20. Οἱ πιστοί «ἔχαιρον καί ἐδὀξαζον τόν λόγον τοῦ Κυρίου»

Μεταφορτώσεις

Θέμα για τους κυκλάρχες

 

Ἡ θεόπνευστη ὁμιλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού εἴδαμε προηγουμένως ἐπηρέασε τούς ἀκροατές του, καί μόλις ἔβγαιναν ἀπό τή Συναγωγή, ἀρκετοί παρακαλοῦσαν τούς Ἀποστόλους νά ἔλθουν καί τό ἑπόμενο Σάββατο γιά νά τούς ἀκούσουν καί πάλι. Τό τί συνέβη στή συνέχεια θά τό δοῦμε στήν παρούσα συμμελέτη μας.

Μελέτη περικοπῆς: Πράξ. ιγ´ 42-52.

1. Πολλοί ἀπό τούς Ἰουδαίους καί ἀπό τούς ἐθνικούς πού ἦταν προσήλυτοι, κατηχούμενοι δηλαδή τῆς ίουδαϊκῆς θρησκείας, ἀκολούθησαν ἔξω ἀπό τή Συναγωγή τούς Ἀποστόλους καί τούς ἔκαναν διάφορες ἐρωτήσεις. Καί οἱ Ἀπόστολοι ἀπαντοῦσαν στίς ἐρωτήσεις τους μέ ἁπλότητα καί οἰκειότητα καί τούς ἔπειθαν νά μένουν σταθεροί στή Χάρι πού τούς πρόσφερε ὁ Θεός, μέ τό νά ἀκούσουν τόν λόγο Του καί νά πιστεύσουν.

Νά διδαχθοῦμε ἀπό τόν πόθο πού εἶχαν οἱ Ἀντιοχεῖς νά ἀ­κού­σουν περισσότερα γιά τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἀρ­κέσθηκαν σέ μιά τυπική ἀκρόαση τῶν λόγων τῶν Ἀποστόλων. Ἄναψε μέσα στήν καρδιά τους ἡ φλόγα τῆς πίστεως καί διψοῦσαν νά πιοῦν περισσότερο «ὕδωρ ζῶν» (Ἰω. δ´ 10). Ἄραγε συμβαίνει κάτι ἀνάλογο καί στή δική μας καρδιά; Ἔχουμε τόν θερμό πόθο νά γνω­ρίσουμε βαθύτερα τήν Πίστη μας ἤ μήπως μένουμε στήν ἐπιφάνεια καί δέν προχωροῦμε σέ μιὰ πιό οὐσιαστική γνωριμία μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί τή διδασκαλία Του, τήν ὁποία διακρατεῖ καί κηρύσσει ἡ Ἐκκλησία μας;

Πῶς μποροῦμε σήμερα νά προχωρήσουμε στό νά γνωρί­σουμε πληρέστερα τόν θεῖο λόγο; Μέ συζητήσεις μέ ἁρμόδια πρόσωπα πού γνωρίζουν ὀρθά τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Μέ μελέτη προσεκτική σχετικῶν περιοδικῶν καί βιβλίων πού ἑρμηνεύουν καί ἀναλύουν ὀρθόδοξα τόν θεῖο λόγο. Ἀντί νά χάνουμε τόν καιρό μας, μέ τό νά ἀ­­κοῦμε καί νά διαβάζουμε συνεχῶς τά σχετικά μέ τήν ἐπικαιρότητα καί νά ἀ­σχολούμαστε μόνο μέ τά ἐπαγγελματικά μας θέματα, νά βροῦμε τόν χρόνο νά γνωρίσουμε καλύτερα τόν θεῖο λόγο (βλ. καί Κολασ. γ´ 16).

Γιατί χρειάζεται αὐτή ἡ δίψα γιά τόν θεῖο λόγο καί ἡ θερμότερη ἐνασχόληση μ᾿ αὐτόν; Διότι ἀπό αὐτόν ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας. Αὐτός μᾶς διαφωτίζει ὡς πρός τόν σκοπό τῆς ζωῆς μας καί τῆς ὑπάρξεώς μας σ᾿ αὐτό τόν κόσμο. Αὐτός μᾶς δείχνει τόν δρόμο πρός τόν οὐρανό καί μᾶς ἐνισχύει στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἐμποδίων πού παρεμβάλλονται στήν πορεία μας. Μᾶς δίνει λύσεις ὀρθές στά προβλήματά μας καί μᾶς βοηθεῖ νά διακρίνουμε τίς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν καί τά τεχνάσματα τοῦ Σατανᾶ, πού ἐπιχειρεῖ νά ἐμποδίσει τή σωτηρία μας. Τό ἐπιχείρησε καί τότε, ὅπως φαίνεται ἀπό τή συνέχεια τῆς περικοπῆς μας.

