«Ἐκ τῶν τεσσάρων πνευμάτων…» Β΄

   Τὸ μεγαλειῶδες ὅραμα τοῦ 37ου κεφαλαίου τοῦ προφήτου Ἰεζεκιὴλ τὸ θεώρησε ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπως ἐξηγήσαμε στὸ προηγούμενο ἄρθρο, εἰκόνα τῆς κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου γενικῆς ἀναστάσεως.
   Ὅμως τὸ κύριο νόημα αὐτοῦ τοῦ ὁράματος εἶναι ἄλλο. Καὶ αὐτὸ θὰ παρουσιάσουμε τώρα ἐδῶ. Καὶ δὲν εἶναι νόημα αὐθαίρετο αὐτό. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ νόημα ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς φανέρωσε στὸν μεγάλο Προφήτη.
   Τὰ ὀστᾶ αὐτά, τοῦ εἶπε, «πᾶς οἶκος Ἰσραήλ ἐστι»· εἶναι ὅλος ὁ ἑβραϊκὸς λαός. Αὐτοί, ὁ λαός μου, λένε: χαθήκαμε! Χάθηκε ἡ ἐλπίδα μας. Χάσαμε τὴ φωνή μας μπροστὰ στὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς μας. Ἔτσι ποὺ ἔχουμε σκορπίσει, μοιάζουμε μὲ κατάξερα κόκκαλα, χωρὶς ζωή, χωρὶς ἐλπίδα νὰ ξαναβροῦμε τὴν ἐλευθερία μας.
   Κάνουν πολὺ μεγάλο λάθος. Νομίζουν ὅτι ἔχουν καταστραφεῖ ὁλοκληρωτικά, ὅτι ἀποτελοῦν ἕνα ἀπέραντο νεκροταφεῖο, κόκκαλα ξερὰ πεταγμένα σὲ πεδιάδα θανάτου: «ξηρὰ γέγονε τὰ ὀστᾶ ἡμῶν, ἀπόλωλεν ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, διαπεφωνήκαμεν», φωνάζουν. «Διαπεφωνήκαμεν»! Μπροστὰ στὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς μας μείναμε ἄφωνοι, βουβοί!
   Ποιὰ εἶναι ἡ μεγάλη αὐτὴ καταστροφή; Ὁ Προφήτης ἔχει μπροστὰ στὰ μάτια του τὴ βαβυλωνιακὴ ἐπίθεση ποὺ ἐρήμωσε τὴν Ἰουδαία καὶ ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ στὴν ἑβδομηντάχρονη Βαβυλώνια αἰχμαλωσία.
   Ὅμως ἡ προφητεία λειτουργεῖ σὲ πολλαπλὰ ἐπίπεδα. Ἡ κύρια ἐφαρμογή της ἄρχισε νὰ ἐκπληρώνεται ἀργότερα. Αὐ­τὴ μάλιστα εἶναι πολὺ πιὸ σημαντικὴ καὶ ἐκτείνεται σὲ πολὺ μεγάλη χρονικὴ διάρκεια· 19 καὶ πλέον αἰώνων.
