Ἁγίου Κυρίλλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἱεροσολύμων Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Προκατήχηση. Δηλαδὴ πρόλογος στὶς Κατηχήσεις τοῦ ἱεροῦ Πατρός

(Ἡ μετάφραση πού δημοσιεύουμε σέ συνέχειες προέρχεται ἀπό τό ἔργο «Κατηχήσεις Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων» τῶν ἐκδόσεων «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»)

Γ ‘.

Κάποτε, ὅπως ἀναφέρεται στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ἕνας εἶχε τὴν περιέργεια νὰ δεῖ καὶ νὰ μάθει τί ἀκριβῶς γίνεται στὴν τελετή τοῦ γάμου. Χωρὶς λοιπόν νὰ διαθέτει κατάλληλα γιὰ τὴν περίσταση ροῦχα, μπῆκε σ’ ἕνα σπίτι πού γινόταν γάμος καὶ κάθησε στὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγε. Ὁ γαμπρὸς τὸν ἀντιλήφθηκε, ἀλλά τὸν ἄφησε, χωρὶς νὰ τοῦ κάνει σχετικὴ παρατήρηση. Ἔπρεπε τότε ὁ ἀπρόσκλητος ἐπισκέπτης, ἀφοῦ εἶδε ὅτι ὅλοι οἱ προσκαλεσμένοι φοροῦσαν ἄσπρα ροῦχα, νὰ πάει καὶ νὰ φορέσει καὶ αὐτὸς τὰ ἴδια. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκανε. Ἀντίθετα, ἀπολάμβανε ὅπως ὅλοι τὰ φαγητά, χωρὶς νὰ εἶναι ὅπως ὅλοι στὴν ἐμφάνιση καὶ στὴν προαίρεση. Ὁ γαμπρὸς ὅμως, παρόλο πού τὰ εἶχε ἑτοιμάσει ὅλα πλούσια καὶ τὰ πρόσφερε ὅλα ἀφειδώλευτα, δὲν ἦταν ἀδιάφορος γιὰ τὸ τί ἀκριβῶς συνέβαινε ἐκεῖ μέσα. Γυρίζοντας λοιπόν ὅλους τούς χώρους καὶ βλέποντας τὸν κάθε καλεσμένο —ἐπειδὴ δὲν τὸν ἐνδιέφερε μονάχα τὸ πόσο καὶ πῶς θὰ φᾶνε οἱ καλεσμένοι του, ἀλλὰ καὶ τὸ πόσο εὐπρεπεῖς θὰ εἶναι— ἔπεσε τὸ μάτι του καὶ σ’ ἐκεῖνον τὸν ξένο, πού δὲν φοροῦσε στολὴ γάμου, καὶ τοῦ εἶπε: «Πῶς μπῆκες ἐδῶ μέσα, φίλε μου;» (Ματθ. 22, 12). Μὲ τί ροῦχα; Μὲ ποιὰ συνείδηση; Ἂς ποῦμε πώς ὁ θυρωρὸς δὲν σὲ ἐμπόδισε, γιατί ὁ γαμπρὸς εἶναι ἀνοιχτόκαρδος καὶ καταδεχτικός. Ἂς ποῦμε ὅτι δὲν ἤξερες τί ἔπρεπε νὰ φορᾶς, μπαίνοντας μέσα στὸ συμπόσιο καὶ μπῆκες ὅπως ἤσουνα. Μπῆκες, εἶδες νὰ ἀστράφτουν τὰ ροῦχα τῶν προσκαλεσμένων. Δὲν ἔπρεπε ὅμως νὰ διδαχτεῖς ἀπὸ ὅσα εἶδες; Δὲν ἔπρεπε νὰ βγεῖς πάλι ἔξω καὶ νὰ ξαναμπεῖς ὅπως πρέπει; Τώρα ὅμως μπῆκες μέσα, χωρὶς νὰ πρέπει, γιὰ νὰ βγεῖς ἔξω, ὅπως σοῦ πρέπει. Καὶ προστάζει τότε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τοὺς λέει: Δέστε αὐτὰ τὰ πόδια πού τόσο τολμηρὰ μπῆκαν ἐδῶ μέσα. Δέστε αὐτὰ τὰ χέρια πού δὲν ἔμαθαν νὰ ντύνουν τὸ σῶμα μὲ ροῦχα πού ἁρμόζουν σὲ μιὰ τόσο γιορτινὴ καὶ χαρούμενη ἡμέρα. «Καὶ βγάλτε τον ἔξω στὸ πυκνὸ σκοτάδι» (Ματθ. 22, 13), γιατί εἶναι ἀνάξιος νὰ φωτίζεται μὲ νυφικὲς λαμπάδες. Δὲς λοιπόν κι ἐσύ, Φωτιζόμενε ἀδελφέ, τί ἔπαθε τότε αὐτὸς ὁ ἀπρόσκλητος ἐπισκέπτης καὶ φυλάξου νὰ μὴν πάθεις κι ἐσύ τὰ ἴδια.