Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 11 Ἰανουαρίου 2026, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα (Β΄ Κορ. δ΄ 6-15)
Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Ἔκρηξη φωτὸς
Στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ὁ θεόπνευστος ἀπόστολος Παῦλος μᾶς μεταφέρει στὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας, στὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, στὴ δημιουργία τοῦ φωτός, στὴν ἔκρηξη τοῦ φωτός. Τότε ποὺ ξαφνικὰ τὸ φῶς ἁπλώθηκε ἐπάνω στὴ γῆ. Χρησιμοποιεῖ δὲ τὴν εἰκόνα αὐτή, γιὰ νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ ἕνα ἄλλο φῶς, πνευματικό, τὸ ὁποῖο ἀκτινοβολεῖ ὁ Θεὸς μέσα στὶς καρδιές μας. Τὸ φῶς αὐτὸ διώχνει τὸ πνευματικὸ σκοτάδι ἀπὸ μέσα μας. «Ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». Ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος τότε, στὴν ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας, διέταξε ἀπὸ τὸ σκοτάδι νὰ λάμψει τὸ φῶς, Αὐτὸς καὶ τώρα ἔλαμψε στὶς καρδιές μας τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, τὸ φῶς τῆς ἀληθινῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ φανερώθηκε μέσῳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε προσωπικὴ ἐμπειρία τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ φωτισμοῦ, τὸν ὁποῖο εἶχε δεχθεῖ μὲ τρόπο θαυμαστό, καθὼς πορευόταν πρὸς τὴ Δαμασκό, τὸ δὲ θεῖο ἐκεῖνο γεγονὸς ἔγινε αἰτία ν’ ἀλλάξει ὅλη ἡ ζωή του.
Ὁ Θεὸς φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ ἀπὸ μόνος του νὰ γνωρίσει τὸν Θεό, νὰ Τὸν κατανοήσει, νὰ Τὸν προσεγγίσει, νὰ ἑνωθεῖ μαζί Του, ἂν ὁ Θεὸς δὲν φωτίσει πρῶτα τὴν καρδιά του. Ὁ φωτισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἔργο τῆς θείας Χάριτος. Τότε ξεκινᾶ αὐτὸς νὰ γνωρίζει τὸν Θεό, νὰ Τὸν βλέπει, νὰ Τὸν προσεγγίζει.
Εἴμαστε ἀσύλληπτα εὐεργετημένοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, διότι ἔχουμε δεχθεῖ τὸν φωτισμὸ αὐτὸ τοῦ Θεοῦ, τὴ γνώση τῆς μόνης ἀλήθειας. Ἔχουμε ὅμως καὶ εὐθύνη ν᾿ ἀξιοποιήσουμε τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ Τὸν γνωρίσουμε βαθύτερα καὶ νὰ μεταλαμπαδεύουμε τὸ φῶς του μέσα σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ἀπεγνωσμένα τὸ ἀναζητεῖ.
2. Ζωὴ ἀντιθέσεων
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρουσιάζει κατόπιν τὴ θαυμαστὴ ζωὴ τῶν Ἀποστόλων μέσα ἀπὸ κάποιες ἀντιθέσεις: Θλιβόμαστε οἱ Ἀπόστολοι, ἀλλὰ οἱ ἐξωτερικὲς δυσκολίες δὲν μᾶς δημιουργοῦν ἐσωτερικὴ ἀγωνία καὶ ἀδιέξοδο. Φθάνουμε σὲ δυσχερεῖς καταστάσεις, ἀλλὰ δὲν ἀπελπιζόμαστε, οὔτε στερούμαστε κάθε μέσο σωτηρίας. Μᾶς καταδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεός. Φαίνεται ὅτι μᾶς νικοῦν καὶ μᾶς ρίχνουν στὴ γῆ, ἀλλὰ δὲν χανόμαστε.
Ἔχει σημασία ὅτι στὶς ἀντιθέσεις αὐτὲς ὁ Ἀπόστολος τέσσερις φορὲς χρησιμοποιεῖ τὴ φράση «ἀλλ᾿ οὐκ», ποὺ σημαίνει «ἀλλὰ δέν». Θέλει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ τονίσει τὴ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε κρίσιμη στιγμή. Τὴ θαυμαστὴ λύτρωση, κάθε φορὰ ποὺ οἱ Ἀπόστολοι ἔφθαναν μπροστὰ σὲ ἀδιέξοδο.
Ἡ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν ἔχει πολλὲς ὁμοιότητες μὲ αὐτὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἀντιμετωπίζουμε κάποτε δυσκολίες καὶ κινδύνους, ποὺ μᾶς φέρνουν μπροστὰ σὲ ἀδιέξοδα. Ὅσο ὅμως ἔντονες καὶ ἀνυπέρβλητες κι ἂν μᾶς φαίνονται οἱ δυσκολίες, ἂς θυμόμαστε ὅτι πάντοτε ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ φέρει τὴν ἀνατροπὴ κάθε καταστάσεως· μιὰ ἀλλαγή, ἴσως μιὰ θαυμαστὴ ἐπέμβαση γιὰ νὰ μᾶς ἐνισχύσει. Ἀρκεῖ νὰ Τὸν ἐμπιστευόμαστε καὶ νὰ εἴμαστε δικοί του. Στὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ, στὰ ἀδιέξοδά του, φανερώνεται ἡ θαυμαστὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ Πατέρα.
3. Ὅλα γιὰ χάρη μας
Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεῖος Ἀπόστολος παρακινεῖ τοὺς Κορινθίους νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐχαριστία τους πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες του. «Τὰ πάντα δι᾿ ὑμᾶς», τοὺς γράφει. Δηλαδή, ὅλα ἔχουν γίνει γιὰ ἐσᾶς. Καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ὅλα ὅσα τοὺς ἀναφέρει στοὺς προηγούμενους στίχους: ἡ Θυσία τοῦ Κυρίου, ἡ Ἀνάστασή του καὶ κατόπιν ὅλοι οἱ κόποι καὶ τὰ παθήματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου· ὅλες οἱ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν γίνει τελικὰ γιὰ ἐσᾶς, γιὰ νὰ γνωρίσετε τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ νὰ σωθεῖτε.
«Τὰ πάντα δι᾿ ὑμᾶς». Αὐτὸ τὸν λόγο ἀπευθύνει καὶ σὲ ὅλους ἐμᾶς ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος. Ὅλα γιὰ χάρη μας ἔχουν γίνει. Ὅλα γιὰ τὴ δική μας σωτηρία τὰ ἔχει ἐπιτελέσει ὁ Κύριος· τὰ κηρύγματα ὅλα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τοὺς ἀγῶνες τῶν θεοφόρων Πατέρων μέσα στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας… ὅλα γιὰ ἐμᾶς!
Τὸ ἐλάχιστο ποὺ μποροῦμε καὶ ἔχουμε χρέος νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἐκφράζουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας στὸν ἀγαθὸ Θεὸ γιὰ ὅσα μᾶς ἔχει χαρίσει, γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες του, γιὰ τὴν αἰώνια σωτηρία, ποὺ μᾶς προσφέρει διαμέσου τῆς Ἐκκλησίας του. Νὰ Τὸν εὐγνωμονοῦμε βαθιὰ μὲ τὴ ζωὴ καὶ μὲ τὰ λόγια μας, ὥστε νὰ δοξάζεται τὸ ἅγιο ὄνομά του καὶ σήμερα στοὺς ἀνθρώπους.

