ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (9/1)

Σήμερα 9/1/2016 εορτάζουν:

  • Άγιος Πολύευκτος
  • Όσιος Ευστράτιος ο Θαυματουργός
  • Όσιος Πέτρος Επίσκοπος Σεβαστείας
  • Αγία Αντωνίνα που μαρτύρησε στη Νικομήδεια
  • Άγιος Λαυρέντιος ο Μάρτυρας
  • Μνήμη Μεγάλου Σεισμού
  • Άγιος Φίλιππος Μητροπολίτης Μόσχας και πάσης Ρωσίας
  • Άγιος Αδριανός ηγούμενος Καντουαρίας
  • Άγιος Βριθγουόλντος Αρχιεπίσκοπος Καντουαρίας
  • Όσιος Ιωνάς ο Γέροντας
  • Όσιοι Βασίλειος και Γρηγόριος οι Θαυματουργοί

Ὁ ἅ­γιος μάρ­τυς Πο­λύ­ευ­κτος

9.-Agios-Polyeuktos

Ο ἅ­γιος μάρ­τυς Πο­λύ­ευ­κτος ἔ­ζη­σε στὰ χρό­νια τῶν σκλη­ρῶν δι­ωγ­μῶν τοῦ 3ου αἰ­ῶ­νος στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς Ἀρ­με­νί­ας. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη βα­σί­λευ­αν ὁ Δέ­κιος (249-251) καὶ ὁ Οὐαλερια­νός (251-259).

Ὁ Πο­λύ­ευ­κτος μα­ζὶ μὲ τὸ φί­λο του Νέ­αρ­χο ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν ὡς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ στὸ στρα­τό­πε­δο τῆς 12ης ρω­μα­ϊ­κῆς λε­γε­ώ­νας, ποὺ εἶ­χε τὴν ἕ­δρα της στὴ Με­λι­τη­νή (ση­με­ρι­νὴ πό­λη Μα­λά­τια τῆς Τουρ­κί­ας). Ὁ Νέ­αρ­χος ἦ­ταν φλο­γε­ρὸς χρι­στια­νός. Πι­στὸς ἀ­κό­λου­θος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Τη­ροῦ­σε μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ οὐ­ρα­νί­ου Στρα­τη­γοῦ του καὶ μὲ τὸ ὡ­ραῖ­ο πα­ρά­δειγ­μά του εἵλ­κυ­ε ὅ­λο καὶ πιὸ κον­τὰ στὸν Χρι­στὸ τὴν καρ­διὰ τοῦ φί­λου του Πο­λυ­εύ­κτου, ποὺ ὅ­μως ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε βα­πτι­σθεῖ.

Ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ ἀ­πει­λη­τι­κὸ δι­ά­ταγ­μα τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα, ποὺ κα­λοῦ­σε ὅ­λους τοὺς στρα­τι­ω­τι­κοὺς νὰ ὁ­μο­λο­γή­σουν δη­μό­σια τὴν πί­στη τους στὰ εἴ­δω­λα καὶ νὰ θυ­σιά­σουν στοὺς θε­οὺς τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν. Καὶ ἀ­λί­μο­νο σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ θὰ πε­ρι­φρο­νοῦ­σαν τὴν αὐ­το­κρα­το­ρι­κὴ δι­α­τα­γή. Θά­να­τος σκλη­ρὸς τοὺς πε­ρί­με­νε. Ἡ ὥ­ρα εἶ­χε φθά­σει γιὰ νὰ φα­νε­ρω­θεῖ ἡ γνη­σι­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης πρὸς τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὸ τῶν δύ­ο ἀ­γα­πη­μέ­νων στρα­τι­ω­τι­κῶν φί­λων.

