Β’ Βασιλειῶν ιβ’ 7

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Καί εἶπε Νάθαν πρός Δαυῒδ· σύ εἶ ὁ ἀνήρ ὁ ποιήσας τοῦτο· τάδε λέγει Κύριος  ὁ Θεός Ἰσραήλ·  ἐγώ εἰμι ὁ χρίσας σε εἰς βασιλέα ἐπί Ἰσραήλ, καί ἐγώ εἰμι ἐρρυσάμην σε ἐκ χειρός Σαούλ»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

    «Καί τότε ὁ Νάθαν εἶπεν ἀμέσως εἰς τόν Δαβίδ: «Σύ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος, πού ἔκαμες αὐτό. Καί αὐτά λέγει πρός σέ τώρα ὁ Κύριος καί Θεός τοῦ Ἰσραήλ:Ἐγώ εἶμαι Ἐκεῖνος πού σέ ἔχρισα νά βασιλεύῆς εἰς τόν Ἰσραήλ καί πού σέ ἔσωσα ἀπό τό φονικό μαχαίρι τοῦ Σαούλ» ( Ἀπό τήν «Παλαιά Διαθήκη μετά συντόμου ἑρμηνείας», τόμος 5ος,  ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΣΧΟΛΙΟ

    Ὁ  ἔνδοξος βασιλιάς του Ἰσραήλ, ὁ μέγας Δαβίδ, βρισκόταν στόν κολοφώνα τῆς δόξας του. Ὁ Θεός τοῦ εἶχε δώσει πολλά ἀγαθά. Στούς πολέμους τόν προστάτευε καί τόν ἀναδείκνυε τρισένδοξο νικητή. Ὁ πιστός καί εὐσεβής λαός ἦταν ἀφοσιωμένος σ’ αὐτόν. Πόσο εὐτυχισμένος ἦταν ὁ Δαβίδ! Ἀγαπητός στόν Θεό, ἀγαπητός καί ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Καί ὅμως, γιά νά φαίνεται ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ὁ Δαβίδ περιέπεσε σέ δύο πολύ σοβαρά ἁμαρτήματα. Παρέβη δύο βασικές καί θεμελιώδεις ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Δέν σεβάστηκε οὔτε τήν  τιμή οὔτε τή ζωή τοῦ πλησίον καί μάλιστα ἑνός πιστοῦ καί ἀφοσιωμένου σ’ αὐτόν ἀξιωματούχου,τοῦ Οὐρίου.
    Εἶχε περάσει ἀπό τότε ἕνα ἔτος. Καί δέν εἶχε ἀντιληφθεῖ ὁ ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ Δαβίδ, ὁ θεόπνευστος Προφήτης καί θεοκίνητος Ψαλμωδός, τό  σφάλμα του. Ἡ συνείδηση τοῦ Δαβίδ κοιμόταν. Ὦ, τό δηλητήριο της ἁμαρτίας! Ἀποχαυνώνει τόν ἄνθρωπο. Τόν σκοτίζει. Τοῦ ναρκώνει τήν ἠθική εὐαισθησία. Ἦταν ἀνάγκη κάποιος νά τόν ξυπνήσει ἀπό τόν λήθαργο στόν ὁποῖο εἶχε περιπέσει. Νά τόν βοηθήσει νά συναισθανθεῖ καί νά ἀναγνωρίσει τό σφάλμα του καί νά ζητήσει τό ἔλεος καί τή συγχώρηση ἀπό τόν Θεό. Ποιός θά ἦταν αὐτός καί μέ ποιόν τρόπο θά ὑποδείκνυε στόν Δαβίδ τό ἁμάρτημά του;
    Ἰδού ὁ ἀπεσταλμένος του Θεοῦ πρός τόν Δαβίδ, προφήτης καί αὐτός, ὁ Νάθαν. Μέ πόση σύνεση, μέ πόση λεπτότητα έκτελεῖ τήν ἀποστολή του ὁ Νάθαν! Δέν ἐλέγχει κατά πρόσωπο τόν ἔνοχο βασιλιά. Ὄχι διότι δέν εἶχε τή δύναμη καί τήν παρρησία νά τό κάνει, ἀλλά διότι ἔπρεπε νά τόν βοηθήσει νά συναισθανθεῖ τή βαριά ἐνοχή του. Ἀρχίζει λοιπόν μέ μιά ζωηρή, παραστατική διήγηση, καί μοιάζει σάν νά ρωτᾶ τόν ἔνοχο βασιλιά γι’ αὐτό πού ἔγινε.
