Κάτι θέλει ὁ Ἄγγελος…

Δὲν ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ πήγαινε νὰ κοινωνήσει τὸν γιό του ὁ Μιχάλης. Ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ τὸν βάπτισαν προσπαθοῦσε μὲ τὴ σύζυγό του νὰ τὸν πηγαίνουν τακτικὰ στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ τὸν κοινωνοῦν. Ἄλ­λωστε ἔτσι εἶχε μάθει κι ἐκεῖνος ἀπὸ τοὺς δικούς του γονεῖς.

Ὁ Μιχάλης πήγαινε ἀπὸ μικρὸς στὴν ἐκκλησία. Ὅταν ἦταν παιδί, βοηθοῦσε καὶ στὸ ἱερό. Ὦ!… Μὲ πόση λαχτάρα περίμενε τὴν Κυριακή! Ξυπνοῦσε πρωί-πρωὶ γιὰ νὰ βρεθεῖ κοντὰ στὸ σεβάσμιο ἱερέα καὶ νὰ τὸν βοηθεῖ στὴν τέλεση τῆς Λειτουργίας. Τί ὡραῖα χρόνια! Τότε κοινωνοῦσε κι ὁ ἴδιος τακτικά. Ἀκόμη θυμᾶται ὅτι ἀπὸ τὴν παραμονή, Σάββατο βράδυ, ζητοῦσαν συγγνώμη τὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς, ἔπαιρναν τὴν εὐχή τους καὶ τὴν ἄλλη μέρα πλησίαζαν τὸ ἅγιο Ποτήριο «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης»…

Τώρα ὅμως πέρασαν τὰ χρόνια. Ἀ­πορ­ροφήθηκε στὶς σπουδές, ­ρίχτηκε στὴ δουλειὰ μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ πέτυχε πράγματι νὰ ἐξελιχθεῖ καὶ νὰ ἀποκτήσει σημαντικὴ θέση στὴν ἑταιρεία στὴν ὁποία ἐργάζεται. Τί νὰ τὸ κάνεις ὅμως; Ὅλα αὐτὰ δὲν τὸν ἄφηναν νὰ χαρεῖ οὔτε Κυριακὴ οὔτε γιορτή. Ἀραίωσε τὸν κυριακάτικο ἐκκλησιασμό, ἔχασε τὴν παιδική του ἀθωότητα…

Μέχρι ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο ὁ ἀγαπημένος τους γιός, ὁ Ἄγγελος. Αὐτὸς ποὺ ξύπνησε μέσα του ὅλες τὶς μνῆμες ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία.

Καὶ σήμερα… Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὸ ἀθῶο αὐτὸ πλάσμα! Τὸν κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιὰ καὶ πήγαινε νὰ τὸν κοινωνήσει. Καὶ πράγματι ὁ μικρὸς κοινώνησε ἥσυχα ὅπως πάντα. Δὲν ἄφησε ὅμως τὸν πατέρα νὰ ἀπομακρυνθοῦν. Κάτι ἤθελε νὰ πεῖ. Τὸ καθαρὸ βλέμμα του στράφηκε στὸν ἱερέα.

‒Μπαμπά;… εἶπε μὲ παράπονο δείχνοντας μὲ τὸ χεράκι του τὸν πατέρα.

Γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁ Μιχάλης κοντοστάθηκε ἀμήχανα. Κι ὁ Ἄγγελος συνέχισε δείχνοντας τώρα τὸ ἅ­γιο Ποτήριο:

‒Καὶ μπαμπά!…

‒Ναί, Ἄγγελέ μου, ψιθύρισε ὁ πατέρας στὸ αὐ­τὶ τοῦ μικροῦ. Θὰ ἔρθει κι ἡ δική μου σειρά. Θὰ κοινωνήσω κι ἐγώ, καλό μου παιδί. Θὰ κοινωνήσω…, εἶπε καὶ μόλις μπόρεσε νὰ συγ­κρατήσει τὰ δάκρυά του…

Ἤδη τὸ εἶχε πάρει ἀπόφαση. Ἂς εἶχαν περάσει χρόνια. Θὰ πήγαινε νὰ βρεῖ τὸν ἱερέα καὶ πνευματικὸ τῶν παιδικῶν του χρόνων. Ἦταν καιρὸς πλέον γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ. Καιρὸς ν᾿ ἀνοίξει καὶ γι’ αὐτὸν ὁ δρόμος πρὸς τὴ θεία Κοινωνία. Ὅπως τότε ποὺ ἦταν παιδί…

***

Εἶναι ἐντυπωσιακὸ τὸ πῶς τὰ παιδιὰ παρατηροῦν τὰ πάντα γύρω τους. Πολὺ περισσότερο προσέχουν τὴ συμ­περιφορὰ τῶν γονέων τους καὶ θέλουν νὰ τοὺς μιμοῦνται.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ βασικοὺς παράγοντες ποὺ συντελοῦν στὴν πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν εἶναι τὸ παράδειγμα. Ὅσα καλὰ λόγια κι ἂν ποῦνε οἱ γονεῖς στὰ παιδιά, ἂν αὐτὰ δὲν συμβαδίζουν μὲ πράξη στὴ ζωὴ τῶν γονέων, δὲν ὠφελοῦν. 