–Μὴ φο­βᾶ­σαι, εἶ­πε στὸ Νέ­αρ­χο ὁ Πο­λύ­ευ­κτος. Δὲν πρό­κει­ται νὰ σ’ ἀ­φή­σω ἀ­πὸ φί­λο. Οὔ­τε θὰ χω­ρι­σθοῦ­με. Τὸν Χρι­στό, ποὺ μοῦ Τὸν δι­δά­σκεις τό­σο ἁ­πα­λὰ καὶ πει­στι­κά, Τὸν ἀ­γα­πῶ ὅ­πως καὶ σύ! Δυ­να­τά. Πί­στε­ψέ με! Τὸν εἶ­δα ἀ­πό­ψε σὲ ὅ­ρα­μα. Τὸν εἶ­δα ποὺ μοῦ ἔ­παιρ­νε τὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ στο­λὴ καὶ μ’ ἔν­τυ­νε μὲ μιὰ ἀλ­λι­ώ­τι­κη ὁ­λο­φώ­τει­νη στο­λή. Καὶ δίπλα μου μὲ πε­ρί­με­νε ἕ­να φτε­ρω­τὸ ἄ­λο­γο.­..

Ὅ­ρα­μα ποὺ προ­μή­νυ­ε τὸ με­γα­λεῖ­ο μιᾶς ζω­ῆς (τοῦ Πο­λυ­εύ­κτου), ποὺ προ­σφέ­ρε­ται θυ­σί­α γιὰ τὸ Χρι­στὸ στὸ βω­μὸ τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Καὶ με­τὰ πε­τᾶ στὸν οὐ­ρα­νὸ ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ δοξα­σμέ­νη!

Οἱ κα­λο­δι­ά­θε­τες ψυ­χὲς δέ­χον­ται ἀ­πο­κα­λύ­ψεις ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Καὶ εἶ­ναι ἕ­τοι­μες μὲ θαυ­μα­στὴ ἁ­πλό­τη­τα νὰ ὑ­πα­κού­ουν σ’ Αὐ­τόν. Τέ­τοι­α ψυ­χὴ καὶ καρ­διὰ δι­έ­θε­τε ὁ Πο­λύ­ευ­κτος. Εἶχε πλέ­ον μά­θει ὅ­τι τὸ λου­τρὸ τοῦ αἵ­μα­τος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου ἰ­σο­δυ­να­μεῖ μὲ τὸ λου­τρὸ τοῦ ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος. Καὶ ἀ­δη­μο­νοῦ σε μὲ ἱ­ε­ρὸ πό­θο πό­τε κι αὐ­τὸς νὰ μαρ­τυ­ρή­σει.

Ὁ Νέ­αρ­χος μυ­στι­κὰ προ­σευ­χό­ταν στὸ Θε­ὸ νὰ στη­ρί­ξει τὰ βή­μα­τα τοῦ κα­τη­χου­μέ­νου φί­λου του. Καὶ δο­ξο­λο γοῦ σε τὸν ὕ­ψι­στο Κύ­ριο, ποὺ ἐ­νί­σχυ­ε μὲ πλού­σια χά­ρη τὴ φι­λί­α καὶ τῶν δύ­ο. Χά­ρη ποὺ φαι­νό­ταν σὲ ὅ­σα ζοῦ­σε καὶ ἔ­λε­γε ὁ Πο­λύ­ευ­κτος κεῖ­νες τὶς ὧ­ρες:

–Ὁ νοῦς μου εἶ­ναι προ­ση­λω­μέ­νος στὸν οὐ­ρα­νό. Τά μά­τια μου στραμ­μέ­να σὲ ἕ­να μό­νο πρό­σω­πο: τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό! Τὴ λαμ­πρό­τη­τά του τὴ νι­ώ­θω στὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς μου. Ἂς προ­χω­ροῦ­με μα­ζί, Νέ­αρ­χε. Ἂς τολ­μή­σου­με νὰ Τὸν ὁ­μο­λο­γή­σου­με μὲ θάρ­ρος.

Μ’ αὐ­τὲς τὶς ἱ­ε­ρὲς σκέ­ψεις οἱ δυ­ὸ φί­λοι ἔ­τρε­ξαν στὸν τό­πο τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἀ­νηρ­τη­μέ­νη καὶ ἡ δι­κτα­το­ρι­κὴ δι­α­τα­γὴ τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα.