Ἦταν δύο ἄνθρωποι, τοῦ λέει. Πλούσιος πολύ ὁ ἕνας, φτωχός ὁ ἄλλος. Ὁ φτωχός εἶχε μιά μοναδική προβατίνα. Μέ τό γάλα της ἔτρεφε τά παιδιά του καί αὐτή τρεφόταν ἀπό τό δικό του ψωμί. Τοῦ ἦταν πολύ ἀγαπητή. Ὁ πλούσιος εἶχε πολλά πρόβατα καί πολλά πλούτη.
Ἀλλά τί ἔγινε; Ἐπρόκειτο ὁ πλούσιος νά φιλοξενήσει κάποιον. Καί ἀντί νά σφάξει ἕνα ἀρνί ἀπό τό μεγάλο του κοπάδι,τό λυπήθηκε καί γι’ αὐτό πῆρε τήν προβατίνα τοῦ φτωχοῦ τήν ἔσφαξε καί μ’ αὐτή φιλοξένησε τόν ἐπισκέπτη.
    Ὁ Δαβίδ, πού ἄκουγε ἕως ἐκείνη τή στιγμή μέ πολλή προσοχή τά λόγια τοῦ Νάθαν, ὀργίστηκε καί ἔβγαλε ἀμέσως τήν ἀπόφαση: «Υἱός θανάτου ὁ άνήρ ὁ ποιήσας τοῦτο». Ὁ Θεός δέν ἐγκρίνει τή συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου αύτοῦ. Δέν πρέπει νά ζήσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Πρέπει ὁπωσδήποτε νά πεθάνει, λέει ὁ Δαβίδ. Καί τότε, στό κρίσιμο αὐτό σημεῖο τῆς συνομιλίας, ὅταν ἡ συνείδηση τοῦ Δαβίδ ἐπαναστατεῖ γιά τήν ἀδικία τοῦ πλουσίου, ὁ Νάθαν «τῷ σπόγγω ἔχων κεκρυμμένον τόν σίδηρον», κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, κοιτάζει κατάματα τόν ἔνοχο βασιλιά καί τοῦ λέει καθαρά πιά καί χωρίς ἐνδοιασμούς: «Σύ εἶἰ ὁ άνήρ ὁ ποιήσας τοῦτο». Έσύ, βασιλιά, εἶσαι ἐκεῖνος πού ἔκανες αὐτό! Καί συνέχισε καί ἐπεξήγησε στόν κατάπληκτο Δαβίδ: «ὅτι έφαύλισας τόν λόγον Κυρίου τοῦ ποιῆσαι τό πονηρόν ἐν όφθαλμοῖς αὐτοῦ». Γιατί περιφρόνησες τόν νόμο τοῦ Κυρίου καί διέπραξες αὐτό τό κακό μπροστά στά μάτια Του;
    Τά λόγια τοῦ προφήτη, λόγια πύρινα, σάν μαχαίρι δίστομο ἔνυξαν καί ἀφύπνισαν τήν ἕως τότε κοιμισμένη συνείδηση τοῦ Δαβίδ καί φώτισαν τήη σκοτισμένη ψυχή του νά δεῖ καί νά ἀναγνωρίσει τά δύο μεγάλα καί βαριά ἁμαρτήματά του. Ἔσκυψε ταπεινά – βασιλιάς αὐτός – μπροστά στόν θεόσταλτο προφήτη καί μέ πολλή εἰλικρίνεια παραδέχθηκε τήν ἐνοχή του καί ὁμολόγησε τήν ἁμαρτία του. «Ἡμάρτηκα τῷ Κυρίῳ. Ἁμάρτησα, ἔφταιξα ἐνώπιον τοῦ ἁγίου Θεοῦ. Τό πονηρόν ἐνώπιόν Του έποίησα. Ζητῶ το ἔλεος Του. « Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οίκτρμῶν σου έξάλειψον τό άνόμημά μου.
