21. «Ἐγώ δέ οὐκ ἀπειθῶ οὐδέ ἀντιλέγω»

Μεταφορτώσεις

Θέμα για τους κυκλάρχες

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΘΩΝ

Οἱ μέρες που ἔρχονται, μᾶς ὁδηγοῦν στίς ἅγιες καί Μεγάλες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Στήν πιό ἱερή καί συγκλονιστική ἑβδομάδα τοῦ χρόνου. Τί νά σκεφθοῦμε καί τί νά θυμηθοῦμε, ἀλήθεια! Τά συγκινητικά τροπάρια, τά ἀθάνατα ἁγιογραφικά Ἀναγνώσματα πού περιγράφουν ἕνα πρός ἕνα τά φρικτά παθήματα τοῦ Κυρίου μας! Ὅλα θρηνητικά, πένθιμα ἀλλά καί πολύ διδακτικά. Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι ὅλα αὐτά τά φοβερά Πάθη Του τά γνώριζε ὁ Κύριος ἐκ τῶν προτέρων. Εἶχαν μιλήσει αἰῶνες πρίν γι᾿ αὐτά καί οἱ θεοκίνητοι Προφῆτες. Εἶχε μιλήσει καί ὁ Ἴδιος στούς Μαθητές Του γιά τα Πάθη πού θά ὑπέμενε. Καί ὅμως βάδισε σταθερός καί ἀποφασιστικός γιά τό Πάθος. Γιά τήν ψυχική μας προετοιμασία ἐν ὄψει τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος θά μελετήσουμε λίγους στίχους ἀπό τήν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα πού περιλαμβάνεται στήν Τρίτη Ὥρα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικοί.

Μελέτη περικοπῆς: Ἡσ. ν´ 4-7.

1. Τά ὅσα προφήτευσε ὀκτακόσια περίπου χρόνια πρό Χριστοῦ ὁ θεόπνευστος Προφήτης, ἐπαληθεύθηκαν πλήρως. Τά γράφει σάν νά τά ἔβλεπε καί νά τά ζοῦσε. Γι᾿ αὐτό καί ὀνομάσθηκε «πέμπτος Εὐαγγελιστής».

Στούς δύο πρώτους στίχους τῆς περικοπῆς (4-5) παρουσιάζεται ὁ Μεσσίας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἕτοιμος νά ὑπακούσει ἀπόλυτα καί χωρίς καμιά ἐπιφύλαξη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁσοδήποτε δύσκολο καί ἄν ἦταν αὐτό.

Μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, λέει ὁ Προφήτης ἐκ μέρους τοῦ Μεσσία, ὀξύτητα ἀκοῆς καί ἄνοιξαν τά αὐτιά μου, γιά ν᾿ ἀκούσω καλύτερα τί ζητεῖ ὁ Κύριος (ὁμιλεῖ ὡς ἄνθρωπος) ἀπό ἐμένα. Κάθε ἡμέρα συνεχῶς (αὐτό σημαίνει ἡ ἐπανάληψη «πρωί-πρωί») καί ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς μου ἕως τώρα, ἔχω παιδαγωγηθεῖ, ἔχω ἀσκηθεῖ στό μάθημα τῆς ὑπακοῆς στό θέλημά Του. Ἀπό Ἐκεῖνον μαθαίνω τί νά λέω καί τί νά πράττω καί ἔγινα καί εἶμαι ἔτσι Διδάσκαλος ὑπακοῆς.

Θυμάστε πῶς ἐφαρμόσθηκαν τά προφητικά αὐτά λόγια στή ζωή τοῦ Θεανθρώπου; Τί εἶπε ὁ Ἴδιος ὡς πρός τήν ἀποστολή Του στόν κόσμο καί ὡς πρός τή διδασκαλία Του; «ὁ πέμψας με ἀληθής ἐστι, κἀγώ ἅ ἤκουσα παρ᾿ αὐτοῦ, ταῦτα λέγω εἰς τόν κόσμον» (Ἰω. η´ 26)· «πάντα ἅ ἤκουσα παρά τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν» (Ἰω. ιε´ 15).

Ἦταν λόγια τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του ὅσα ἔλεγε στούς ἀνθρώπους. Καί τό τόνιζε συχνά:

«ἐγώ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου» (Ἰω. ε´ 43), «ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα» (Ἰω. ζ´ 28)· «οἶδα (=γνωρίζω) πόθεν ἦλθον καί ποῦ ὑπάγω» (Ἰω. η´ 14).

