Πρόσεχε σεαυτώ» παρ.6

Μεγάλου Βασιλείου «Εἰς τό πρόσεχε σεαυτῷ», παραγρ. 6 (συνέχεια Στ΄) Ἡ μετά;φραση εἶναι παρμένη ἀπό τόν 6ο τόμο τῶν Ἔργων τοῦ Μ.Βασιλείου στίς ἐκδόσεις ΕΠΕ

    «6. Ἔχεις πάλιν κακὴν καταγωγὴν καὶ εἶσαι ἄσημος, πτωχὸς ἀπό πτωχούς, χωρὶς ἑστίαν, χωρὶς πατρίδα, ἀδύνατος, στερεῖσαι τὰ καθημερινά, τρέμεις αὐτοὺς ποὺ κατέχουν τὴν ἐξουσίαν, φοβᾶσαι καὶ ἐντρέπεσαι ὅλους ἐξ αἰτίας τῆς ταπεινότητος τοῦ βίου σου; Ἀλλ’ ὁ «πτωχός, λέγει, δὲν ἀπειλεῖται» . Μὴ λοιπὸν ἀπελπισθῆς• μὴ ἀπορρίψης κάθε καλὴν ἐλπίδα, διότι τίποτε ἀξιοζήλευτον δὲν ἔχεις εἰς τὸ παρόν, ἀλλ’ ὁδήγησε τὴν ψυχήν σου ὑψηλά, καὶ πρὸς τὰ ἀγαθά, ποὺ ἔχει κιόλας δημιουργήσει διὰ σὲ ὁ Θεὸς καὶ πρὸς αὐτά, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσίν του ἀπόκεινται εἰς τὸ μέλλον. Καὶ πρῶτα – πρῶτα εἶσαι λοιπὸν ἄνθρωπος• τὸ μόνον θεόπλαστον ἀπό τὰ ζῶα. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν αὐτό, ἐφόσον στοχάζεσαι σωστά, τὸ ὅτι ἔχεις διαπλασθῆ πρὸς τὴν οὐράνιον γαλήνην ἀπό τὰ ἴδια τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ πού ἐδημιούργησεν ὅλα; Ἔπειτα ὅτι, καὶ ἐπειδὴ ἔγινες σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ κτίστου σου, ἠμπορεῖ μὲ ἐνάρετον ζωὴν νὰ κατευθυνθῆς πρὸς τὴν ἀγγελικὴν ὁμοτιμίαν; Ἔλαβες ψυχὴν νοεράν μὲ τὴν ὁποίαν στοχάζεσαι τὸν Θεόν, μὲ τὸν λογισμὸν κατανοεῖς τὴν φύσιν τῶν ὄντων, δρέπεις τὸν γλυκύτατον καρπὸν τῆς σοφίας. Ὅλα τὰ χερσαῖα ζῶα καὶ ἥμερα καὶ ἄγρια, ὅλα ὅσα ζοῦν καὶ τρέφονται εἰς τὰ νερὰ καὶ ὅσα πετοῦν εἰς αὐτὸν τὸν ἀέρα, εἶναι δοῦλα καὶ ὑποχείρια σου. Σὺ δὲν ἐφεῦρες τέχνας, δὲν ἵδρυσες πόλεις καὶ δὲν ἐπενόησες ὅλα ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ὅσα προορίζονται διὰ τρυφηλὴν ζωήν; Δὲν σοῦ εἶναι βατὰ τὰ πελάγη ἐξ αἰτίας τῆς λογικῆς; Ἡ ξηρὰ καὶ ἡ θάλασσα δὲν ὑπηρετοῦν τὴν ζωήν σου; Ὁ ἀέρας καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ τὰ συστήματα τῶν ἀστέρων δὲν σοῦ ἐπιδεικνύουν τὴν τάξιν των; Διατὶ λοιπὸν εἶσαι μικρόψυχος; Διότι τὸ ἄλογόν σου δὲν ἔχει ἀργυρὰ χαλινάρια; Ἀλλ’ ἔχεις τὸν ἥλιον ποὺ ἀδιακόπως καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν πρὸς χάριν σου κρατᾶ τὴν λαμπάδα. Δὲν ἔχεις τάς ἀκτινοβολίας τοῦ ἀργύρου καὶ τοῦ χρυσοῦ, ἀλλ’ ἔχεις τὴν σελήνην ποὺ σὲ περιλάμπει μὲ τὸ ἄπλετον φῶς της. Δὲν ἔχεις ἐπιβῆ σὲ χρυσοκέντητα ἁμάξια, ἀλλ’ ἔχεις τὰ πόδια ἰδικόν σου ὄχημα καὶ σύμφυτον μὲ σέ. Διατὶ λοιπὸν μακαρίζεις αὐτοὺς ποὺ κατέχουν πλούσιον βαλάντιον καὶ πού χρειάζονται ξένα πόδια διὰ νὰ μεταβοῦν κάπου; Δὲν κοιμᾶσαι εἰς κρεββάτι ἐλεφάντινον, ἀλλ’ ἔχεις τὴν γῆν ποὺ εἶναι τιμιωτέρα ἀπό πολλὰ φίλντισι καὶ ἔχεις γλυκεῖαν τὴν ἀνάπαυσιν ἐπάνω εἰς αὐτήν, γρήγορον τὸν ὕπνον καὶ ἀπό κάθε φροντίδα ἀπηλλαγμένον. Δὲν κατακλίνεσαι κάτω ἀπό χρυσὴν ὀροφήν, ἔχεις ὅμως τὸν οὐρανὸν ποὺ ἀκτινοβολεῖ τριγύρω μὲ τὰ ἀπερίγραπτα κάλλη τῶν ἄστρων. Καὶ αὐτὰ βέβαια εἶναι τὰ ἀνθρώπινα. Τὰ ἄλλα ὅμως εἶναι ἀκόμη πιὸ ἀνώτερα. Διά σὲ ὁ Θεὸς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, διὰ σὲ ἡ χορηγία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ κατάλυσις τοῦ θανάτου, ἡ ἐλπίς τῆς ἀναστάσεως, τὰ θεῖα προστάγματα πού σοῦ τελειοποιοῦν τὴν ζωήν, ἡ πορεία πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τῶν ἐντολῶν, ἡ ὄμορφη βασιλεία τῶν οὐρανῶν, τὰ ἕτοιμα στεφάνια τῆς δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποφύγης τοὺς κόπους τῆς ἀρετῆς.»