   Ἡ ἀρχή της βρίσκεται στὸ τραγικὸ γεγονὸς ποὺ διαδραματίστηκε τὸ ἔτος 70 μ.Χ. καὶ σημάδεψε ἀνεξίτηλα τὴν ἱστορία τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ. Τότε ὁ στρατηγὸς τῶν Ρωμαίων καὶ μετέπειτα αὐτοκράτορας, ὁ Τίτος, μὲ σκληρὸ τρόπο κατέστειλε τὴ λυσσαλέα ἐπανάσταση τῶν Ἑβραίων ποὺ ἐκδηλώθηκε τὸ ἔτος 66 μ.Χ. Ὁ Βεσπασιανὸς ἀρχικὰ καὶ ὁ ­γιός του ἀργότερα κύκλωσαν μὲ τὰ στρατεύματά τους τὴν Ἱερουσαλὴμ καί, μετὰ ἀπὸ 3 χρόνια ἀσφυκτικῆς πολιορκίας καὶ μανιώδους ἀντιστάσεως τῶν Ἑβραίων, τὴν κατέλαβαν. Ἡ Ἱερουσαλὴμ καταστράφηκε ἐκ θεμελίων. Οἱ λεγεῶνες τοῦ Τίτου ὄργωσαν κυριολεκτικὰ τὴν πόλη καὶ δὲν ἄφησαν πέτρα πάνω στὴν πέτρα, ὅπως ἀκριβῶς πρὶν 37 χρόνια εἶχε προείπει ὁ Κύριος: «οὐκ ἀφεθήσεται ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον». Ἕνα ἑκατομμύριο περίπου Ἑβραῖοι βρῆκαν τραγικὸ θάνατο σὲ κείνη τὴν ἐξέγερση. Τριάντα τρεῖς χιλιάδες ὁ Τίτος τοὺς σταύρωσε! Σταμάτησε, λένε, νὰ σταυρώνει, διότι δὲν εἶχε ἄλλα ξύλα. Τοὺς ὑπόλοιπους τοὺς πῆρε καὶ τοὺς σκόρπισε λίγους-λίγους σὲ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ νὰ μὴν μποροῦν νὰ σχηματίζουν ἐπαναστατικοὺς πυρῆνες. Ἡ κατάρα ποὺ εἶχαν δώσει οἱ ἴδιοι στὸν ἑαυτό τους: «τὸ αἷμα Αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν», πραγματοποιήθηκε στὸ ἀκέραιο. Ἡ πατρίδα τους ἔγινε ἀπέραν­το νεκροταφεῖο γεμάτο ἀπὸ ξερὰ κόκκαλα!
   Ἡ κατάσταση αὐτὴ κράτησε συνολικὰ 19 αἰῶνες. Μόλις στὰ μέσα τοῦ 20οῦ αἰώνα, μετὰ τὴ φρικιαστικὴ ἐξόντωσή τους ἀπὸ τὸν Χίτλερ, πῆρε νὰ ἀλλάζει. Ἡ ἐπιστροφή τους στὴ γῆ τῶν πατέρων τους εἶχε ἀρχίσει σταδιακὰ ἀπὸ τὸ 1750, ὅταν οἱ πρῶτοι ἐξόριστοι ἦρθαν καὶ ἐγ­καταστάθηκαν στὴν Παλαιστίνη. Καὶ με­­τὰ τὸ ναζιστικὸ ὁλοκαύτωμα, στὶς 15 Μαΐου τοῦ 1948, ὁ Δαβὶδ Μπὲν Γκουριὸν κήρυξε τὴν ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑβραϊ­κοῦ Κράτους.
   Τὰ ξερὰ κόκκαλα ζωντάνεψαν. Ἑνώθηκαν μεταξύ τους σάρκες, νεῦρα καὶ δέρμα, καὶ τοὺς ἔδωσαν μορφή. Σήμερα τὸ Ἰσραὴλ εἶναι κράτος γεμάτο δύναμη καὶ ζωτικότητα.
   Ὅμως τὸ προφητικὸ ὅραμα δὲν ἔχει πλήρως πραγματοποιηθεῖ. Ὁ ξαναζων­τανεμένος λαὸς δὲν ἔχει πνεῦμα. Εἶναι σῶμα χωρὶς ψυχή. Ἕνα πτῶμα.
   Ἀπομένει νὰ ἀποκτήσει πνεῦμα. Νὰ βρεῖ δηλαδὴ τὴν ἀληθινὴ πίστη. Νὰ ἐ­πιστρέψει στὸ Χριστὸ καὶ νὰ δεχθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τότε ἡ προφητεία θὰ ὁλοκληρωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο τῶν καιρῶν μας. Τὸ ἀναμενόμενο μέγα γεγονὸς τοῦ μέλλοντος.
   Ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ θὰ κάνουμε λόγο στὸ ἑπόμενο ἄρθρο.