Μὲ τὸν τίτλο αὐτὸ καὶ μάλιστα σὲ κύριο ἄρθρο τῆς ἐφημερίδας «Ἑστία» ὁ διευθυντής της κ. Μανώλης Κοττάκης ἔδωσε πολὺ ἐπιτυχῶς, ἀνήμερα τῶν Χριστουγέννων, τὸ στίγμα καὶ τῶν ἐφετινῶν ἑορτῶν, ποὺ ἤδη ἔχουν περάσει. Ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων χαρακτηριστικά:
«Φτιάξαμε ἕναν κόσμο, ὁ ὁποῖος εἶναι δομημένος πάνω στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν ἐπικράτηση τοῦ δυτικοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἀλλὰ τόσα χρόνια καταλαβαίνουμε ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος, ὁ κόσμος τοῦ ὀρθοῦ λόγου ποὺ βασίζεται μόνο στὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης, κατέστησε τὸν ἄνθρωπο ἀνυπόληπτη ὕπαρξη. (…) Προϊὸν τοῦ ἄκριτου ὀρθολογισμοῦ εἶναι τὰ ἀδιέξοδα τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ περίοδος μέσα στὸ Ὀρθόδοξο ἑορτολόγιο, ἀπὸ τὴν ὁποία λείπει παντελῶς ὁ Χριστός. (…) Ἂν πεῖς σὲ κάποιον ὅτι μπορεῖς νὰ ξυπνήσεις τὸ πρωὶ στὶς τέσσερις γιὰ νὰ πᾶς στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ παρακολουθήσεις τὴν λειτουργία τῶν Χριστουγέννων, μπορεῖ νὰ σὲ κοιτάξει περίεργα. Λοξά. (…) Ἐὰν πάλι διαμαρτυρηθεῖς, γιατί δὲν βλέπεις πουθενὰ φάτνες μὲ τὸν Ἰησοῦ (…), πάλι σὲ κοιτᾶνε μὲ μισὸ μάτι. Λεπτομέρειες. Καί, βεβαίως, σπανίως πιὰ θὰ σοῦ ἀπαντήσει κανεὶς “καλὰ Χριστούγεννα” στὴν ἀντίστοιχη δική σου εὐχή· τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ σοῦ ἀπαντήσει “καλὲς ἑορτές”.
Ἀπαρνούμενοι ὅμως τὴν σημασία τῶν ἡμερῶν, κάνοντας τὰ πάντα μηχανικά, νομοθετοῦμε τὸ κενὸ στὴ ζωή μας. Τὸ ὁποῖο, ὅσο κι ἂν θέλουμε, δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὰ εὐρώ. Ὅσα κι ἂν ἔχουμε, λίγα ἢ πολλά. Αὐτὰ καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχουν γιὰ νὰ ζεῖ κανεὶς μιὰ ζωὴ ἄνετη καὶ ἀξιοπρεπῆ, ἀλλὰ δὲν γεμίζουν τὶς καρδιές. Ὅταν ὑπάρχει κενὸ στὴν ψυχή, δὲν μπορεῖς νὰ δεῖς καὶ νὰ διακρίνεις προοπτικὴ στὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἡ λέξη “ἐλπίδα”, ἀκόμα καὶ ὅταν ἐκφωνεῖται σήμερα, δὲν ἔχει τὸ ἴδιο νόημα μὲ τὸ παρελθόν· μοιάζει μὲ ἕνα κερί, τὸ φῶς τοῦ ὁποίου τρεμοπαίζει μέχρι νὰ σβήσει. Λὲς τὴν λέξη, ἀλλὰ δὲν εἶσαι σίγουρος ὅτι τὴν πιστεύεις».
Πολὺ σωστὲς οἱ παρατηρήσεις αὐτὲς τοῦ κ. Κοττάκη. Χρόνια τώρα μὲ κάθε τρόπο, μὲ κάθε νομοθέτημα ἐπιχειρεῖται σ᾿ αὐτὴ τὴν Ὀρθόδοξη πατρίδα, τὴν ἑστία τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ξερριζωμός, ἡ ἐκθεμελίωση ὅλων ἐκείνων τῶν στοιχείων ποὺ ἀποτελοῦν τὸν πυρήνα τῆς πίστεως καὶ τῆς ψυχῆς τοῦ Ἕλληνα. Συστηματικὰ αὐτὸ τέθηκε ὡς στόχος καὶ στὴν παιδεία τῆς νέας γενιᾶς. Καὶ νά, σήμερα δρέπουμε τοὺς καρποὺς καὶ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἐπίχειρα αὐτοῦ τοῦ ἐγκλήματος, μὲ τὸ νὰ βλέπουμε τὰ παιδιά μας μέσα στὰ ἀποτρόπαια δίχτυα τῆς βίας, τοῦ ἐγκλήματος, τῆς διαφθορᾶς, τῆς ἀνηθικότητας, τῆς ἀπογνώσεως.
Κάποτε τὰ Χριστούγεννα ἔφερναν τὸν Χριστὸ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ μάλιστα τῶν παιδιῶν. Καὶ ἦταν ὅλα τόσο ὄμορφα, φωτεινά, ἐλπιδοφόρα! Γιατί λοιπὸν τελευταῖα θελήσαμε ν᾿ ἀκολουθήσουμε τὴν ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια ἀρνησίχριστη Εὐρώπη, ἀκόμη καὶ στὶς ἅγιες αὐτὲς ἑορτές, κι ἔτσι ἀπὸ μόνοι μας νὰ ὑπογράψουμε τὴν καταδίκη μας;

