Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 23 Αὐγούστου 2026, Ἀπόδοση ἑορτῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (Φιλιπ. β΄ 5-11)
Ἀδελφοί, τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός.
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Ἄκρα ταπείνωση
Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ συμπίπτει μὲ τὴν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἀφιερωμένα στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας μας. Στὴν Ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρουσιάζει τὴν ἄφατη συγκατάβαση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Ἐνανθρώπησή του. Ὁ Κύριος «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών», ἐπισημαίνει ὁ Ἀπόστολος. Δηλαδή, κένωσε τὸν Ἑαυτό του συγκαλύπτοντας τὴ δόξα τῆς θεότητος. Πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ὅμοιος μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὄχι ἁπλῶς ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἐπιπλέον «ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Ταπείνωσε τὸν Ἑαυτό του δείχνοντας τέλεια ὑπακοὴ μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ, ποὺ εἶναι ὁ πλέον ὀδυνηρὸς καὶ ἀτιμωτικὸς θάνατος.
Πράγματι, ὁ ἄπειρος καὶ παντοδύναμος Θεὸς ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα. Ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ μάλιστα ἔζησε μέσα στὴν ἀφάνεια, στὴν ταπείνωση, στὴν πτωχεία, στὶς στερήσεις. Δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η΄ 20), ποῦ νὰ ἀκουμπήσει τὸ κεφάλι του, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε. Ποτὲ δὲν θέλησε κάποια ἐξωτερική, κοσμικὴ δόξα ἢ διάκριση. Ἐπιπλέον ὑπέμεινε ὕβρεις, χλευασμούς, συκοφαντίες, ραπίσματα, μαστιγώσεις. Συγκατέβη μέχρι καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατο, στὸν ὁποῖο καταδίκαζαν τοὺς χειρότερους ἐγκληματίες καὶ κακούργους. Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, δέχθηκε τὸ θεῖο Πάθος καὶ πέθανε ὡς κακοῦργος ἐπάνω στὸν Σταυρό.
Ἡ ταπείνωση ὅμως ἦταν τὸ πολυτιμότερο στολίδι καὶ τῆς Παναγίας μας. Μάλιστα κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό της, ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ τῆς ἀπηύθυνε τιμητικότατο χαιρετισμό, ὀνομάζοντάς την «Κεχαριτωμένη» καὶ τῆς ἀνήγγειλε τὸ ὑπερφυὲς μυστήριο, ἡ ταπεινὴ αὐτὴ Κόρη ὄχι μόνο δὲν ὑπερηφανεύθηκε, ἀλλὰ ἀπόρησε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προτιμήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἡ καταλληλότερη ἀνάμεσα σὲ ὅλες τὶς γυναῖκες τῆς ἀνθρωπότητος, γιὰ νὰ φέρει στὸν κόσμο τὸν Υἱό του. Τὴν ἐπισκίασε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, καὶ οὔτε λογισμὸς ἀλαζονείας πέρασε ἀπὸ τὸν πεντακάθαρο νοῦ της· οὔτε ἡ παραμικρὴ ὑποψία ὅτι πιθανῶς νὰ κατέχει κάποια ἀρετή. Καὶ σὲ ὅλη τὴ μετέπειτα ζωή της ἡ Θεοτόκος προτιμοῦσε τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἀγαπημένη της ἀφάνεια. Δὲν ζήτησε θέση ἡγετικὴ στὴν πρώτη Ἐκκλησία, οὔτε μεγαλεῖα καὶ τιμές. Παρέμεινε πάντοτε ἡ ταπεινὴ δούλη τοῦ Κυρίου.
2. Αἰώνια δόξα
Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρουσιάζει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἔσχατης ταπεινώσεως τοῦ Κυρίου, ποὺ ἦταν ἡ ὕψωσή του, ἡ δόξα του. «Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε», σημειώνει. Γιὰ τὴν ταπείνωσή του αὐτὴ ὁ Θεὸς Τὸν ὑπερύψωσε καὶ ὡς ἄνθρωπο. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, βέβαια, ὅτι πάντοτε εἶχε ἀναφαίρετη δόξα καὶ τιμὴ ὡς τέλειος Θεός, συναΐδιος μὲ τὸν Πατέρα. Εἶναι ἄλλωστε ὁ παντοδύναμος Δημιουργὸς τῶν πάντων· ὁ ἀπόλυτος Κυβερνήτης καὶ Κύριος τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ ὡς ἄνθρωπο θεία Βασιλεία καὶ δόξα, «ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων»· ὥστε στὸ ὄνομά του νὰ γονατίσουν ταπεινὰ καὶ νὰ Τὸν προσκυνήσουν λατρευτικὰ οἱ ἄγγελοι στὸν οὐρανό, καὶ οἱ ἄνθρωποι στὴ γῆ, καὶ οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν στὰ καταχθόνια· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ δαιμονικὰ ὄντα μὲ τρόμο νὰ ὑποκλιθοῦν στὸ μεγαλεῖο του.
Ἐπιπλέον μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή του στοὺς οὐρανοὺς ὁ Κύριος ἐξύψωσε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸν θρόνο τῆς Θεότητος. Στὸν δικό του βασιλικὸ θρόνο συνανύψωσε τὸν ἄνθρωπο.
Καὶ ἡ Θεοτόκος βέβαια δοξάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ πάναγνη αὐτὴ Κόρη, ποὺ εἶχε πολύτιμο στολίδι της τὴν ταπείνωση, ἐπιλέχθηκε ὡς ἡ καταλληλότερη γιὰ νὰ γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Ἀναρίθμητοι πιστοὶ καταφεύγουν σ᾿ Ἐκείνη, εὐλαβικὰ τὴν προσκυνοῦν καὶ ζητοῦν τὴν προστασία της. «Ἰδοὺ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. α΄ 48), εἶχε πεῖ ἡ ἴδια προφητικὰ μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δηλαδή, θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενιὲς τῶν πιστῶν. Αἰῶνες τώρα ὁ λόγος αὐτὸς ἐκπληρώνεται. Κανένα ἄλλο πρόσωπο, ἐκτὸς τοῦ Κυρίου, δὲν ἀγαπήθηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ Παναγία. Ἀπὸ τὴ μία ἄκρη τῆς γῆς ὡς τὴν ἄλλη περίλαμπροι Ναοί, ἱστορικὰ μοναστήρια καὶ ὄμορφα ἐξωκκλήσια στολίζονται σὰν παλάτια πνευματικά, γιὰ νὰ μεγαλύνουν τὸ γλυκὺ Πρόσωπό της. Ὁ Θεὸς τὴ δόξασε τόσο, διότι ἦταν ταπεινή.
Ἡ ταπείνωση δοξάζει τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὴν ἂς ἐπιδιώκουμε, ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας ποὺ ἀρέσκεται στὴν προβολὴ καὶ στὴν ἐπίδειξη. Ἂς εἶναι ταπεινὴ ἡ συμπεριφορά μας, ἡ ἐμφάνισή μας, τὰ λόγια μας, ἡ ὅλη ἀναστροφή μας. Διότι ἡ ταπείνωση εἶναι ἀσφαλὲς μονοπάτι, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

