18. «Εὗρον Δαβίδ… ἄνδρα κατά τήν καρδίαν μου»

Μεταφορτώσεις

Θέμα για τους κυκλάρχες

Εἴδαμε στήν προηγούμενη συμμελέτη μας τήν ἀποστολική περιοδεία τῶν ἁγίων Βαρνάβα καί Παύλου στήν Κύπρο καί ὅσα ἔγιναν μέ τόν μάγο Ἐλύμα. Στή συνέχεια οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι πέρασαν ἀπέναντι στή Μικρά Ἀσία καί ἄρχισαν νά διαδίδουν στίς διάφορες περιοχές τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Κατ᾿ ἀρχάς ἦλθαν στήν Πέργη τῆς Παμφυλίας καί κατόπιν στήν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας. Στήν Ἀντιόχεια εἰσῆλθαν τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ὅπως τό συνήθιζαν, στή Συναγωγή, γιά νά προσ­ευχηθοῦν καί νά βροῦν ἕτοιμο ἀκροατήριο, ὅπως εἴπαμε σέ ἄλλη συμμελέτη μας. Ἐκεῖ μίλησε ὁ ἀπόστολος Παῦλος φωτιζόμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τά σχετικά μέ τήν ὁμιλία αὐτή καί ἕνα τμῆμα της θά μελετήσουμε στή συνέχεια.

Μελέτη περικοπῆς: Πράξ. ιγ´ 13-25.

1. Ἀφοῦ ἀναγνώσθηκαν στή Συναγωγή τά ὁρισμένα ἁγιογραφικά Ἀναγνώσματα ἀπό τόν Μωσαϊκό Νόμο, δηλαδή περικοπές ἀπό τήν Πεντάτευχο, καθώς καί περικοπές ἀπό τίς Προφητεῖες, οἱ ὑπεύθυνοι τῆς Συναγωγῆς κάλεσαν τούς Ἀποστόλους νά μιλήσουν. Τούς φώτισε ἀσφαλῶς τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τούς ἔδωσε τήν ἐσωτερική πληροφορία ὅτι οἱ δύο αὐτοί ξένοι ἦταν ἱκανοί νά μιλήσουν.

Εἶναι πολύ σημαντικά καί ἀξιοσημείωτα αὐτά πού εἶπαν οἱ ἀρχισυνάγωγοι στούς Ἀποστόλους καλώντας τους νά μιλήσουν. Τί τούς εἶπαν; «ἄνδρες ἀδελφοί, εἰ ἔστι λόγος ἐν ὑμῖν παρακλήσεως πρός τόν λαόν, λέγετε». Τί φανερώνει ἡ προσφώνηση «ἄνδρες ἀδελφοί»; Τήν εὐγένεια καί φιλοφροσύνη τους. Εἶναι σπουδαία ἀρετή ἡ εὐγένεια; Ἀσφαλῶς. Ἡ εὐγένεια ὑποχρεώνει. Ἐννοοῦμε βέβαια τήν πηγαία καί εἰλικρινή εὐγένεια καί ὄχι τήν ἐπίπλαστη καί ἐμπορική. Ἡ εὐγένεια φανερώνει καλλιέργεια ψυχῆς.

Πῶς χαρακτήρισαν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς Συναγωγῆς αὐτά πού θά ἔλεγαν οἱ Ἀπόστολοι; Λόγο παρακλήσεως. Ἡ λέξη «παράκλησις» σημαίνει τόνωση, ἐνίσχυση, παρηγορία, προτροπή. Τέτοιος λόγος, «λόγος παρακλήσεως» εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἁγία Γραφή. Πῶς τό καταλαβαίνουμε αὐτό; Εἶναι λόγος τοῦ πανάγαθου καί παντοδύναμου Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς τόν χάρισε γιά τή βοήθεια καί σωτηρία μας. Μέ τά παραδείγματα πού περιέχει, μέ τίς διηγήσεις καί μέ τίς ὁδηγίες καί προτροπές του μᾶς στηρίζει, μᾶς ἐνισχύει, μᾶς τονώνει καί μᾶς παρηγορεῖ. «Προτρέπων τόν ἀπηλπισμένον ἁμαρτωλόν εἰς μετάνοιαν παρηγορεῖ αὐτόν παρέχων εἰς τοῦτον βεβαίαν τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας· εἰς τήν τεθλιμμένην ψυχήν μεταδίδει ἀνακούφισιν· εἰς τόν ἐπιστραφέντα καθίσταται λόγος οἰκοδομῆς καί ἐνισχύσεως ἐν τῷ ἀγῶνι τῆς ἀρετῆς· καί εἰς τόν ὁδοιπόρον ἐν τῇ κοιλάδι ταύτῃ τοῦ κλαυθμῶνος διανοίγει τόν φωτεινόν ὁρίζοντα τῆς μελλούσης καταπαύσεως καί χαρᾶς» (Π. Ν. Τρεμπέλας).

Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τόν λόγο τῆς παρακλήσεως; Ἀσφαλῶς. Ἡ ζωή μᾶς παρουσιάζει διάφορες καταστάσεις, στίς ὁποῖες μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητη ἡ παράκληση, ἡ τόνωση καί παρηγοριά. Πειρασμοί διάφοροι, θλίψεις, ἀσθένειες, θάνατοι προσφιλῶν μας προσώπων, δυσκολίες στόν πνευματικό μας ἀγώνα κλπ. Πῶς δέν θά καμφθοῦμε; Ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου σ᾿ αὐτές τῆς περιστάσεις ἀποδεικνύεται σωτήρια. Ἐκεῖνο δέ πού ζητεῖ νά βρεῖ κυρίως ἡ ψυχή μας στόν λόγο τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τόσο ἡ σοφία, ὅσο ἡ παράκληση. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, τό ὁποῖο οἱ πιστοί προσμένουν νά εἶναι παρακλητικό.

Καί ἀπό τά χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ Θεός ἔδινε ἐντολή στούς τότε ἱερεῖς καί ἐκπροσώπους Του νά παρακαλοῦν καί νά τονώνουν τόν λαό. «Παρακαλεῖτε παρακαλεῖτε τόν λαόν μου, λέγει ὁ Θεός. ἱερεῖς, λαλήσατε εἰς τήν καρδίαν Ἱερουσαλήμ, παρακαλέσατε αὐτήν» (Ἡσ. μ´ 1-2) (βλ. καί Α´ Μακ. ιβ´ 9, Σ. Σειρ. ιζ´ 24, Ρωμ. ιε´ 4-5, Α´ Θεσ. β´ 11, Ἑβρ. ιγ´ 22).

2. Μετά τήν εὐγενική πρόσκληση τῶν ὑπευθύνων της Συναγωγῆς πῆρε τόν λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί ἔκανε μιά περιληπτική ἀναφορά στήν ἱστορία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰσραήλ. Πῶς τόν λύτρωσε ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου, πῶς τόν ὑπέμενε καί τόν παιδαγωγοῦσε γιά σαράντα χρόνια στήν ἔρημο, παρά τίς δυστροπίες του, πῶς τόν ἐγκατέστησε στή γῆ Χαναάν, πῶς τόν κυβέρνησε μέ τούς Κριτές καί πῶς ἐπέτρεψε νά ἀποκτήσουν βασιλιά ὅπως τά γειτονικά ἔθνη. Καί πῶς, ἐπειδή ὁ πρῶτος βασιλιάς τους, ὁ Σαούλ, ἀποδείχθηκε ἀνάξιος, ἀνύψωσε ἀντ᾿ αὐτοῦ τόν Δαβίδ.

Ἀξίζει ἐδῶ νά προσέξουμε καλύτερα τί ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος ὅτι εἶπε ὁ Θεός γιά τόν Δαβίδ: «Εὗρον Δαυΐδ τόν τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατά τήν καρδίαν μου, ὅς ποιήσει πάντα τά θελήματά μου». Σπουδαιότατος πράγματι ὁ λόγος αὐτός. Γιατί; Διότι διακηρύσσεται ἀπό τόν ἴδιο τόν παντογνώστη καί καρδιογνώστη Θεό ὁ Δαβίδ ὡς ὁ πλέον κατάλληλος γιά βασιλιάς, ἄνθρωπος ὅπως τόν ἤθελε Ἐκεῖνος, ἄνθρωπος πού θά ἔκανε ὅλα τά θελήματά Του. Δέν εἶναι μικρός ὁ ἔπαινος αὐτός τοῦ Θεοῦ γιά τόν Δαβίδ. Τό νά εἶσαι καί νά ἀποδεικνύεσαι μέ τή ζωή σου ἄνθρωπος ὅπως σέ θέλει ὁ Θεός, εἶναι ὅ,τι καλύτερο καί ἀνώτερο μπορεῖ νά ποθήσει ἡ καρδιά μας. Γιατί; Διότι ἔτσι δέν θά μᾶς ἀνέχεται μόλις καί μετά βίας ὁ Θεός, ἀλλά θά εὐαρεστεῖται μέ τή ζωή μας καί θά μᾶς εὐλογεῖ.