    «Σύ εἰ ὁ άνήρ ὁ ποιήσας τοῦτο». Ἀδελφέ μου! Μήπως καί ἡ δική μας συνείδηση κοιμᾶται καί δέν συναισθάνεται τά σφάλματα στά ὁποῖα πέφτουμε, καί ἔχουμε ἀνάγκη νά βρεθεῖ κάποιος σύγχρονος Νάθαν νά μᾶς ἐπαναλάβει τά λόγια: «Σύ εἶ ὁ άνήρ ὁ ποιήσας τοῦτο;»
    Μήπως, ἐνῶ δέν συναισθανόμαστε τίς δικές μας ἁμαρτίες, παρατηροῦμε τή συμπεριφορά τῶν ἄλλων καί καταδικάζουμε τά ἔργα τους καί ἀντιδροῦμε γιά τίς ἀδικίες τους καί εὔκολα ρίχνουμε ἐναντίον τους τόν λίθο τοῦ ἀναθέματος καί μέ ἐλαφρά τή συνείδηση ἐπαναλαμβάνουμε, «υἱός θανάτου ὁ ποιήσας τοῦτο;»
    Σοῦ φαίνεται ἀδύνατο ἤ δύσκολο αὐτό; Ἀδελφέ μου, μήν ξεχνᾶς ὅτι ἡ τυφλή ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὁ ἀπατηλός ἐγωισμός μας, ἡ φιλαυτία μας δέν μᾶς ἀφήνουν νά σχηματίσουμε ἀκριβή καί καθαρή εἰκόνα τῆς ψυχικῆς μας καταστάσεως. Καί ἐνῶ μπορεῖ νά εἴμαστε κι έμεῖς ἔνοχοι σέ λιγότερα ἡ περισσότερα ἁμαρτήματα, στούς ἄλλους μέν τά διακρίνουμε, ἴσως καί τά ἐπικρίνουμε, στόν ἑαυτό μας ὅμως δέν τά συναισθανόμαστε, δέν τά ἀναγνωρίζουμε. Κι ἔχουμε λοιπόν κι ἐμεῖς ἀνάγκη νά βρεθεῖ κάποιος εὐλογημένος Νάθαν, κάποιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ εἰλικρινές ἐνδιαφέρον γιά τή σωτηρία καί τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μας νά μᾶς πεῖ: Πάψε νά συζητᾶς γιά τά ἐλαττώματα τῶν ἄλλων. Πάψε νά κατηγορεῖς τούς ἀδελφούς σου. Πάψε νά βρίσκεσαι σέ αὐταπάτη γιά τήν πνευματική σου κατάσταση, διότι αὐτά πού νομίζεις ὅτι βλέπεις στούς ἄλλους καί τά ἐπικρίνεις, σύ εἶ ὁ ποιήσας αὐτά. Κάνεις κι έσύ τά ἴδια μέ ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα κατακρίνεις τούς ἄλλους.
    Ἀλλά  ἄς παρακαλέσουμε τόν Θεό νά μή μᾶς ἀφήνει ποτέ νά φθάνουμε σ’ ἕνα τέτοιο θλιβερό κατάντημα.

Μέ πολλή συναίσθηση, παντογνώστη καί δικαιοκρίτη Κύριε, μέ πολλή συναίσθηση ὁ θεῖος Ψαλμωδός Σέ ἱκετεύει καί Σέ παρακαλεῖ: «Φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου ἴσχυσα πρός αὐτόν» (Ψαλμ. ιβ’ 4-5). Φώτισε, Κύριε, τά μάτια τῆς ψυχῆς μου, διότι κινδυνεύω νά μέ καταλάβει ὁ θανατηφόρος ὕπνος τῆς ἁμαρτίας·  κι ἐνῶ εἶμαι ἔνοχος ἐνώπιόον Σου, ἐγώ καταδικάζω καί κατηγορῶ τούς ἄλλους γιά ἐκεῖνα πού πρέπει ἐγώ πρῶτος νά μετανοήσω. Μή μέ ἀφήνεις, πανάγαθε Κύριε, νά βρίσκομαι σέ κατάσταση ραθυμίας καί ἀμέλειας, γιά νά μή μέ κατακυριεύσει ὁ παμπόνηρος ἀόρατος ἐχθρός μου. Νά μέ ὁδηγεῖς, Κύριε, σέ συναίσθηση καί μετάνοια καί ἀξίωσε μέ νά ζητῶ τό ἔλεός Σου περνώντας ἐν εἰρήνῃ καί μετανοίᾳ τόν χρόνο της ζωῆς μου εὐλογώντας καί δοξάζοντας τήν πατρική Σου ἀγάπη. Ἀμήν.»
( Ἀπό τό βιβλίο «ΟΙ ΣΠΕΙΡΟΝΤΕΣ ΕΝ ΔΑΚΡΥΣΙΝ» τοῦ Ἀρχ.Χριστοφ.Παπουτσοπούλου,  ἔκδοση «Ο ΣΩΤΗΡ»)