01. Σύνθημα 2026-2027

Μεταφορτώσεις

Θέμα για τους κυκλάρχες

 

Ὅπως κάθε χρόνο, ἔτσι καί φέτος θά ἀρχίσουμε μέ τήν ἀνάλυση καί ἐμβάθυνση στό ἁγιογραφικό χωρίο πού ἀποτελεῖ τό γενικό σύνθημα τῶν Κύκλων μελέτης Ἁγίας Γραφῆς (φοιτητῶν καί ἐπιστημόνων) γιά τό ἀκαδημαϊκό ἔτος 2026-2027.

 

Μελέτη περικοπῆς: Γαλ. ε΄ 16-25.

(Σημείωση: Τό Σύνθημα εἶναι ἡ φράση τοῦ στίχ. 16 «πνεύματι περι­πατεῖτε», ἀλλά ἐδῶ θά δοῦμε τήν ὅλη συνάφεια τοῦ κειμένου).

Εἶναι σαφές ἀπό τούς στίχους 16-17 ὅτι ὑπάρχουν δύο στοιχεῖα στόν ἄνθρωπο, τά ὁποῖα βρίσκονται σέ μόνιμη ἀντιπαλότητα μεταξύ τους. Κι αὐτά εἶναι ἡ σάρξ καί τό πνεῦμα. Τί σημαίνει τό καθένα ἀπό αὐτά;

  1. Ἀρχικά ἄς δοῦμε τή σημασία τοῦ ὅρου «σάρξ». Ποιά νομίζετε ὅτι εἶναι; (Ἄς ποῦν τά Μέλη τίς γνῶμες τους). Ὁ ἱερός Χρυσόστομος δίνει σαφῆ ἀπάντηση: «Δέν ὀνομάζει ἐδῶ, λέει, σάρκα τό σῶμα. Διότι ἡ ἐπιθυμία δέν εἶναι τῆς σαρκός ἀλλά τῆς ψυχῆς… Σάρκα ἐδῶ ὀνομάζει τόν γήινο λογισμό, τόν ράθυμο καί ἀμελῆ. Καί αὐτό βέβαια δέν ἀποτελεῖ κατηγορία κατά τοῦ σώματος, ἀλλά καταδίκη ράθυμης ψυχῆς»[1]. Καί σέ ἄλλο σημεῖο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού ἀναφέρεται στό φρόνημα τῆς σαρκός καί ὅτι ὅσοι ζοῦν μέ αὐτό τό φρόνημα «Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύ­να­νται» (Ρωμ. η΄ 8), πάλι ὁ ἱερός Χρυσόστομος σχολιάζει: «Ἐδῶ δὲν ὀνομάζει τὸ σῶμα ὡς σάρκα, οὔτε τὴν οὐσία τοῦ σώματος, ἀλλὰ τὴν σαρκικὴ καὶ κοσμικὴ ζωή, ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀπολαύσεις καὶ ἀσωτία, καὶ ἡ ὁποία μεταβάλλει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο σέ σάρκα»[2]. Οἱ στίχοι αὐτοί τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι πολύ χαρακτηριστικοί ὡς πρός τό θέμα πού ἐξετάζουμε, τήν ἀντιπαλότητα δηλαδή τῆς σαρκός πρός τό πνεῦμα: Ρωμ. η΄ 5-10, 12-13. (Νά διαβαστοῦν στόν Κύκλο, μαζί καί μέ τήν ἑρμηνεία τους. Ὁ Κυκλάρχης καλό εἶναι νά ἔχει διαβάσει ἐκ τῶν προτέρων καί τά σχετικά σχόλια ἀπό τό Ὑπόμνημα).

Ἑρμηνεύοντας τούς στίχους αὐτούς ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπι­στο­λή, καί συγκεκριμένα τό «ἐν σαρκί ὄντες» τοῦ στίχ. 8, καί ὁ ἅγιος Κύ­ριλλος Ἀλεξανδρείας λέει τά ἑξῆς: «Ὅταν στό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐπικρατεῖ ἡ γεώδης ἡδονή, δηλαδή οἱ ἀπολαύσεις τῶν αἰσθήσεων, τότε ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται παραδομένος στή σάρκα, διότι φρονεῖ «τά τῆς σαρκός»[3].