Πῶς ὅμως τό εἶπε αὐτό γιά τόν Δαβίδ ὁ Θεός, ἀφοῦ ὡς Παν­τογνώστης γνώριζε τά μεγάλα ἁμαρτήματα στά ὁποῖα ὑπέπεσε κατόπιν; Οἱ Ἑρμηνευτές λένε ὅτι ὁ ἔπαινος αὐτός τοῦ Θεοῦ γιά τόν Δαβίδ «ἀναφέρεται εἰς τόν δημόσιον αὐτοῦ βίον ὡς βασιλέως μᾶλλον παρά εἰς τόν ἰδιωτικόν αὐτοῦ βίον ὡς εὐσεβοῦς ἀνθρώπου. Ὡς βασιλέως ἡ συμπεριφορά του ὑπῆρξε γενικῶς τοιαύτη, ὥστε νά ἀρέσῃ εἰς τόν Θεόν» (Ὑπόμνημα). Μή λησμονοῦμε δέ ὅτι ὁ καρδιογνώστης Θεός γνώριζε ὄχι μόνο τά ἁμαρτήματα τοῦ Δαβίδ, ἀλλά καί τή βαθύτατη συναίσθηση τῆς ἐνοχῆς του γι᾿ αὐτά, καί τή συντριβή καί τή μετάνοιά του, τά ὁποῖα ὅλα εἵλκυσαν τό ἔλεος καί τή Χάρι Του ἐπάνω του ἀναδεικνύοντάς τον καί αἰώνιο πρότυπο μετανοίας.

Ἡ ἀναφορά τοῦ Ἁγιοπνευματοκινήτου Παύλου στό πρόσωπο τοῦ Δαβίδ, πού ἦταν τό καύχημα τῶν Ἰουδαίων, ἔγινε καί γιά νά ἑλκυσθεῖ περισσότερο εὐνοϊκή ἡ προσοχή καί τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν του, πού ἦταν ὡς ἐπί τό πλεῖστον Ἰουδαῖοι. Σάν νά τούς ἔλεγε: Εἶμαι καί ἐγώ ὅπως καί σεῖς Ἰουδαῖος καί καυχῶμαι γιά τό γένος μου, δέν ἀνατρέπω τήν ἱστορία μας.

Καί εὐθύς ἀμέσως «πιάνεται», κατά κάποιον τρόπο, ἀπό τόν Δαβίδ καί τούς προβάλλει ἕναν κατά σάρκα ἀπόγονό του ὡς Σωτήρα καί Λυτρωτή, σύμφωνα καί μέ τίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν Προφητῶν (βλ. Ἡσ. θ´ 7, ια´ 1, Ἱερεμ. κγ´ 5). Ἀπό τόν Δαβίδ, πού ἔσωσε τόν λαό του ἀπό τούς διάφορους ἐχθρούς καί τόν δόξασε, προσωρινά βέβαια, στρέφει τόν λόγο στόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἦλθε νά χαρίσει αἰώνια λύτρωση καί δόξα στόν λαό Του. Θέλει νά τούς γνωρίσει τόν Ἰησοῦ ὡς ἀπεσταλμένο ἀπό τόν Θεό «Σωτῆρα λυτρούμενον αὐτούς ἐκ χειρός ἐχθρῶν, ἀπό τάς ἁμαρτίας αὐτῶν, αἵτινες ἦσαν οἱ χειρότεροι ἐχθροί των» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Αὐτός ἦταν ὁ σκοπός τοῦ κηρύγματος ὅλων τῶν Ἀποστόλων: νά γνωρίσουν στούς ἀνθρώπους τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ὡς Σωτήρα καί Λυτρωτή. Αὐτός πρέπει νά εἶναι καί ὁ σκοπός ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μεταφέρουν τά λόγια τοῦ Θεοῦ στούς συνανθρώπους τους. Χωρίς τή γνωριμία καί τόν σύνδεσμο μέ τόν Σωτήρα καί Λυτρωτή Κύριο διὰ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, δέν ἐπέρχεται καμιά ὠφέλεια στίς ψυχές τῶν ἀκροατῶν μας.