–Ὄ­χι! φώ­να­ξε ὁ Πο­λύ­ευ­κτος. Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ὑ­πο­χρε­ω­νό­μα­στε νὰ πι­στεύ­ου­με καὶ νὰ ὁ­μο­λο­γοῦ­με ἕ­να ψέ­μα. Πι­στεύ­ω στὸν ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ό. Εἶ­μαι χρι­στια­νός!

Καὶ ἀ­φοῦ ἀ­πέ­σπα­σε καὶ κα­τέ­βα­σε τὴ δι­α­τα­γὴ τοῦ ἄρ­χον­τα, ἔ­τρε­ξε πρὸς τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ποὺ κρα­τοῦ­σαν τὰ εἴ­δω­λα καὶ τὰ συ­νέ­τρι­ψε. Ἀ­μέ­σως τὸν συ­νέ­λα­βαν ὡς ἱ­ε­ρό­συ­λο καὶ τὸν μα­στί­γω­σαν ἀ­νε­λέ­η­τα. Ὁ πε­θε­ρὸς τοῦ μάρ­τυ­ρα Φή­λιξ, ποὺ ἦ­ταν καὶ δι­οι­κη­τὴς τῆς ἐ­παρ­χί­ας, προ­σπά­θη­σε μὲ γλυ­κό­λο­γα νὰ τὸν με­τα­πεί­σει:

–Θυ­μή­σου, παλ­λη­κά­ρι μου, τὴ γυ­ναί­κα σου καὶ τὰ παι­διά σου! Ποῦ ἀ­φή­νεις τέ­τοι­α τι­μη­μέ­νη οἰ­κο­γέ­νεια;

–Ἂς μὲ ἀ­κο­λου­θή­σουν καὶ

αὐ­τοί, ἀ­πάν­τη­σε ὁ Πο­λύ­ευ­κτος.

Ἂς ἔρ­θουν κον­τά μου, ἂν θέ­λουν τὴν εὐ­τυ­χί­α τους. Ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­θοῦν μα­ζὶ μὲ τὰ ψεύ­τι­κα εἴ­δω­λα ποὺ προ­τι­μοῦν.

–Ποι­ὸς δαί­μο­νας σὲ ἐ­ξα­πά­τη­σε; τοῦ φώ­να­ξε ἡ γυ­ναί­κα του.

–Κα­νείς! ἀ­πάν­τη­σε ὁ γεν­ναῖ­ος στρα­τι­ω­τι­κός.

Καὶ με­τὰ ἀ­πηύ­θυ­νε ἔκ­κλη­ση ἀ­γά­πης πρὸς τὴ σύ­ζυ­γό του καὶ τῆς ἔ­λε­γε:

–Παυ­λί­να μου! ἔ­λα κον­τά μου.

Πί­στε­ψε καὶ σὺ στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἀ­ξί­ζει νὰ θυ­σιά ζεις μιὰ τό­σο μι­κρὴ καὶ πρό­σκαι­ρη ζω­ὴ γιὰ μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα εὐ­τυ­χί­ας μα­ζὶ μὲ τὸν Χρι­στό!

Ὅ­μως ἡ Παυ­λί­να σι­ώ­πη­σε.

Ἔ μει­νε στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη, στὴν ὄχθη τῆς ψεύ­τι­κης ζω­ῆς τῆς γῆς.­.. Δὲν θέ­λη­σε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει στὴ δό­ξα τὸ σύ­ζυ­γό της.

Ὅ­λοι πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν μὲ ἔκ­πλη­ξη τοὺς δρα­μα­τι­κοὺς δι­α­λό­γους. Φο­βή­θη­καν ὅ­μως οἱ ἐ­χθροὶ τοῦ Χρι­στοῦ μή­πως πι­στέ­ψουν στὸν Κύ­ριο τὰ κα­λο­δι­ά­θε­τα πλή­θη. Ἡ φω­νὴ τοῦ Πο­λυ­εύ­κτου, τοῦ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοῦ τοῦ Ρω­μα­ϊ­κοῦ στρα­τοῦ, δὲν συ­νέ­φε­ρε νὰ ἀ­κού­γε­ται ἄλ­λο. Για­τὶ ἦ­ταν φω­νὴ μιᾶς δυ­να­τῆς ἀ­γά­πης στὸν Χρι­στό, ποὺ ἔ­σβη­νε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες τῆς γῆς ἀ­γά­πες. Καὶ πυ­ρο­δο­τοῦ­σε μιὰ ἄλ­λη φλό­γα ποὺ κα­τέ­και­γε τὸ κα­κό.

Γι’ αὐ­τὸ ἡ φω­νὴ αὐ­τὴ σὲ λί­γο δὲν θὰ ἀ­κού­γε­ται ἄλ­λο. Μὲ χα­ρὰ ὁ Μάρ­τυς ἄ­κου­σε τὴν τε­λι­κὴ ἀ­πό­φα­ση ὅ­τι θὰ θα­να­τω­θεῖ μὲ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμὸ «διὰ ξί­φους». Στὸν τό­πο τοῦ Μαρτυρίου του ὁ Πο­λύ­ευ­κτος ἀ­φοῦ ἐ­νί­σχυ­σε τοὺς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους χρι­στια­νοὺς καὶ ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν Νέ­αρ­χο ὅ­τι θὰ τὸν θυ­μᾶ­ται γιὰ πάν­τα στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ θὰ προ­σεύ­χε­ται γι’ αὐτόν, εἰ­ρη­νι­κὸς ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι του στὸ σπα­θὶ τοῦ δη­μί­ου. Ὁ Πο­λύ­ευ­κτος ὁ Στρα­τι­ω­τι­κὸς ἀ­πὸ τὴν τι­μη­μέ­νη 12η ρω­μα­ϊ­κὴ λε­γε­ώ­να με­τε­τέ θη στὸ ἐν­δο­ξό­τε­ρο καὶ ἡ­ρω­ι­κό­τε­ρο τάγμα τῶν Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων στὸν Πα­ρά­δει­σο!

Τὰ ἱ­ε­ρὰ Λεί­ψα­να τοῦ Ἁ­γί­ου μὲ δέ­ος τὰ πα­ρέ­λα­βαν οἱ τολ­μη­ρό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς χρι­στια­νοὺς καὶ τὰ ἐν­τα­φί­α­σαν μὲ εὐ­λά­βεια στὴ Με­λι­τι­νή. Στὴν πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Φι­λα­δελ­φί­ου καὶ τοῦ Ταύ­ρου τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἀ­νη­γέρ­θη Να­ὸς πρὸς τι­μὴν τοῦ Ἁ­γί­ου.

Πο­λύ­ευ­κτος!

Μιὰ γεν­ναί­α μαρ­τυ­ρι­κὴ μορ­φὴ τῆς ἀρ­χαί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ φω­νὴ δυ­να­τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας καὶ ζω­ὴ κρυ­στάλ­λι­νης παρ­ρη­σί­ας γιὰ τὸν Ἕ­να καὶ Μο­να­δι­κὸ καὶ Πρῶ­το τῆς καρ­διᾶς του ἀγα­πη­μέ­νο Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό! Οὔ­τε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα, οὔ­τε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, οὔ­τε καὶ ἡ ἀ­γά­πη του γι’ αὐ­τὴ τὴ ζω­ή του μπό­ρε­σαν νὰ τὸν ἀ­πο­σπά­σουν ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Κυ­ρί­ου! Γι’ αὐ­τὸ καὶ θυ­σι­ά­στη­κε!­.­..

Ἂς δώ­σου­με κι ἐ­μεῖς τὴν πρώ­τη θέ­ση τῆς καρ­διᾶς μας στὸν Χρι­στὸ γιὰ νὰ ἀ­νή­κου­με στοὺς «ἀ­ξί­ους» φί­λους του (Ματθ. ι΄ 37). Μᾶς τὸ ζή­τη­σε ὁ Ἴ­διος.

Καὶ Τοῦ ἀ­ξί­ζει. Καὶ μᾶς συμφέρει. Ἂς τολμήσουμε…