Σέ ὅλη Του τήν ἐπί γῆς ζωή ἐφάρμοζε τό θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του. Τί εἶπε στούς Μαθητές Του μετά τή συνάντησή Του μέ τή Σαμαρείτιδα, ὅταν τοῦ πρότειναν νά φάει; Δική μου τροφή, εἶπε, εἶναι «ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» (Ἰω. δ´ 34).

Καί σ᾿ ἄλλη εὐκαιρία τόνισε: «οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός» (Ἰω. ε´ 30) (βλ. καί Ἑβρ. ι´ 7).

Καί στίς τελευταῖες καί πολύ δύσκολες ὧρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, πού γνώριζε τί τόν ἀνέμενε, αἰσθανόμενος ὡς ἄνθρωπος ταραχή ἐνώπιον τοῦ θανάτου, τοῦ πικροῦ αὐτοῦ καρποῦ τῆς ἁμαρτίας, τήν ὁποία θά λάμβανε παρά τήν ἀναμαρτησία Του στούς ὤμους Του, διακήρυξε μέ ἄκαμπτη θέληση ὑπακοῆς στό θεῖο θέλημα: «διά τοῦτο ἦλθον εἰς τήν ὥραν ταύτην» (Ἰω. ιβ´ 27). Ἔφθασα μέ ὑπομονή καί καρτερία στήν ὥρα αὐτή τοῦ μαρτυρικοῦ μου θανάτου, διότι ὁ θάνατος αὐτός ἦταν ὁ ὅλος σκοπός τῆς ζωῆς μου. Μέ τό Πάθος μου θά ἔλθει εἰς πέρας καί θά σφραγισθεῖ ἡ διακονία μου.

Ὅλα αὐτά περικλείονται μέσα στό ἐκπληκτικό ἐκεῖνο πού εἶπε πρός τόν οὐράνιο Πατέρα Του στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ: «μή τό θέλημά μου, ἀλλά τό σόν γινέσθω» (Λουκ. κβ´ 42) .

Τί διόρθωνε μέ αὐτή τήν ἀπόλυτη ὑπακοή Του ὁ Κύριος, ὁ νέος Ἀδάμ; Τήν ἀνυπακοή τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ

2. Ἡ ὑπακοή τοῦ Κυρίου δείχθηκε ἔμπρακτη μέχρι σταυρικοῦ θανάτου. Ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» (Φιλιπ. β´ 8). Ἡ ὁδός ὅμως πού Τόν ἀνύψωσε στόν Σταυρό τοῦ φρικτοῦ Γολγοθᾶ, περνοῦσε καί ἀπό ἄλλα σκληρά δοκιμαστήρια ὑπακοῆς. Τά ἀναφέρει ὁ ἑπόμενος στίχος τῆς περικοπῆς (στ. 6) ὁ ὁποῖος μέσα σέ λίγες λέξεις περικλείει τήν κορύφωση τοῦ Πάθους. Τοῦ φρικτοῦ Πάθους Του πρός χάριν μας.

Ποιά ἡ πρώτη σκληρή δοκιμασία; Ἡ μαστίγωση. Τί σημαίνει ἡ λέξη «ἔδωκα»; Ἑκούσια δέχθηκα τή μαστίγωση. (Κάτι ἀνάλογο ἰσχύει καί γιά τίς λέξεις «οὐκ ἀπέστρεψα»). Μέ τή μαστίγωση ἐτιμωρεῖτο ὁ Ἀνένοχος, γιά νά τιμωρηθεῖ καί ἐξαλειφθεῖ ἡ ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Καί τί μαστίγωση ἦταν ἐκείνη! Πῶς ξεσχιζόταν τό πανάγιο Σῶμα Του μέ τίς ἄγριες μαστιγώσεις καί κινήσεις τοῦ δημίου, πῶς αἱμάτωνε ἡ πλάτη Του, καθώς ἔμπαιναν στή σάρκα Του τά τεμάχια σιδήρου καί ὀστῶν πού ὑπῆρχαν δεμένα στίς ἄκρες τῶν λουριῶν τοῦ μαστιγίου! Μποροῦσε νά πεῖ νά παραλύσει τό χέρι τοῦ δημίου πού Τόν μαστίγωνε βίαια. Καί ὅμως ὑπέμενε σιωπηλός! Τά διαβάζουμε τώρα καί δέν μποροῦμε νά νιώσουμε στήν πληρότητά του τό φρικτό ἐκεῖνο μαρτύριο τῆς μαστιγώσεώς Του, πού τό ὑπέμεινε γιά τή σωτηρία μας (βλ. Μάρκ. ιε´ 15).