3. Ὑπενθυμίζει ἐπίσης ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Βαπτιστή, τόν ὁποῖο σέβονταν ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι. Γιατί; Γιά νά τούς προτρέψει ἔμμεσα σέ μετάνοια καί γιά νά τονίσει περισ­σότερο τήν προσωπικότητα τοῦ Ἰησοῦ, παρουσιάζοντάς Τον ὡς Ἐκεῖνον γιά τόν Ὁποῖο ἔλεγε ὁ Ἰωάννης: ἔρχεται ἔπειτα ἀπό ἐμένα κάποιος, τοῦ Ὁποίου ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος οὔτε νά λύσω τό ὑπόδημά Του.

Νά προσέξουμε κάπως περισσότερο τή μαρτυρία αὐτή τοῦ Προδρόμου. Τί φανερώνει; Πρωτίστως τήν πολλή ταπεινοφροσύνη του. Γιατί; Διότι λέχθηκε σέ ἐποχή κατά τήν ὁποία «ὁ Ἰωάννης εὑρίσκετο εἰς τήν ἀκμήν τῆς δράσεώς του καί πάντες μετά θαυμασμοῦ καί μεγάλων προσδοκιῶν προσήρχοντο πρός αὐτόν, νομίζοντες ὅτι αὐτός ἦτο ὁ Μεσσίας» (Π. Ν. Τρεμπέλας). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶχε τήν ἀρετή τῆς αὐτογνωσίας. Γνώριζε ποιός ἦταν καί ποιά ἦταν ἡ ἀποστολή του· καί παρέμενε ταπεινόφρων, χωρίς νά ἐπηρεάζεται ἀπό τόν θαυμασμό τῶν ἀνθρώπων γιά τό πρόσωπό του. Ἀπέκρουε τή δόξα, «καίτοι πάντων ἐπ᾿ αὐτόν ταύτην ἀγόντων» (Ἱερός Χρυσόστομος, ΕΠΕ 16Α 154). Ἐάν ἔλεγε «ἐγώ εἶμαι ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας», θά τόν πίστευαν ὅλοι καί θά τόν δόξαζαν τότε ἀκόμη περισσότερο. Δέν τό ἔκανε ὅμως, διότι ἤθελε νά βρίσκεται στόν χῶρο τῆς ἀλήθειας καί νά εὐαρεστεῖ στόν Θεό. Ἐδῶ ἔγκειται τό μεγαλεῖο τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστῆ Ἰωάννη· στή βαθιά ταπείνωσή του, ἡ ὁποία τόν ἀνέδειξε, σύμφωνα καί μέ τά λόγια τοῦ Κυρίου, «μείζονα», μεγαλύτερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἔχουν γεννηθεῖ στόν κόσμο. Ἡ ταπείνωση εἶναι αὐτή πού ὑψώνει ἀληθινά τόν ἄνθρωπο. Εἶναι «τροφός τῶν ἀρετῶν… εὐεβείας κεφάλαιον καί ἀρχή καί τέλος» (ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, PG 97, 1256). Ἡ «ταπεινοφροσύνη», ἔλεγε καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς «Κλί­μακος», εἶναι «σκέπη θεία» πού ἐμποδίζει νά βλέπουμε «τά οἰκεῖα κατορθώματα»· «οὐδέποτε» ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά «πέσῃ». Ἔχει τή δύναμη ἀπό τήν «ἄβυσσον τῶν ἁμαρτημάτων» νά ὑψώσει τήν ψυχή «εἰς οὐρανόν» (Λόγ. ΚΕ´ κε´, λστ´, ξγ´). Νά τήν ποθήσουμε καί νά ἀγωνιζόμαστε νά τήν ἀποκτήσουμε μέ τή Χάρι καί βοήθεια τοῦ Κυρίου (βλ. Παρ. γ´ 34, Σ. Σειρ. γ´ 18, Ματθ. κγ´ 12, Ἰακ. δ´ 10).

ΣΥΝΘΗΜΑ: «Εὗρον Δαβίδ… ἄνδρα κατά τήν καρδίαν μου» (Πράξ. ιγ΄ 22).