2. Τί συνέβη τήν ἑβδομάδα πού ἀκολούθησε μετά τήν ὁμιλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Ὅλη ἡ Ἀντιόχεια μιλοῦσε γιά τούς Ἀπο­στόλους. Ἐπειδή ἦταν θεόσταλτοι καί τά λόγια τους ἁγιοπνευματοκίνητα, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ συνέβαλε στό νά διαδοθεῖ ἡ φήμη τους παντοῦ. Καί οἱ ἴδιοι ἀσφαλῶς «κατά τήν διάρκειαν τῆς ἑβδομάδος δέν παρέμειναν ἀργοί, ἀλλ᾿ ἐχρησιμοποίησαν πᾶσαν εὐκαιρίαν, ἵνα εἰς πάντας, μετά τῶν ὁποίων συνηντῶντο, καθιστοῦν γνωστόν τό εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ» (Π. Ν. Τρεμπέλας).

Ἔτσι διαδίδεται ἀνέκαθεν ὁ θεῖος λόγος. Ὄχι μόνο μέ κηρύγματα στούς Ἱερούς Ναούς καί μέ ὁμιλίες σέ αἴθουσες, ἀλλά καί μέ τίς συν­ομιλίες τῶν ἁπλῶν πιστῶν μέ τούς συνανθρώπους τους, ὅπου κι ἄν βρίσκονται καί ἐργάζονται. Ὁρισμένοι Χριστιανοί ἔχουν εἰδικό χάρισμα σ᾿ αὐτό τό θέμα καί κατορθώνουν καί παρακινοῦν πολλούς νά ἐκκλησιάζονται, νά ἐξομολογοῦνται καί νά συνδέονται πιό στενά μέ τήν Ἐκκλησία. Δέν πρέπει νά ὑστερήσουμε σ᾿ αὐτό ἐμεῖς οἱ σημερινοί πιστοί.

3. Πῶς ἀντέδρασαν οἱ φανατικοί Ἰουδαῖοι, ὅταν εἶδαν ὅλη τήν Ἀντιόχεια νά συγκεντρώνεται στή Συναγωγή γιά ν᾿ ἀκούσει τούς Ἀποστόλους; Παρόμοια μέ αὐτό πού ἔκαναν οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, ὅταν ἔβλεπαν τόν λαό νά τρέχει νά ἀκούσει τόν Χριστό καί νά πιστεύει σ᾿ Αὐτόν. Ἄναψε ἡ ζήλεια καί ὁ φθόνος μέσα τους καί ἀντέλεγαν σ᾿ αὐτά πού κήρυτταν οἱ Ἀπόστολοι. Καί ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ἀντικρούσουν ἐπιτυχῶς τά θεῖα λόγια τους, ξεστόμιζαν βλασφημίες ἐναντίον τους καί ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἀντιδροῦν συνήθως οἱ ἐχθροί τῆς Πίστεως, ἀφοῦ δέν ἔχουν πειστικά ἐπιχειρήματα. Καταφεύγουν σέ ὕβρεις, συκοφαντίες καί βλασφημίες.