Ἡ δεύτερη σκληρή δοκιμασία τῆς ὑπακοῆς Του; Τά ραπίσματα στό πρόσωπό Του. Ποιόν ράπιζαν, ἀλήθεια; Δέν μποροῦσε μέ ἕνα νεῦμα Του νά κόψει τά βέβηλα ἐκεῖνα χέρια τους; Ἐκεῖνος πού τούς εἶχε πλάσει μέ χέρια γιά νά ἐξυπηρετοῦνται στίς ἀνάγκες τους, δεχόταν καρτερικά τά ραπίσματά τους, γιά νά διορθώσει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ἀδικίες πού διέπραξαν μέ τά χέρια τους οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἐποχῶν (βλ. Ματθ. κστ´ 67, Ἰω. ιθ´ 3).

Ἡ τρίτη κορυφαία σκληρή δοκιμασία τῆς ὑπακοῆς Του; Ὁ ἐμπτυσμός τοῦ Προσώπου Του! Ἔφτυναν, γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «εἰς τό πρόσωπον ἐκεῖνο, ὅ ἡ θάλασσα ᾐδέσθη (=τό σεβάσθηκε καί γαλήνεψε βλέποντάς το), ὅ ἐπί σταυροῦ ἥλιος θεασάμενος τάς ἀκτῖνας ἀπέστρεψεν» (Ὑπόμν., Ματθ. κστ´ 67). Ἔφτυναν τόν Εὐεργέτη τους! Ποιός ἀπό ἐμᾶς, ἀλήθεια, ἀντέχει νά τόν φτύνουν; Στούς ἐμπτυσμούς αὐτούς ἔχουμε τήν ἔσχατη ταπείνωση τοῦ Κυρίου. Τήν ὑπέμεινε γιά νά διορθώσει τή φιλοδοξία μέ τήν ὁποία μπόλιασε τό ἀνθρώπινο γένος ὁ Σατανᾶς. Ἔπρεπε νά ἐξευτελισθεῖ ἐντελῶς Ἐκεῖνος, γιά νά βροῦμε ἐμεῖς τόν ἀληθινό δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν αἰώνια δόξα (βλ. καί Μάρκ ιε´ 19).

3. Τί τονίζει ὁ τελευταῖος στίχος τῆς περικοπῆς; (στ. 7). Τό μυστικό τῆς ἀντοχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στή σκληρότατη δοκιμασία τῆς ὑπακοῆς Του. Ποιό ἦταν αὐτό; Ἡ βεβαιότητα τῆς βοήθειας τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Ἡ βεβαιότητα τῆς τελικῆς νίκης. Ἡ βεβαιότητα ὅτι μέ τή δική Του σκληρότατη δοκιμασία θά λυτρωνόταν ἀπό τή δεινή τυραννία τοῦ Σατανᾶ τό ἀνθρώπινο γένος.

Ἡ χαρά Του γι᾿ αὐτή τή λύτρωση καί ἡ ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο τόν ἔκαναν να μήν ὑπολογίζει τόν ἐξευτελισμό καί τίς ἀτιμώσεις, πού ὑπέμεινε ἀπό τά ὄργανα τοῦ Σατανᾶ. Θυμάστε πῶς τό λέει αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Ὁ Κύριος «ἀντί τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας» (Ἑβρ. ιβ´ 2).

Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά γιά μᾶς; Νά μάθουμε καλά τό τέλειο μάθημα τῆς ἐμπιστοσύνης καί ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νά συμμορφωνόμαστε πρός αὐτό χωρίς ἀντιλογίες καί ἐπιφυλάξεις, ὁτιδήποτε κι ἄν μᾶς κοστίσει. Καί νά εὐγνωμονοῦμε ἔμπρακτα καί ἰσόβια τόν Θεάνθρωπο γιά τή λύτρωση πού μᾶς χάρισε ὑπομένοντας γι᾿ αὐτό σκληρότατες δοκιμασίες.

ΣΥΝΘΗΜΑ: «Ἐγώ δέ οὐκ ἀπειθῶ οὐδέ ἀντιλέγω» (Ἡσ. ν΄ [50] 5).