Κυριακή 17 Ἰουλίου 2011 Ἰω. ε΄ 44

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

«Ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά πιστεύσετε, σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκετε νά λαμβάνετε δόξαν ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον καί δέν ζητεῖτε τήν δόξαν, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τόν ἕνα καί μόνον Θεόν;»  (Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ  μετά συντόμου ἑρμηνείας» τοῦ Π.Ν.Τρεμπέλα, ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»).

ΣΧΟΛΙΟ Β΄ (συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο)

Τί ὀφείλουμε ἐμεῖς νὰ κάνουμε; α) Νὰ μὴ ζηλεύουμε καὶ νὰ μὴν ἐπιδιώκουμε τὴν μάταιη δόξα τοῦ κόσμου τούτου. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς τιμᾷ τόσο πολύ, ὥστε νὰ μᾶς ἀναδεικνύῃ παιδιά του καὶ νὰ κατοικῇ μέσα μας καὶ νὰ ἑνώνεται μαζί μας, κάθε ἄλλη δόξα αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι μηδαμινὴ μπροστὰ σ’ αὐτὴν ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς οἱ πιστοί. Ἂς ἀποβάλουμε λοιπὸν κάθε τυχὸν αἴσθημα κατωτερότητος ἐν σχέσει πρὸς αὐτοὺς ποὺ δοξάζονται σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο. Ἡ ἀνθρώπινη δόξα εἶναι προσωρινή, φευγαλέα καὶ μάταιη, «ματαιότης ματαιοτήτων», ὅπως τὸ διετύπωσε ὁ δοξασμένος βασιλιᾶς Σολομῶν στὸ τέλος τῆς ζωῆς του (Ἐκκλ. α΄ 2).

Ἂς ἀποβάλουμε ἀκόμη καὶ κάθε ἐπιθυμία νὰ δοξαστοῦμε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουμε τόσα θαυμαστὰ παραδείγματα ἀπὸ βασιλεῖς, βασίλισσες, πρίγκιπες καὶ πριγκίπισσες ποὺ ἐγκατέλειψαν τὰ παλάτια καὶ τοὺς θρόνους καὶ τὶς τιμές, καὶ κρύφθηκαν στὰ δάση, στὶς σπηλιὲς καὶ στὶς ἐρημιές, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι πλευρὰ ἔχουμε πλήθη ἀνθρώπων ποὺ ἐπιδίωξαν καὶ κατέκτησαν τὴν ἀνθρώπινη δόξα καὶ ὅμως ἔμειναν τελείως ἀνικανοποίητοι, ἄδειοι καὶ δυστυχισμένοι.

β) Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ ζήσουμε μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη δόξα. Ὅπως σημειώσαμε καὶ στὴν ἀρχή, ὁ πόθος τῆς δόξας εἶναι θεόσδοτος στὸν ἄνθρωπο. Καὶ δὲν εἶναι κακὸ νὰ ἐπιθυμοῦμε νὰ δοξαστοῦμε· κακὸ εἶναι νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴ μάταιη δόξα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, βάζοντας σὲ δεύτερη μοῖρα τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ δόξα ποὺ χαρίζει ὁ Θεὸς ἤδη ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωή· ἢ ἀκόμη χειρότερο κακὸ εἶναι ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ περιφρόνησι αὐτῆς τῆς θεϊκῆς δόξας.

Ζητοῦμε νὰ μᾶς δοξάζουν οἱ ἄνθρωποι; Μικρὴ δόξα, πολὺ μικρὴ δόξα εἶναι αὐτή. Ἂς ἐπιδιώξουμε νὰ μᾶς δοξάσῃ ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀτέλειωτη δική του δόξα. Θέλουμε νὰ ἔχουμε θαυμαστὲς γύρω μας, θεατὲς ποὺ θὰ μᾶς ἐπευφημοῦν καὶ θὰ μᾶς τιμοῦν; Μηδαμινὸ εἶναι αὐτό. Ὑπάρχει, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, μέγας θεατὴς τῶν πράξεών μας, ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ ἂς μὴ ζημιώνουμε τὸν ἑαυτό μας ἐπιδιώκοντας νὰ φαινώμαστε στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ νὰ προσπαθοῦμε νὰ ἀποσπάσουμε τὸν ἔπαινο καὶ τὴ δόξα αὐτοῦ τοῦ μεγάλου θεατοῦ, τοῦ Θεοῦ. «Μὴ τοίνυν ζημίου σεαυτόν, ἐπὶ ἀνθρώπων φαίνεσθαι βουλόμενος. Ἐπειδὴ Θεὸς μέγας θεατής, φιλοδόξησον ἐπὶ Θεοῦ» (Περὶ Ταπεινοφροσύνης, P.G. 31, 540).

Ἔτσι νὰ ἀναστρεφώμαστε. Μὴν πάθουμε σὰν τὸν φαρισαῖο τῆς παραβολῆς ποὺ ἀκοῦμε αὐτὴν τὴν Κυριακὴ στοὺς ναούς μας. Αὐτὸς ἔκανε τὸ καλὸ γιὰ νὰ κερδίσῃ τὴ δόξα καὶ τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Λάθος τραγικό! τὰ ἔχασε ὅλα. Ἂς μὴ πέσουμε ἐμεῖς στὸ ἴδιο λάθος. Νὰ εἴμαστε φιλόδοξοι «ἐπὶ Θεοῦ» καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἔπαινο καὶ τὴν ἀναγνώρισι τῶν ἀνθρώπων.

Στὸν παρερχόμενο καὶ ἄστατο αὐτὸν κόσμο ὅλα εἶναι προσωρινὰ καὶ ἀβέβαια. Σήμερα κάποιος κατακτᾷ τὴν κορυφὴ τῆς δόξας, αὔριο τὴν χάνει καὶ χάνεται. Εὐτυχισμένοι ὅσοι συνειδητοποιοῦν τὴν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων καὶ ἐπιδιώκουν νὰ ἀποκτοῦν τὰ μόνιμα καὶ αἰώνια καὶ ἀληθινά,  τὴν θεϊκὴ δόξα. Τὴ δόξα ποὺ χαρίζεται καὶ σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο ὡς πρόγευσι, καὶ σὲ ἀσύλληπτο βαθμὸ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τότε ποὺ οἱ δίκαιοι θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο καὶ θὰ συμβασιλεύσουν μὲ τὸν Κύριο γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα.