ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (3/5)

Σήμερα 3/5 εορτάζουν:

  • Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα
  • Άγιος Πέτρος ο Θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Άργους και Ναυπλίου
  • Άγιοι Διόδωρος και Ροδοπιανός ο Διάκονος
  • Άγιοι Είκοσιεπτά Μάρτυρες
  • Άγιος Οικουμένιος ο Θαυματουργός επίσκοπος Τρίκκης
  • Ανακομιδή ιερών λειψάνων του Οσίου Λουκά του εν Στειρίω
  • Αγία Ξενία η Μεγαλομάρτυρας και θαυματουργή
  • Άγιος Θεοφάνης Μητροπολίτης Περιθεωρίου
  • Άγιος Πάμβος «Καθολικός Γεωργίας»
  • Όσιος Θεοδόσιος καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου
  • Όσιοι Μιχαήλ και Αρσένιος
  • Όσιος Μάμας Πατριάρχης Γεωργίας
  • Άγιος Παύλος ο Μάρτυρας εκ Ρωσίας
  • Άγιος Γρηγόριος Αρχιεπίσκοπος Ροστώβ, Γιαροσλάβλ και Λευκής Λίμνης
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων εν Κιέβω
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ιβηριτίσσης στη Μόσχα
  • Άγιοι Εκατόν εβδομήντα εννιά Οσιομάρτυρες οι εν τη μονή Νταού Πεντέλης μαρτυρήσαντες
  • Άγιοι Χριστόδουλος και Αναστασία και οι συν αυτοίς Νεομάρτυρες
  • Ανάμνηση θαύματος Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο της Κρήτης
  • Σύναξη της Παναγίας Κακαβιώτισσας στην Λήμνο
  • Σύναξη της Παναγίας της Τρικουκιώτισσας
  • Σύναξη της Παναγίας της Ποδίθου (ή Ποδύθου) στην Κύπρο
  • Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο
  • Σύναξη της Παναγίας Κουτσουριώτισσας στην Ερατεινή Φωκίδος
  • Σύναξη της Παναγίας της Πορταΐτισσας στο Άγιον Όρος
  • Ανάμνηση θαύματος Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εύρεση του Τιμίου Ήλου
  • Σύναξη της Παναγίας της Τσαμπίκας στην Ρόδο
  • Σύναξη της Παναγίας Φοβεράς Προστασίας στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους

Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαύρα

3.-Agioi-Timotheos--Maura

«Ἀ­πό βρέ­φους τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα οἶ­δας», γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος (Β΄  Τι­μ. γ΄  15) στόν μα­θη­τή του, τόν ἐ­πί­σκο­πο Ἐ­φέ­σου Τι­μό­θε­ο. Ἀλ­λά τό ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ἰ­σχύ­ει καί διά τόν ὁ­μώ­νυ­μό του Ἐ­πί­σκο­πο, μάρ­τυ­ρα Τι­μό­θε­ο, ὁ ὁ­ποῖ­ος γεν­νή­θη­κε στήν κω­μό­πο­λη τῶν Πα­να­πέ­ων τῆς Θη­βα­ϊ­κῆς Αἰ­γύ­πτου.

Εὐ­τύ­χη­σε κι αὐ­τός νά ἔ­χει γο­νεῖς Χρι­στια­νούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πό μι­κρό παι­δί τοῦ με­τέ­δω­σαν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ Χρι­στοῦ καί τήν εὐ­σέ­βεια. Κι αὐ­τός ἀ­πό τά παι­δι­κά του χρό­νια ἄν­θι­σε ὡς ὡ­ραι­ό­τα­το κρί­νο καί εὐ­ω­δί­α­ζε μέ τίς ἀ­ρε­τές του. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν κα­τάλ­λη­λη ἡ­λι­κί­α, συν­δέ­θη­κε μέ τό Μυ­στή­ριο τοῦ γά­μου μέ τήν Μαύ­ρα, μιά νέ­α σε­μνή μέ ἀ­γά­πη πολ­λή καί ἀ­φο­σί­ω­ση στόν Χρι­στό, καί ἀ­πο­τέ­λε­σαν τό ἅ­γιο αὐτό ζευγάρι, τοῦ Χρι­στοῦ «τήν ἔν­θε­ον ξυ­νω­ρί­δα».

Ὁ Τι­μό­θε­ος ἦ­ταν πράγ­μα­τι τύ­πος τῶν πι­στῶν (Α΄ Τιμ. δ΄ 12). Ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή ἦ­ταν ὑ­πό­δειγ­μα τῶν πι­στῶν, οἱ πι­στοί τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­στρε­φαν τήν ἰ­δι­αί­τε­ρή τους προ­σο­χή σ’ αὐ­τόν καί τόν προ­έ­τρε­παν νά δε­χθεῖ νά γί­νει ἱ­ε­ρεύς τους. Εἶ­χε ἄλ­λω­στε ὅ­λα τά προ­σόν­τα, τά ὁ­ποῖ­α χρει­α­ζό­ταν ὡς ἱ­ε­ρεύς τοῦ Θε­οῦ (Α΄  Τιμ . γ΄  2 ἑξ.) καί τά ὁ­ποῖ­α κα­θη­με­ρι­νά οἱ πιστοί τά δι­ε­πί­στω­ναν στήν ἀ­να­στρο­φή του. Ἡ σύ­ζυ­γός του Μαύρα κάποια μέρα μέ συγ­κί­νη­ση πολ­λή πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται τήν πρό­τα­ση τῶν Χρι­στια­νῶν πρός τόν σύ­ζυ­γό της, τήν ὁποί­α με­τά ἀ­πό πολ­λή σκέ­ψη καί με­λέ­τη ὁ Τι­μό­θε­ος τήν ἔ­κα­νε ἀ­πό­φα­ση. Καί ὁ Τι­μό­θε­ος γί­νε­ται Ἱ­ε­ρεύς, ἔ­χον­τας συμ­πα­ρα­στά­τη ἔν­θερ­μο καί βο­η­θό πο­λύ­τι­μο τήν ἐ­κλε­κτή σύντρο­φο τῆς ζω­ῆς του.

