Ο ΖΩΟΔΟΤΗΣ ΚΥΡΙΟΣ

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ: Ἰωάν. α΄ 1-17

Eν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. πάντα δι᾿ αὐ­τοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ­ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαί­νει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ ­κατέλαβεν. ᾿Εγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ ᾿Ιωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι᾿ αὐτοῦ. οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ᾿ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. ῏Ην τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ ­ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. εἰς τὰ ἴδια ­­ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέ­κνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ­ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. ᾿Ιωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ ­κέκραγε λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶ­­­­πον, ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος ­αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.

Ο ΖΩΟΔΟΤΗΣ ΚΥΡΙΟΣ

1. Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς

Κυριακὴ τοῦ Πάσχα! ­Ἡμέρα λα­μπρὴ καὶ ­πανευφρόσυνη, κα­τὰ τὴν ὁποία ἑορτάζουμε «αὐτήν τήν ζωηφόρον Ἀνάστασιν τοῦ Κυ­ρίου, καί Θεοῦ, καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ ἀνατρέπει τὴν ἀν­θρώπινη λογική. Τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων, ποὺ φανερώνει τὸ μεγαλεῖο τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀναγινώσκεται στὴν ἀναστάσιμη θεία Λειτουργία εἶναι τὸ θαυμάσιο προοίμιο τοῦ «κατὰ Ἰωάννην» Εὐαγγελίου, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὰ μοναδικὰ ἐκεῖνα λόγια:
   «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λόγος…». Ὁ ὑψιπέτης ἀετὸς τῆς θεολογίας ὁμιλεῖ γιὰ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὑπῆρχε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας, διότι γεννήθηκε ἀχρόνως ἀπὸ τὸν Πατέρα. Πάντοτε ἀχώριστος ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ πάν­το­τε ἑνω­μένος μαζί Του, ὁ Λόγος ἦταν καὶ εἶναι τέλειος Θεός.
   Ὅλα τὰ δημιουργήματα δημιουργήθη­καν δι’ Αὐτοῦ σὲ συ­ν­ερ­γα­σί­α μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· καὶ χωρὶς Αὐ­τὸν δὲν ἔγινε τὸ παραμικρὸ ἀπ’ ὅλα ὅσα ἔχουν γίνει. «Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων»· εἶχε μέσα Του τὴ ζωή, καί, ὡς πηγὴ τῆς ζωῆς ποὺ εἶναι, δημιούργησε καὶ ­συντηρεῖ κάθε ζωή. Ἐπιπλέον γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι λογικὰ ὄντα, ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρ­χὴ καὶ τὸ πνευματικὸ φῶς, ποὺ φωτίζει τὸ νοῦ τους καὶ τοὺς ὁδηγεῖ στὴν ἀλήθεια.
   Τὸ φῶς, βέβαια, φωτίζει μέσα στὸ σκο­­τάδι, ἀλλὰ οἱ σκοτεινοὶ ἄνθρωποι, ὅ­­­­σοι δηλαδὴ ζοῦν μέσα στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πλάνη, δὲν τὸ ἀντι­­λή­φθη­καν καὶ δὲν τὸ ἐγκολπώθηκαν, οὔτε μπόρεσαν νὰ τὸ ἐξουδετερώσουν καὶ νὰ τὸ κατανικήσουν.
   Ὡστόσο, κάποτε ἐμ­φα­νίστηκε ἕνας ἄν­­θρωπος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννης. Αὐτὸς ἦλθε μὲ κύρια ἀποστολὴ νὰ δώ­­σει τὴ μαρτυρία του γιὰ τὸν Χριστό. Ἦλθε δη­λα­δὴ νὰ ὁμολογήσει ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ φῶς, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅλοι μὲ τὸ ­κή­­ρυγ­μά του στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Δὲν ἦταν ἐκεῖνος, ὁ Ἰωάννης, τὸ φῶς, ἀλλὰ ἦλθε ἀπε­σταλ­μένος ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ­δώσει μαρτυρία γιὰ τὸ φῶς, ποὺ εἶναι ὁ Ἰη­σοῦς Χριστός. Ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ πάντοτε εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ποὺ φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο.
   Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκ­κλησίας γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς Τριαδικῆς Θεότητος, ὁ «συνάναρχος Λόγος Πατρὶ καὶ Πνεύματι», ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος, ἡ πηγὴ καὶ ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς. Ἦταν λοιπὸν ποτὲ δυνατὸν νὰ μείνει ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς;… Ὄχι, βέβαια! Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος μὲ τὸν θάνατό Του ἐπάτησε τὸν ­θάνατο, συνέτριψε τὸν Ἅδη καὶ χάρισε ζωὴ καὶ σωτηρία στὸ ἀνθρώπινο γένος.­ «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ζωὴ πολιτεύεται», βρον­τοφωνάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦμε κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, σ’ Ἐκεῖνον προσβλέπουμε γιὰ νὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς ἀληθινῆς καὶ αἰώνιας ζωῆς. Αὐτὸ ὅ­­­­μως ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ στάση μας ἀπέν­αντί Του.