4. Πῶς ἀντιμετώπισαν οἱ Ἀπόστολοι τήν κακότητα καί σατανοκίνητη ἀντίδραση τῶν φανατικῶν Ἰουδαίων τῆς Ἀντιόχειας; Μέ παρρησία. Δηλαδή μέ θάρρος καί χωρίς κανένα ἴχνος δειλίας. Μίλησαν πρός αὐτούς μέ ἠρεμία καί εἶπαν ὅτι «ἦτο ἀναγκαῖον ἵνα εἰς αὐτούς (τούς Ἰουδαίους) κηρυχθῇ πρῶτον (τό Εὐαγγέλιο)» (Ὑπόμνημα). Ἦταν αὐτό ἐντολή τοῦ Κυρίου, διότι εἶχε ἐκλέξει αὐτό τόν λαό γιά νά πραγματοποιήσει μέσῳ αὐτοῦ τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἐφόσον ὅμως σεῖς οἱ ἴδιοι, εἶπαν οἱ Ἀπόστολοι, ἀποδεικνύετε τούς ἑαυτούς σας ἀνάξιους τῆς ζωῆς πρός τήν ὁποία ὁδηγεῖ τό Εὐαγγέλιο, στρεφόμαστε πλέον πρός τά ἔθνη, πρός τούς εἰδωλολάτρες. Αὐτό ἄλλωστε εἶναι ἐντολή τοῦ Κυρίου. Ἔπρεπε νά κηρυχθεῖ, εἶπε πρίν ἀπό τήν Ἀνάληψή Του στούς Ἀποστόλους, «ἐπί τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοια καί ἄφεσις ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τά ἔθνη» (Λουκ. κδ´ 47). Τό κήρυγμα τῆς μετάνοιας θά ἄρχιζε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, ἀπό τούς Ἰουδαίους, καί θά ἐξαπλωνόταν σ᾿ ὅλα τά ἔθνη. Διότι ὁ Μεσσίας Χριστός, ὅπως τό προφήτευσε ὁ προφήτης Ἡσαΐας (μθ´ 6), θά εἶναι φῶς γιά τή σωτηρία ὅλων ἀδιακρίτως τῶν ἀνθρώπων.

Πῶς φέρθηκαν οἱ ἐθνικοί τῆς Ἀντιόχειας, ὅταν ἄκουσαν τήν ἀπάντηση τῶν Ἀποστόλων στούς φανατικούς Ἰουδαίους; Γέμισαν ἀπό χαρά, διότι πληροφορήθηκαν ὅτι πλέον «ἐγίνοντο καί αὐτοί δεκτοί εἰς τάς δωρεάς τῆς βασιλείας τοῦ Μεσσίου ἐξ ἴσου πρός τούς Ἰουδαίους» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Καί «ἐδόξαζον* τόν λόγον τοῦ Κυρίου», γράφει ὁ θεόπνευστος Συγγραφέας. Γιατί τόν δόξαζαν; Διότι τούς ἄνοιγε τόν δρόμο τῆς αἰώνιας σωτηρίας καί εὐτυχίας τους. Τούς ἔδινε βέβαιη ἐλπίδα καί ἀσφαλή τρόπο σωτηρίας διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄραγε ἐμεῖς δοξάζουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τό Εὐαγγέλιο; Καί πῶς δοξάζεται τό Εὐαγγέλιο; Ὅταν τό μελετοῦμε καί συμμορφωνόμαστε πρός αὐτό. Ὅταν τό ἔχουμε πυξίδα στήν πορεία τῆς ζωῆς μας. Ὅταν κάνουμε ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμᾶς γιά νά τό γνωρίσουν καί ἄλλοι ἄνθρωποι. Ὅταν τό θεωροῦμε, ὅπως καί πράγματι εἶναι, ὡς τό Βιβλίο τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ, πού ὑπερέχει ἀπό κάθε ἄλλο βιβλίο ἀνθρώπων καί ἔχει γραφεῖ γιά τήν ἐπιτυχία μας στήν παρούσα ζωή καί γιά τήν εὐτυχία μας στήν ἄλλη (βλ. Β´ Τιμ. γ´ 14-17).

Πίστεψαν δέ ἀπό τούς ἀνθρώπους αὐτούς «ὅσοι ἦσαν τεταγμένοι εἰς ζωήν αἰώνιον». Γιατί δέν γράφει ὁ ἱερός Συγγραφέας ὅτι πίστεψαν ὅλοι; Διότι «οὐ πάντων ἡ πίστις». Δέν μποροῦν νά πιστέψουν ὅλοι πραγματικά (βλ. Β´ Θεσ. γ´ 2). Ἡ πίστη εἶναι χάρισμα πού δίνεται ἀπό τόν παντογνώστη Θεό σέ ὅσους ἔχουν καλή διάθεση καί μποροῦν νά τό ἀξιοποιήσουν. Τό ὅτι πιστεύουμε εἶναι δῶρο Θεοῦ, γιά τό ὁποῖο θά λογοδοτήσουμε.

