Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 18 Ἰανουαρίου 2026, Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου Πατρ. Ἀλεξανδρείας (Ἑβρ. ιγ΄ 7-16)
Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες. ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες· ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ Ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς· διὸ καὶ Ἰησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε. τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. δι’ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ’ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός..
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Σταθεροὶ στὴ διδασκαλία ποὺ μᾶς παρέδωσαν
Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ συμπίπτει μὲ τὴ μνήμη δύο πολὺ σημαντικῶν Ἁγίων: τῶν μεγάλων Πατέρων καὶ οἰκουμενικῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀθανασίου (295-375) καὶ Κυρίλλου (377-444), οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν πατριάρχες Ἀλεξανδρείας. Γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας, ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς δύο Ἱεράρχες. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος μᾶς δίνει καὶ τὴν ἑξῆς προτροπή: «διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε». Δηλαδή, μὴν παρασύρεσθε ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπὸ διδασκαλίες, ποὺ ἴσως φαίνονται ὡραῖες, ἀλλὰ εἶναι ξένες πρὸς τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ὀρθὴ πίστη στὸν Χριστό. Διότι οἱ διδασκαλίες αὐτὲς εἶναι ψευδεῖς, εἶναι αἱρετικές.
Ὁ ἀποστολικὸς αὐτὸς λόγος ἀποτυπώνει πολὺ εὔστοχα τὴ ζωὴ καὶ τὴν προσφορὰ τῶν δύο μεγάλων προμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας, τοὺς ὁποίους τιμοῦμε σήμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ κέντρο τοῦ κηρύγματός τους, ἡ πιστότητα, ἡ ἀκρίβεια στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔδωσαν ἀγῶνες γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ὀρθῆς πίστεως, ὅπως αὐτὴ μᾶς παραδόθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἔδωσαν μάχες στὴν πρώτη γραμμή. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἶχε καθοριστικὴ συμβολὴ στὴν καταδίκη τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου. Ὑπερασπίσθηκε μὲ παρρησία τὴ μεγάλη ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Εἶναι τέλειος Θεός, ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, καὶ ὄχι κτίσμα, δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως πλανεμένα ὑποστήριζε ὁ Ἄρειος.
Ὁ ἅγιος Κύριλλος, λίγο μεταγενέστερος, συντέλεσε καταλυτικὰ κατὰ τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν καταδίκη τοῦ Νεστορίου. Ὁ αἱρεσιάρχης Νεστόριος ὑποτιμοῦσε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος πρωτοστάτησε στὴ Σύνοδο, ὥστε νὰ ἀποσαφηνισθεῖ τελικὰ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἔγινε καὶ ἄνθρωπος, δὲν ἦταν δὲ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγωνίσθηκε καὶ ἔγινε Θεός, ὅπως βλάσφημα δίδασκε ὁ Νεστόριος.
Οἱ δύο πατριάρχες Ἀλεξανδρείας διαφύλαξαν μὲ τοὺς πύρινους λόγους τους τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ μᾶς τὴν παρέδωσαν μὲ τὰ θεοφώτιστα συγγράμματά τους. Αὐτὴ τὴν ἀληθινὴ πίστη κρατοῦμε κι ἐμεῖς καὶ ἔχουμε εὐθύνη νὰ τὴ διασφαλίσουμε. Διότι καὶ στὴν ἐποχή μας ἀκούγονται διδασκαλίες καινοφανεῖς, νεωτεριστικές, ποὺ ἴσως φαίνονται ὡραῖες· εἶναι ὅμως ξένες πρὸς τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Ἂς μὴν παρασυρόμαστε λοιπὸν ἀπὸ αὐτές.
2. Πρόθυμοι στὰ ἔργα ἀγάπης
Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεοφώτιστος Ἀπόστολος παραθέτει μία ἀκόμη σημαντικότατη προτροπὴ πρὸς τοὺς Ἑβραίους: «Τῆς εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός». Δηλαδή, μὴ λησμονεῖτε νὰ προσφέρετε στὰ ἔργα ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφούς σας καὶ νὰ μοιράζεσθε μαζί τους τὰ ἀγαθά σας. Διότι ὁ Θεὸς μὲ τέτοιου εἴδους θυσίες εὐαρεστεῖται πραγματικὰ καὶ ὄχι μὲ τὶς θυσίες τῶν ἄλογων ζώων, σὰν κι αὐτὲς ποὺ προσφέρατε μέχρι τώρα.
Κάνει ἐντύπωση ὅτι τὰ ἔργα ἀγάπης τὰ ὀνομάζει «θυσίες» ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος. Καὶ οἱ δύο θεοφόροι Πατέρες, τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε σήμερα, δὲν παρέλειπαν νὰ ἐπιτελοῦν τὶς θυσίες αὐτές. Ὡς ἀρχιερεῖς βέβαια τελοῦσαν τὴν ἀναίμακτη Θυσία τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Μαζὶ ὅμως μὲ τὴ Θυσία τῆς θείας Εὐχαριστίας τελοῦσαν καὶ τὴν πνευματικὴ θυσία τῆς ἀγάπης· τῆς προσφορᾶς πρὸς τοὺς πάσχοντες. Στὸ πρόσωπό τους βρῆκαν παρηγοριὰ οἱ ταλαιπωρημένοι, οἱ νέοι τὸν τέλειο παιδαγωγό, οἱ φτωχοὶ τὸν ἐλεήμονα ἀδελφό, οἱ χῆρες τὸν προστάτη, τὰ ὀρφανὰ τὸν ἀγαθὸ πατέρα, οἱ ξένοι τὸν φιλόξενο εὐεργέτη, οἱ ἀσθενεῖς τὸν ἰατρό. Ἔγιναν «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα» (Α΄ Κορ. θ΄ 22). Πρόσφεραν σὲ κάθε πιστὸ ὅ,τι εἶχε πραγματικὰ ἀνάγκη.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γράφει ὅτι ὁ Κύριος, στοὺς ἀνθρώπους ποὺ προσφέρουν σὲ ἔργα ἀγάπης, «χρεωστεῖ φιλανθρωπίαν, ὡς αὐτὸς τὴν ἐλεημοσύνην παρ᾿ αὐτοῖς δανεισάμενος» (ΕΠΕ 5, 306). Δηλαδή, θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι χρεωμένος ἀπέναντί τους ὁ Θεός, διότι μὲ τὴν ἐλεημοσύνη τους δάνεισαν στὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐπίσης ἐπισημαίνει ὅτι ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι «νόμου πλήρωσις» (ΕΠΕ 2, 64). Εἶναι δηλαδὴ ἡ τελείωση τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ἂς μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς τοὺς Ἁγίους μας στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ἂς εἴμαστε πρόθυμοι νὰ ὑπηρετοῦμε κάθε συνάνθρωπό μας ποὺ χρειάζεται βοήθεια, εἴτε ὑλικὴ εἴτε πνευματική. Ἡ Ἐκκλησία μας πάντοτε ἔδινε σημασία στὴ φιλανθρωπία, στὴν προσφορὰ πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς ἀδελφούς. Διότι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ τελείωση τοῦ πνευματικοῦ Νόμου. Μὲ τὴν ἀγάπη ἔχουμε χρεώστη μας τὸν ἴδιο τὸν Θεό.

