Δευτέρα 6 Ἰουνίου 2011 Ματθ.ζ΄ 1-5

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Μή κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν» 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ 

«Μή κατακρίνετε ἀσυμπαθῶς τόν πλησίον σας, διά νά μή κατακριθῆτε ὑπό τοῦ Θεοῦ. Διότι μέ τήν αὐτήν ἀσυμπαθῆ καί αὐστηράν κρίσιν, μέ τήν ὁποίαν κατακρίνετε, θά κατακριθῆτε, καί μέ τό αὐτό μέτρον, μέ τό ὁποῖον ἐξετάζετε καί καταδικάζετε τάς πράξεις τοῦ πλησίον, θά μετρηθῆ καί διά σᾶς ὑπό τοῦ Θεοῦ ἡ πολιτεία καί συμπεριφορά σας» ( Ἀπό τήν «ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ μετά συντόμου ἑρμηνείας»τοῦ Π.Ν.Τρεμπέλα, ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΣΧΟΛΙΟ 

Ἡ κατάκρισι λοιπόν εἶναι ἁμάρτημα. Εἶναι τὸ πάθος νὰ ἀσχολῇται κανεὶς μὲ τὰ λάθη τῶν ἄλλων καὶ νὰ τὰ καταδικάζῃ. Εἶναι σκληρότητα καὶ ἀσπλαγχνία πρὸς τὸν πλησίον, ποὺ συνήθως ἐμφανίζεται ὡς ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ καλό του. Γι αὐτὸ καὶ ἡ κατάκρισι εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ὑποκρισία, εἶναι στὴν οὐσία της ἐκδήλωσι τοῦ φαρισαϊσμοῦ, τῆς ἀρρώστιας δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπασχε ὁ φαρισαῖος τῆς παραβολῆς. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του καλό, δίκαιο καὶ εὐσεβῆ, καὶ κατηγοροῦσε τὸν τελώνη ὡς ἄδικο καὶ ἁμαρτωλό. Τὸ ἴδιο ὅμως σφάλμα κάνει καὶ καθένας ἀπὸ μᾶς, ὅταν παρατηρῇ αὐστηρὰ καὶ κατακρίνῃ τὰ λάθη τῶν ἄλλων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐμμέσως λέμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἐντάξει καὶ δὲν ἁμαρτάνουμε, τοὐλάχιστον μὲ αὐτὸν τὸν ἀπαράδεκτο (κατὰ τὴν γνώμη μας βέβαια) τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἁμαρτάνουν οἱ ἄλλοι. Συχνὰ μάλιστα αὐτὴ ἡ φαρισαϊκὴ κατάκρισι τῶν ἄλλων ντύνεται μὲ τὸ ἔνδυμα δῆθεν τῆς ὑπερασπίσεως τῆς πίστεως ἢ τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου· καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ χειρότερη μορφὴ κατακρίσεως ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, διότι πολὺ δύσκολα θεραπεύεται.

Δὲν μπορεῖ ὅμως κάποιος νὰ διαπιστώσῃ σωστὰ τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων; Γιατὶ αὐτὴ ἡ διαπίστωσι καὶ καταδίκη νὰ θεωρῆται ὁπωσδήποτε λάθος; Θεωρεῖται καὶ εἶναι λάθος γιὰ δύο λόγους.

Πρῶτον διότι ἡ διαπίστωσι εἶναι ἐλλειπής. Μπορεῖ πραγματικὰ νὰ παρατηρήσουμε σωστὰ μιὰ λανθασμένη ἐνέργεια ἑνὸς συνανθρώπου μας. Ὅμως ἡ ἀλήθεια δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ἕνα γεγονός. Εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ πολλὰ ἄλλα ἄγνωστα σὲ μᾶς στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀλλάζουν τελείως τὸ νόημα τοῦ γεγονότος. Μόνον ὁ Θεὸς εἶναι σὲ θέσι νὰ τὰ γνωρίζῃ ὅλα αὐτά. Μιὰ κρυφὴ ἀσθένεια, ἄς ποῦμε, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ πραγματικὴ αἰτία πολλῶν λανθασμένων ἐκδηλώσεων κάποιου. Πρὸ ἐτῶν συνέβη πραγματικὰ κάτι τέτοιο μὲ τὴν προϊσταμένη ἑνὸς ἀρκετὰ μεγάλου τμήματος μιᾶς ἐπιχειρήσεως. Τῆς ζητοῦσαν πολλοὶ διάφορες ἐξυπηρετήσεις καί,  ἐνῷ ὑποσχόταν μὲ πολλὴ προθυμία ὅτι θὰ τὶς κάνῃ, δὲν τὶς ἔκανε ποτέ. Ἡ συμπεριφορά της αὐτὴ εἶχε δημιουργήσει ἀναρίθμητα παράπονα καὶ ὑποτιμητικὰ σχόλια, ὥσπου, μετὰ ἀπὸ δύο περίπου χρόνια, ἀποδείχτηκε ὅτι ἔπασχε ἀπὸ πρόωρη ἄνοια  καὶ λησμονοῦσε, ἀδυνατῶντας νὰ τηρήσῃ τὶς ὑποσχέσεις της. Ὁπότε ὅλη ἐκείνη ἡ φαινομενικῶς σωστὴ καταφορὰ ἐναντίον της ἦταν τελείως ἄδικη. Δὲν γνωρίζουμε οὔτε ὅλα τὰ στοιχεῖα, οὔτε καὶ τὴν διάθεσι τῆς κάθε ψυχῆς. Γι αὐτό, λέγουν οἱ ἄγιοι,  ἀκόμη καὶ μπροστά σου νὰ ἁμαρτήσῃ κάποιος, μὴν τὸν κρίνεις, διότι «τὴν ἁμαρτίαν εἶδες, τὴν δὲ μετάνοιαν οὐκ εἶδες».

Δεύτερον θεωρεῖται καί εἶναι λάθος καὶ διότι εἶναι σφετερισμὸς τῆς ἐξουσίας τοῦ Κυρίου. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Πατήρ, κατὰ τὴν διαβεβαίωσι τοῦ Κυρίου, δὲν κρίνει κανέναν, ἀλλὰ ἔχει παραδώσει ὅλη τὴν ἐξουσία τῆς κρίσεως στὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό Του: «οὐδὲ γὰρ ὁ πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ» (Ἰωάν. ε΄ 22). Καὶ εἶναι πράγματι φοβερὸ ὁ μὲν Θεὸς Πατὴρ νὰ μὴν κρίνῃ κανέναν, οἱ δὲ ἄνθρωποι νὰ σφετεριζώμαστε τὴν ἐξουσία τοῦ μόνου Κριτοῦ καὶ νὰ καταδικάζουμε ἄσπλαγχνα τοὺς ἀδελφούς μας.