2. Πνευματικὴ ἀναγέννηση

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης σημειώνει μὲ ἔμφαση ὅτι Αὐτὸν ποὺ εἶναι ὁ Δημιουρ­γὸς τοῦ κόσμου, ὅταν­ ­σαρκώθηκε κι ἔ­­­γινε ἄνθρωπος, ὁ κόσμος τῶν ἀν­θρώ­πων δὲν Τὸν γνώρισε. Στὸ ­σπίτι Του ἦλθε, ἀλ­λ’ οἱ δικοί Του δὲν Τὸν ­παραδέχθηκαν.
   «Ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐ­τοῖς ἐξουσίαν τέ­κνα Θεοῦ γενέσθαι»· σὲ ὅ­­­σους ὅμως Τὸν δέχθηκαν καὶ Τὸν ἐγ­κολπώθηκαν ὡς Σωτήρα τους, καὶ πίστεψαν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἀν­θρώ­πους, τοὺς ἔδωσε τὸ προνόμιο καὶ τὴ χάρη νὰ γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ ἑπομένως στὴν πραγματικότητα δὲν γεννήθηκαν μὲ τρόπο σαρκικὸ ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλὰ γεννήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.
   Πρόκειται γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση ποὺ ἐπιτελεῖ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θε­οῦ, ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος κι ἔμεινε ἀνάμεσά μας· κι ἐμεῖς, συνεχίζει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής, χορτάσαμε νὰ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας τὴν ὑπέρλαμπρη θεϊκή Του δόξα. Δόξα ποὺ τὴν ἔχει ὡς μονογενὴς Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα· Υἱὸς γε­­μάτος χάρη καὶ ἀλή­­θεια. Ὅλοι ἐμεῖς δεχθήκαμε τὸν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῶν δωρεῶν Του· μετὰ τὴ χάρη τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρ­τιῶν μας λάβαμε τὴ χάρη τῆς υἱοθεσίας καὶ τῆς μακαρίας ζωῆς. Καὶ ὁλοένα δεχόμαστε ἀλλεπάλληλες δωρεές: «χάριν ἀντὶ χάριτος». Διότι ὁ Νόμος δόθηκε διὰ μέσου ἀνθρώπου, τοῦ Μωυσῆ, ἐνῶ ἡ χάρη καὶ ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἀντικατέστησε τὶς σκιὲς καὶ τὰ σύμβολα τοῦ Νόμου, ἦλθαν διὰ μέσου τοῦ Ἰη­­σοῦ Χριστοῦ.
   Ὁ Ἀναστὰς Κύριος εἶναι Αὐτὸς ποὺ μᾶς χαρίζει νέα, ἀναστημένη ζωή. Ἀρκεῖ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε στὴ σταυροα­ναστάσιμη πορεία Του. ­Διότι, γιὰ νὰ ἀ­­ναστηθεῖ κάποιος, πρέπει πρῶτα νὰ πεθάνει. Κι ἐμεῖς ­ὀφείλουμε νὰ νεκρώσουμε τὸ ἐγωιστικό μας ­θέλημα, τὶς σαρκι­κὲς ἐπιθυμίες καὶ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη ποὺ μᾶς κυριεύουν. Ἂν ἀκολουθήσουμε αὐτὴ τὴν πορεία τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστάντος, θὰ μποροῦμε νὰ ὁμολογήσουμε μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον, ἀναστάντι σοι· συνεσταυρούμην σοι χθές, αὐτός με συνδόξασον, Σωτήρ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».