεί­μαρ­ρους ἐ­ναν­τί­ον μου· μέ ἔ­ρι­ξαν σέ τα­ρα­χή με­γά­λη. Μέ πε­ρι­κύ­κλω­σαν φό­βοι καί συν­τα­ρα­κτι­κοί ἀ­γω­νί­ες ἀ­πό τόν κίν­δυ­νο πού δι­έ­τρε­ξα νά μέ κα­τα­πι­εῖ ὁ Ἅ­δης καί μέ πρό­φθα­σαν πα­γί­δες πού ἔ­κρυ­βαν τόν θά­να­το, καί κιν­δύ­νευ­σα νά πια­σθῶ σ’ αὐ­τές. Καί μέ­σα στή με­γά­λη μου θλί­ψη ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κα τόν Κύ­ριο καί μέ πό­θο πο­λύ φώ­να­ξα πρός τόν Θε­ό μου· ἄ­κου­σε τή φω­νή μου ἀ­πό τήν οὐ­ρά­νια ἅ­για κα­τοι­κί­α του καί ἡ γο­ε­ρή κραυ­γή μου ἔ­φθα­σε ἐ­νώ­πιόν του καί εἰ­σῆλ­θε στά αὐ­τιά του» 

ΣΧΟΛΙΟ 

Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἀρκετοὶ ἄνθρωποι στὴν ἐποχή του ἔλεγαν μὲ θρασύτητα ὅτι τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς μας εἶναι «ἀπρονόητα», ἔρχονται δηλαδὴ τυχαῖα καὶ δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ φροντίδα καὶ μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὰ ὅσα μᾶς συμβαίνουν. Τὴν ἀντίληψι αὐτὴ δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ τὴν ἀκούσουμε καὶ ἐμεῖς σήμερα ἀπὸ διαφόρους ἀνθρώπους, δὲν ἀποκλείεται δέ, μὲ τὴν ὕπουλη παρακίνησι τοῦ διαβόλου, σὲ δύσκολες ὧρες τῆς ζωῆς μας νὰ ἐπηρεαζώμαστε ἀπ’αὐτὴν τὴν νοοτροπία καὶ κάποιοι ἀπὸ μᾶς.

Πόσο ὅμως λανθασμένη εἶναι μιὰ τέτοια σκέψι θά τὸ καταλάβουμε, μὲ τὰ ὅσα θὰ ἐκθέσζουμε στή συνέχεια.

Ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει στὴ ζωή μας παρακινούμενος ἀπὸ τὴν πολλή του ἀγάπη γιὰ μᾶς. Πρωτίστως νὰ τονίσουμε ὅτι ὁ  Θεὸς περιβάλλει μὲ ἄπειρη ἀγάπη ὅλη τὴν κτίσι. Ὡς στοργικὸς Πατέρας παρακολουθεῖ μὲ ἐνδιαφέρον ὅλα τὰ πλάσματά του καὶ κυρίως τὸν ἄνθρωπο. Καὶ βέβαια δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ κανέναν ἄνθρωπο. Πολὺ περισσότερο δὲν ἀδιαφορεῖ γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστι καὶ ζητοῦν τὴν βοήθειά του. Εἶναι ἀναρίθμητα τὰ σημεῖα, ὅπου ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς βεβαιώνει γιὰ τὴν ἀλήθεια αὐτή. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας παρουσιάζει τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ νὰ παραπονῆται ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἔχει ἐγκαταλείψει καὶ λησμονήσει: «Εἶπε δὲ Σιών· ἐγκατέλιπέ με Κύριος, καὶ ὁ Κύριος ἐπελάθετό μου». Τί ὅμως ἀπαντάει σ’ αὐτὸ τὸ ἄδικο παράπονο τοῦ λαοῦ του ὁ Θεός; «Μὴ ἐπιλήσεται γυνὴ τοῦ παιδίου αὐτῆς τοῦ μὴ ἐλεῆσαι τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας αὐτῆς; εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλ᾿ ἐγὼ οὐκ ἐπιλήσομαί σου, εἶπε Κύριος. ἰδοὺ ἐπὶ τῶν χειρῶν μου ἐζωγράφηκά σου τὰ τείχη, καὶ ἐνώπιόν μου εἶ διαπαντός» (Ἡσ. μθ΄ 14-16). Μήπως εἶναι δυνατὸν μιὰ γυναίκα νὰ ξεχάσῃ καὶ νὰ μὴν λυπηθῇ καὶ εὐσπλαγχνισθῇ τὰ παιδιά της; Ὅμως, λέγει ὁ Θεός, ἀκόμη κι ἂν μιὰ μητέρα λησμονήσῃ τὰ παιδιά της, ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ σὲ ξεχάσω. Καὶ γιὰ νὰ ὑπογραμμίσῃ ὁ Θεὸς ἀκόμη περισσότερο τὸ ἐνδιαφέρον του, χρησιμοποιεῖ μιὰ ἀνθρωποπαθῆ εἰκόνα καὶ βεβαιώνει τὸν λαό του ὅτι ἔχει κατὰ κάποιον τρόπο ζωγραφίσει ἐπάνω στὰ χέρια του τὰ τείχη τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἔχει διαρκῶς μπροστὰ στὰ μάτια του, ὥστε νὰ τὴν προστατεύῃ. Εἰκόνα βεβαίως εἶναι αὐτή, ποὺ ὅμως φανερώνει τὸ μεγάλο ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη καὶ τὴν στοργικὴ φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὰ πλάσματά του.

Γι’αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν προνοεῖ ἁπλῶς γιὰ μᾶς, ἀλλὰ προνοεῖ μὲ πολλὴ ἀγάπη, μὲ ἕναν ἀπαθῆ ἔρωτα, ἔρωτα πολὺ δυνατὸ καὶ θερμὸ καὶ γνήσιο καὶ ἀκατάλυτο καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδύνατον νὰ σβησθῇ (Πρὸς τοὺς σκανδαλισθέντας ἐπὶ ταῖς δυσημερίαις, P.G. 52, 488). Ὁλόκληρος μάλιστα ὁ λόγος του αὐτὸς «πρὸς τοὺς σκανδαλισθέντας» ἀποτελεῖ μιὰ πολὺ δυνατὴ ἀπόδειξι τῆς προνοίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. «Οὐ γὰρ ἀπρονόητα τὰ ἡμέτερα», τονίζει ἔντονα καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀφοῦ, λέγει, ὅπως μάθαμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, οὔτε ἕνα σπουργίτι δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (Πρὸς τὴν ὁμόζυγον Νεκταρίου παραμυθητικὴ ἐπιστολή).