Ὑπάρχουν γονεῖς ποὺ παροτρύνουν τὰ παιδιά τους νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ νὰ κοινωνοῦν, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δὲν φροντίζουν νὰ μετέχουν στὰ ἅγια αὐτὰ Μυστήρια. Πῶς λοιπὸν καὶ τὸ παιδὶ θὰ μάθει νὰ ἀκολουθεῖ σταθερὰ τὴ μυστηριακὴ ζωή; Ὅπως ὁ μικρὸς Ἄγγελος ἤθελε νὰ δεῖ καὶ τὸν πατέρα του νὰ κοινωνεῖ, ἔτσι καὶ κάθε παιδὶ περιμένει νὰ δεῖ καὶ τοὺς γονεῖς του νὰ κάνουν αὐτὸ ποὺ τοῦ ὑποδεικνύουν. Πόσο μεγάλη εὐλογία εἶναι νὰ προετοιμάζεται ὅλη ἡ οἰκογένεια καὶ νὰ μετέχει στὴ θεία Κοινωνία! Τότε ὅλοι αἰσθάνονται τὴν ἑνότητα μὲ κέντρο τὸν Χριστό. Κι αὐτὸ εἶναι ὅ,τι σημαντικότερο ἔχουν νὰ προσφέρουν οἱ γονεῖς στὰ παιδιά τους. 

Ὁ ὅσιος Παΐσιος τόνιζε συχνὰ ὅτι οἱ γονεῖς ὀφείλουν «νὰ λαμποκοπᾶνε πνευματικά», διότι ἡ πνευματικὴ ζωὴ τους ἐπιδρᾶ ἀθόρυβα στὶς ψυχὲς τῶν παιδιῶν. Ἔλεγε: «Ἡ καλύτερη κληρονομιὰ ποὺ μποροῦν νὰ ἀφήσουν οἱ γονεῖς στὰ παιδιά τους εἶναι ἡ δική τους εὐλάβεια».

Ὁ ἴδιος ἦταν πάντοτε εὐγνώμων στοὺς πιστοὺς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς του, πρόσφυγες ἀπὸ τὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, ποὺ τὸν ἔμαθαν νὰ προσεύχεται, νὰ νηστεύει, νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. «Δύο φορὲς τὴν ἡμέρα, πρέπει νὰ δίνουμε τὸ “παρὼν” στὸ Θεό», ἔλεγε ὁ πατέρας του, Πρόδρομος. Καί πράγματι, πρωὶ καὶ βράδυ ἔκαναν ὅλοι μαζὶ προσευχὴ μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι καὶ στὸ τέλος ἔβαζαν ἐδαφιαία μετάνοια στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Τὰ θυμόταν αὐτὰ ὁ Ὅσιος καὶ γι’ αὐτὸ συνιστοῦσε στοὺς γονεῖς: «Εἰδικὰ στὰ πνευματικὰ θέματα, τὰ παιδιὰ νὰ τὰ βοηθᾶτε μὲ τὸ παράδειγμά σας, ὄχι μὲ τὸ ζόρισμα».

Ἂν τὸ παιδὶ βλέπει καὶ τοὺς δύο γονεῖς νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, εὔκολα πείθεται νὰ τοὺς ἀκολουθήσει. Ἂν ὅμως βλέπει τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα νὰ παραμένουν στὸ σπίτι χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος, τότε μέσα του ἀποδυναμώνεται ἡ ἀξία τοῦ ἐκκλησιασμοῦ καὶ σύντομα θὰ δείξει καὶ τὸ ἴδιο ἀπροθυμία γιὰ νὰ πάει στὴν ἐκκλησία. 

Πολλοὶ γονεῖς συμβουλεύουν τὸ παιδί τους πρὶν κοιμηθεῖ νὰ κάνει πάντα τὴν προσευχή του. Κι εἶναι πολὺ καλὸ αὐτό. Πιὸ σημαντικὸ ὅμως εἶναι νὰ δεῖ τὸ παιδὶ ὅτι κάνουν κι οἱ ἴδιοι προσευχή. Τότε ἡ συμβουλή τους θὰ στερεωθεῖ καλὰ στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ.

Πόσο ὡραῖο εἶναι ὅλη ἡ οἰκογένεια νὰ μετέχει στὴ μυστηριακὴ ζωή! Στὸν ἐκκλησιασμὸ κάθε Κυριακή, στὴν ἱερὰ Ἐξομολόγηση, στὴν τακτικὴ προσέλευση στὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς… Αὐτὰ εἶναι βιώματα ποὺ ἐντυπώνονται στὰ παιδιὰ καὶ βάζουν γερὰ θεμέλια γιὰ ὅλη τὴ μετέπειτα ζωή τους.

Περιοδικό «Ὁ Σωτήρ», τ. 2161 (Σεπτέμβριος 2017)