Δέν χρειάζεται κάν νά περιγράψουμε τή διάχυση τοῦ σαρκικοῦ φρονήμα­τος στόν κόσμο σήμερα. Ὅλοι ζοῦμε καί κινούμαστε μέσα σ᾿ αὐτή τή μο­λυσμένη ἀτμόσφαιρα ἀπό τίς σαρκικές ἀναθυμιάσεις. Τά πάντα προσ­φέρονται στό βωμό τῶν ὑλικῶν καί σαρκικῶν ἀπο­λαύ­σεων. Στίς ἡμέρες μας μάλιστα ἔχουμε φτάσει σέ μιά νέου εἴδους εἰδωλολατρία μέ τή θεοποίηση καί λατρεία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Καί ἐνδεχομένως χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε, νά ἐπηρεαζόμαστε καί ἐμεῖς ἀπό τό πνεῦμα αὐτό τοῦ κόσμου, τῆς ἄνεσης καί εὐπάθειας τοῦ σώματος, τῶν ὑλικῶν ἀπολαύσεων. Ὅμως ὁ Θεός ἀποστρέφεται αὐτό τό φρόνημα. Ἄς θυμηθοῦμε τά λόγια Του γιά τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε: «Οὐ μή καταμείνῃ τό πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις… διά τό εἶναι αὐτούς σάρκας» (Γεν. ς΄ 3). Ἄς ἀναλογιστοῦμε λίγο τήν ἐτυμηγορία αὐτή τοῦ Θεοῦ…

Ἄς δοῦμε τώρα καί ποιά σύμφωνα μέ τό ἱερό κείμενο εἶναι τά ἔργα τῆς σαρκός. Τί λένε οἱ στίχοι 19-21; Ἀρχικά ἀναφέρει τά ἁμαρτήματα πού διαπράττονται καί μέ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τά λεγόμενα σαρκικά ἁμαρτήματα (στίχ. 19). Ἔπειτα – κι αὐτό εἶναι πού προξενεῖ ἐντύπωση – ἀναφέρει ὡς «ἔργα τῆς σαρκός» καί κάποια ἄλλα πού, θά ἔλεγε κανείς, δέν ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τή σάρκα: «ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις» (στίχ. 20). Ἀπό αὐτό καταλαβαίνουμε ὅτι σαρκικός ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνον αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ σαρκικά ἁμαρτήματα μέ τή στενή ἔννοια τῆς λέξεως, ἀλλά γενικῶς ὁ φίλαυτος καί ἐγωιστής ἄνθρωπος· αὐτός πού ζεῖ κινούμενος ἀπό τίς ἐπιταγές τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» μέσα του, τοῦ μή ἀναγεννημένου ἀπό τή Χάρι τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Καί βέβαια ἡ κατάληξη ὅλων αὐτῶν ποιά εἶναι; «Οἱ τά τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν» (στίχ. 21). Εἶναι σαφής ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί δέν δίνει περιθώρια παρερμηνειῶν (βλ. καί Α΄ Κορ. ς΄ 9-10, ιε΄ 50, Ἐφ. ε΄ 5). Βέβαια τό «πράσσοντες» σημαίνει ὄχι τό νά ὑποπέσει κανείς στίς ἁμαρτίες αὐτές ἐξ ὑφαρπαγῆς, ἀλλά τό νά βρίσκεται παραδομένος σ᾿ αὐτές καί μέ τό φρόνημά του παγιωμένο σ᾿ αὐτά.