5. Πῶς ἐξελίχθηκαν τελικά τά γεγονότα στήν Ἀντιόχεια; Τί ἀναφέρουν οἱ στίχοι 49-52; Ὁ μέν λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἀδύνατον νά δεθεῖ (βλ. Β´ Τιμ. β´ 9), διαδιδόταν ὄχι μόνο στήν πόλη τῆς Ἀντιόχειας ἀλλά καί σ᾿ ὅλη τή χώρα τῆς Πισιδίας. Πῶς; Ἀπό αὐτούς πού πίστευαν. Ὅπου πήγαιναν, διέδιδαν τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου.

Οἱ δέ φανατικοί Ἰουδαῖοι ξεσήκωσαν τίς γυναῖκες τῆς Ἀντιόχειας καί τίς φανάτισαν ἐναντίον τῶν Ἀποστόλων. Γιατί χρησιμοποίησαν τίς γυναῖκες; Διότι ἐπηρεάζονται καί φανατίζον­ται εὐκολότερα, ὅταν πρόκειται γιά θέματα πίστεως, ἐπειδή εἶναι περισσότερο συναισθηματικές ἀπό τούς ἄνδρες. Παρέσυραν ἐπίσης καί τούς ἄρχοντες τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι, ὡς συνήθως, θέλουν νά εἶναι ἀρεστοί στίς μάζες, καί ἄρχισαν διωγμό ἐναντίον τῶν Ἀποστόλων. Τούς ἔδιωξαν μάλιστα ὡς ἀνεπιθύμητους ἀπό ὅλη τή χώρα τους. Ποιούς; Αὐτούς πού τούς πρόσφεραν τήν ὕψιστη εὐεργεσία. Νά θυμηθοῦμε πῶς ἔδιωξαν ἀπό τή χώρα τους καί τόν Κύριο οἱ Γεργεσηνοί (βλ. Μαρκ. ε´ 17). Καί τί ἔκαναν οἱ Ἀπόστολοι; Χωρίς νά ἀπογοητευθοῦν, τίναξαν τή σκόνη ἀπό τά πόδια τους, ὅπως τό εἶχε παραγγείλει ὁ Θεάνθρωπος (βλ. Λουκ. θ´ 5), γιά νά δείξουν ὅτι δέν εἶχαν πλέον σχέση μαζί τους, καί ἔφυγαν καί ἦλθαν στό Ἰκόνιο.

Πῶς φέρθηκαν τέλος ὅσοι Ἀντιοχεῖς πίστεψαν; Χωρίς νά ἐπηρεασθοῦν ἀπό τή δυσάρεστη κατάληξη τῆς ἐπισκέψεως τῶν Ἀποστόλων, χαίρονταν καί γέμιζαν μέ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔμεναν πιστοί καί γίνονταν θερμότεροι. Τά παθήματα τῶν διδασκάλων τους χαλύβδωναν τή θέλησή τους καί τούς ἔκαναν, ὅπως γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «προθυμοτέρους» (ΕΠΕ 16Α 190). Αὐτό συνέβαινε σ᾿ ὅλες τίς ἐποχές τῶν διωγμῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό συμβαίνει καί πρέπει νά συμβαίνει καί σήμερα. Ὅσο πολεμεῖται καί ὑβρίζεται ἡ Πίστη μας, τόσο καί περισσότερο θερμαίνεται καί πρέπει νά θερμαίνεται ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Σωτήρα. Γι᾿ αὐτό γεμίζουν οἱ λάτρεις Του τούς ἱερούς μας Ναούς. Διότι ὁ ὑβρισμένος, ὁ ἐξουθενημένος καί ἐσταυρωμένος Ἀρχηγός τῆς Πίστεώς μας ἀναδείχθηκε τελικά ὁ Νικητής ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, καί μοιράζεται τή νίκη Του μέ τούς πιστούς Του ὅλων τῶν αἰώνων (βλ. Ἰω. ιστ´ 33).

ΣΥΝΘΗΜΑ: Οἱ πιστοί «ἔχαιρον καί ἐδὀξαζον τόν λόγον τοῦ Κυρίου» (Πράξ. ιγ΄ 48).