  1. Καί ἐρχόμαστε νά δοῦμε τώρα τή σημασία τοῦ ὅρου «πνεῦμα», τό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τό ἱερό μας κείμενο, «ἐπιθυμεῖ κατά τῆς σαρκός» στίχ. 17). Τί νομίζετε ὅτι εἶναι τό «πνεῦμα»; (Ἄς ποῦν τά Μέλη τίς γνῶμες τους). Πνεῦμα ἐδῶ εἶναι οἱ ἀνώτερες πνευματικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖες διατελοῦν ὑπό τήν ἔμπνευση καί καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν τό Ἅγιον Πνεῦμα ἔλθει καί κατοικήσει στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀναγεννᾶ, καί αὐτή πλέον ζεῖ καί κινεῖται ὄχι σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τῆς σαρκός, ἀλλά σύμφωνα μέ τίς ἐμπνεύσεις καί ἐπιταγές τοῦ Πνεύματος. Στήν περίπτωση αὐτή ὅλα τοῦ ἀνθρώπου, οἱ σκέψεις, οἱ ἐπιθυμίες, τά συναισθήματα, οἱ λόγοι, οἱ πράξεις, εἶναι πνευματικά. Ὁ ὅλος ἄνθρωπος κυριαρχεῖται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔτσι ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί τό Ρωμ. η΄ 9 «ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾿ ἐν πνεύματι». Λέει χαρακτηριστικά ὅτι «ὁ ἄνθρωπος τότε εἶναι «ἐν πνεύματι», ὅταν ὁ νοῦς ἀποκτήσει πλούσια τήν Χάρι διά τοῦ Χριστοῦ. «Ζέει» τότε ὁ ἄνθρωπος «τῷ πνεύματι», εἶ­ναι γεμάτος ἀπό τή φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁπότε κάθε γήινο, φρυ­γα­νῶδες, σαρκικό φρόνημα γίνεται μέσα σ’ αὐτό τό πνευματικό καμίνι πα­ρανάλωμα πυρός»[4]!

Γενικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἀναλόγως μέ τό τί ἐπικρατεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο, ἄν δηλαδή ἐπικρατεῖ τό σαρκικό φρόνημα, τότε καί ἡ ψυχή γίνεται κατά κάποιον τρόπο σαρκική, πέφτει πρός τά κάτω, ἐνῶ ἄν ἐπικρατεῖ ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε καί τό σῶμα γίνεται πνευματικό, ἀνεβαίνει πρός τά ἐπάνω, πρός τόν πόθο τῶν ἐπουρανίων. Καί ἐδῶ τά λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου εἶναι πολύ χαρακτηριστικά: «Ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ποὺ ἀποκτοῦν φτερὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα καθιστοῦν καὶ τὸ σῶμα πνευματικό, ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀπομακρύνονται ἀπὸ Αὐτό, καὶ γίνονται δοῦλοι στὴν κοιλία καὶ στὶς ἡδονές, καθώς μεταβάλλουν καὶ τὴν ψυχὴ σὲ σάρκα, ὄχι ἐπειδὴ ἀλλάζουν τὴν οὐσία της, ἀλλὰ ἐπειδὴ καταστρέφουν τὴν εὐγενική της καταγωγή»[5].

Νά δοῦμε τώρα καί τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐπιφέρει στήν ἀναγεννημένη ψυχή. Τί λένε οἱ στίχοι 22-23; Ἀξίζει νά ὑπογραμμι­σθεῖ ὅτι, ἐνῶ στήν περίπτωση τῆς σαρκός ἡ λέξη πού χρη­σιμοποιεῖ εἶναι «ἔργα», στήν περίπτωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ ἀντί­στοιχη εἶναι «καρπός». Ἀρχικά, στόν ἑνικό, γιά νά δείξει ὅτι δέν πρό­κειται περί μεμονωμένων καρπῶν τοῦ Πνεύματος, ἀλλά περί ἑνιαίου καί ἁρμονικοῦ συνόλου. Ὅπως στήν ἁλυσίδα ὁ ἕνας κρίκος εἶναι ἑνωμένος μέ τόν ἄλλον, καί ὅποιον σηκώσεις, μαζί του θά σηκωθοῦν καί οἱ ὑπόλοιποι, ἔτσι καί στίς ἀρετές: ἡ μία ἑνώνεται ἁρμονικά μέ ὅλες τίς ἄλλες, ἔτσι ὥστε ὅποιος κατέχει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μία, μαζί της νά ἔρχονται καί οἱ ὑπόλοιπες. Ἔπειτα, ὡς πρός τήν ἐπιλογή τῶν λέξεων, ἡ γνώμη τοῦ ἑρμηνευτοῦ Οἰκουμενίου εἶναι πολύ ἐπιτυχής: «Τὰ πονηρὰ ἔργα γίνονται μόνον ἀπὸ μᾶς· γι’ αὐτὸ καὶ τὰ ὀνόμασε ἔργα τῆς σαρκός, ἐπειδὴ συγχρόνως ἔχουν καὶ κοπιαστικὴ προσπάθεια καὶ βαρύτητα· ἐνῶ τὰ καλὰ ἔργα δὲν ἔχουν ἀνάγκη μόνον ἀπὸ τὴ δική μας φροντίδα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄνωθεν βοήθεια»[6].

Πολύ σημαντικός εἶναι καί ὁ λόγος τοῦ θείου Παύλου στό τέλος τοῦ στίχου 23: «κατά τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος». Δέν ἰσχύει ὁ πα­λαι­ός Νόμος στούς ἀνθρώπους αὐτούς πού κινοῦνται σύμφωνα μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι ὁ Νόμος ἦταν γιά τίς πα­ρα­βάσεις· ἐνῶ ἡ Χάρις γιά τίς ὑπερβάσεις. Καί πάλι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σημειώνει πολύ εὔστοχα: «Ὅπως, λέει, τά ἄλογα πού εἶναι ὑπάκουα καί κάνουν ὅσα πρέπει μόνα τους δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό μαστίγιο, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού κατορθώνει τήν ἀρετή μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τόν νουθετοῦντα Νόμο»[7]. Αὐτό ἐξάλλου δείχνει καί ὁ στίχ. 24. Ἡ ὅλη φιλοσοφία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἔγκειται στό νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος νά σταυρώσει μέσα του τό σαρκικό φρόνημα, τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, καί νά ζεῖ μόνο μέ τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος καί μέ ὅ,τι Αὐτό ὑποδεικνύει.

  1. Μέ ποιόν τρόπο λοιπόν καλούμαστε στή ζωή μας νά μήν ἐπεν­δύουμε στή σάρκα, ἀλλά στό πνεῦμα; (Ἄς ποῦν τίς σκέψεις τους τά Μέλη). Καταρχάς, γιά νά ἐννοήσουμε ποῦ βρισκόμαστε, στή σάρκα ἤ στό πνεῦμα, πρέπει νά ἐλέγξουμε τίς σκέψεις μας καί τίς ἐπιθυμίες. Ἄν ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μας φέρονται ἀσυγκράτητα πρός τίς ὑλικές ἡδονές καί ἀπολαύσεις, τίς κοσμικές τιμές καί τά φθαρτά πλούτη, τήν γενικότερη ματαιοδοξία, τότε ἀνήκουμε στούς «ἐν σαρκί ὄντας». Στήν περίπτωση αὐτή πρέπει νά κάνουμε αὐτό πού συμβουλεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης στό «Συμβουλευτικό Ἐγχει­ρίδιο»: «Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσπαθήσεις, ὅσο μπορεῖς, νὰ κυβερνήσεις μὲ μεγάλη σύνεση τὰ πέντε αἰσθητήριά σου· καὶ τὰ μὲν ἀναγκαῖα, ὅσα δηλαδὴ ἀποβλέπουν στὴ συντήρηση τοῦ σώματος, νὰ τὰ δίνεις σ’ αὐτά· ὅσα ὅμως εἶναι περιττὰ καὶ ἀποσκοποῦν στὴν ἡδονή, νὰ τὰ κόβεις. Σὲ αὐτὸ θὰ φανεῖς κύριος τῶν παθῶν σου, στὸ νὰ μπορέσεις δηλαδὴ μὲ ὅλη τὴν ἀνδρεία σου νὰ ἐλευθερώσεις τὰ αἰσθητήριά σου ἀπὸ τὶς φθαρτές, ἐπώδυνες καὶ ψεύτικες ἡδονές, καὶ συγχρόνως νὰ ἐλευθερώσεις μα­ζί καὶ τὸν ἡγεμόνα σου νοῦ ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσκόλλησή τους, καὶ νὰ τὸν ἀφήσεις νὰ ἐπιστρέψει στὰ ποθητά του κάλλη τῶν νοητῶν πραγμάτων», δηλαδὴ τὴ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν καὶ τῶν νοημάτων ποὺ ἐμπεριέχονται στὰ συγγράμματα τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἱερὴ προσευχή, τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ὅπως σὲ ἄλλο σημεῖο ἐξηγεῖ, τή μετοχὴ στὰ ἱερὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ λοιπά. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος σιγὰ-σιγὰ γίνεται πνευματικὸς καὶ «ζῇ καὶ πορεύεται σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα». (στίχ. 25).

Τελειώνουμε μέ τήν αὐθεντία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: «Διότι μὲ τὸ νὰ πεθάνουμε ὡς πρὸς τὴ σάρκα, ἐπιτυγχάνεται γιὰ μᾶς τὸ νὰ γεννηθοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα… Ἂς πεθάνουμε λοιπόν, γιὰ νὰ ζήσουμε. Ἂς θανατώσουμε τὸ φρόνημα τῆς σάρκας, αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑποταχθεῖ στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ γεννηθεῖ μέσα μας καί νά ὑπερισχύει τὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος, μέ τό ὁποῖο ἀποκτῶνται μέσα μας ἡ ζωή καί ἡ εἰρήνη».[8]

Ἤ ἀλλιῶς, σύμφωνα μέ τό ἀσκητικό λόγιο: «Ἄν πεθάνεις πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις ὅταν πεθάνεις».

 

ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΘΗΜΑ: «Πνεύματι περιπατεῖτε» (Γαλ. ε΄ 16).

 

Σημειώσεις

[1] «Σάρκα ἐνταῦθα, οὐ τό σῶμα καλεῖ…. Ἡ γάρ ἐπιθυμία οὐ σαρκός, ἀλλά ψυχῆς… Σάρκα ἐνταῦθα τόν λογισμόν καλεῖ τόν γεώδη, τόν ράθυμον καί ἠμελημένον. Τοῦτο δέ οὐ σώματος κατηγορία, ἀλλά ραθύμου ψυχῆς ἔγκλημα» (ΕΠΕ 20, 372-374)

[2] «Σάρκα γάρ ἐνταῦθα οὐ τό σῶμα φησί, οὐδέ τήν οὐσίαν τοῦ σώματος, ἀλλά τόν σαρκικόν βίον καί κοσμικόν, καί τρυφῆς καί ἀσωτίας γέμοντα, τόν ὅλον σάρκα ποιοῦντα τόν ἄνθρωπον» (ΕΠΕ 17, 164)

[3] «Ἐπικρατούσης τῆς τοῦ ἀνθρώπου διανοίας τῆς γεώδους ἡδονῆς, ἐν σαρκί τις ἐστίν ὡς τά τῆς σαρκός φρονῶν» (Ὑπόμν. σελ. 121)

[4] «καταπλουτήσαντος τοῦ νοῦ τήν διά Χριστοῦ Χάριν καί τῆς ἄνωθεν ἰσχύος μετεστωμένου καί ζέοντος τῷ πνεύματι καί ἐπί ἀρετήν σπεύδοντος» (Ὑπόμν. σελ. 121)

[5] «Ὥσπερ οἱ τῷ Πνεύματι πτερούμενοι, καί τό σῶμα πνευματικόν ἐργάζονται, οὕτως οἱ τούτου μέν ἀποπηδῶντες, γαστρί δέ καί ἡδοναῖς δουλεύοντες, καί τήν ψυχήν σάρκα ποιοῦσιν, οὐ τήν οὐσίαν αὐ­τῆς μεταβάλλοντες, ἀλλά τήν εὐγένειαν αὐτῆς ἀπολλύντες» (ΕΠΕ 17, 164)

[6] «Τά μέν πονηρά ἔργα ἐξ ἡμῶν γίνονται μόνον· διό καί ἔργα σαρκός εἶπεν, ἅμα καί ὡς ἐργωδίαν καί βαρύτητα ἔχοντα· τά δέ καλά οὐχ ἡμετέρας δεῖται μόνον ἐπιμελείας, ἀλλά καί τῆς ἄνωθεν συνεργείας» (Ὑπόμν. σελ. 69)

[7]  (ΕΠΕ 20, 382)

[8] «Διά γάρ τοῦ ἀ­ποθανεῖν τῇ σαρκί περιγίνεται ἡμῖν τό γεννηθῆναι τῷ πνεύματι… Ἀποθάνωμεν οὖν, ἵνα ζήσωμεν. Ἀποκτείνωμεν τό φρόνημα τῆς σαρκός, τό μή δυνάμενον ὑποταγῆναι τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ, ἵνα τό φρόνημα τοῦ πνεύματος ἰσχυρόν ἡμῖν έγγένηται, δι᾿ οὗ ζωή καί εἰρήνη περιγίνεσθαι πέφυκε» (ΕΠΕ 6, 246)