Ἀ­πό τή στιγ­μή ἐ­κεί­νη ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται πλή­ρως στό ἱ­ε­ρό ἔρ­γο του. Μέ τά Ἱ­ε­ρά βι­βλί­α τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς στά χέ­ρια με­λε­τᾶ καί δι­δά­σκει, κη­ρύτ­τει καί δι­α­φω­τί­ζει. Ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τούς Χρι­στια­νούς στά σπί­τια τους, ἀ­κό­μη καί πολ­λούς εἰ­δω­λο­λά­τρες μέ σκο­πό νά τούς ὁ­δη­γή­σει στόν Χρι­στό. Ἀλ­λά ἐ­νῶ ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­π’ αὐ­τούς δέ­χον­ται μέ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τήν ἀ­λή­θεια, ἄλ­λοι, φα­να­τι­κοί, ἐ­ξα­γρι­ώ­νον­ται καί τόν κα­ταγ­γέλ­λουν στόν ἔ­παρ­χο Ἀρ­ρια­νό, ἀ­δι­άλ­λα­κτο ἐ­χθρό καί δι­ώ­κτη τῶν Χρι­στια­νῶν. Εἴ­κο­σι ἡ­με­ρῶν ἱ­ε­ρεύς ἦ­ταν ὁ Τι­μό­θε­ος, ὅ­ταν ὁ Ἀρρια­νός τόν κά­λε­σε νά ἐμ­φα­νι­σθεῖ μπρο­στά του καί νά τοῦ πα­ρα­δώ­σει τά βι­βλί­α, μέ τά ὁ­ποῖ­α δί­δα­σκε.

—Τι θά λέ­γα­τε, ἔ­παρ­χε, ἀ­πάν­τη­σε μέ θάρ­ρος ὁ ἡ­ρω­ι­κός ἱ­ε­ρεύς, ἐ­άν κά­ποι­ος στρα­τι­ώ­της πα­ρέ­δι­δε τό τι­μη­μέ­νο ξί­φος στόν ἐ­χθρό; Κι ἐ­γώ στρα­τι­ώ­της τοῦ Βα­σι­λέ­ως Χρι­στοῦ (Β΄ Τιμ. β΄ 2) πο­τέ δέν θά πα­ρα­δώ­σω τά ἱ­ε­ρά βι­βλί­α μου, πού εἶ­ναι τό ὅ­πλο μου, μέ τό ὁ­ποῖ­ο πο­λε­μῶ καί νι­κῶ τόν ἐ­χθρό δι­ά­βο­λο.

Ἀ­πάν­τη­ση δέν ἔ­δω­σε ὁ ἔ­παρ­χος. Ὀρ­γι­σμέ­νος πο­λύ κα­λεῖ νά προ­σέλ­θουν ἀμέσως οἱ δή­μιοι. Κι αὐ­τοί σύμ­φω­να μέ τή δι­α­τα­γή του βά­ζουν στή φω­τιά εἰ­δι­κά σι­δε­ρέ­νια ὄρ­γα­να, τά κοκ­κι­νί­ζουν καί τά δέ­νουν σφι­χτά στά αὐ­τιά τοῦ Τι­μο­θέ­ου. Δέν πε­ρι­ο­ρί­σθη­καν ὅ­μως μό­νο σ’ αὐ­τό. Στήν κα­τά­στα­ση αὐ­τή τόν δέ­νουν στόν τρο­χό καί ὁ τρο­χός πε­ρι­στρέ­φε­ται καί μέ τά νύ­χια του κα­τα­ξε­σχί­ζει τίς  σάρ­κες τοῦ μάρ­τυ­ρα. Ὁ ἱ­ε­ρεύς τοῦ Θε­οῦ ὅ­μως ἀ­νί­κη­τος καί ἀ­λύ­γι­στος δέν ὑ­πο­χω­ρεῖ. Μέ τά βλέμ­μα­τα ὑ­ψω­μέ­να στόν οὐ­ρα­νό, ὅ­σο μπο­ρεῖ, προσεύ­χε­ται θερ­μά νά τόν ἐν­δυ­να­μώ­σει μέ­χρι τέ­λους ὁ Κύ­ριος. Στόν τό­πο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου κα­τα­φθά­νει ἀ­μέ­σως καί ἡ πι­στή σύ­ζυ­γός του. Ὅ­ταν ὁ Ἀρ­ρια­νος εἶ­δε τήν Μαύρα, συνέλα­βε ἀ­μέ­σως νέ­ο σχέ­διο. Ζη­τᾶ ἀ­π’ αὐ­τήν νά πλη­σί­α­σει τόν σύ­ζυ­γό της καί μέ κά­θε τρό­πο νά τόν πεί­σει νά ἀρ­νη­θεῖ τήν πί­στη του. Κι αὐ­τή μέ δα­κρυ­σμέ­να τά μά­τια, μέ προσευ­χή θερ­μή τόν πλη­σιά­ζει πράγ­μα­τι καί τόν πα­ρα­κα­λεῖ. Ὄ­χι βε­βαί­ως νά ἀρ­νη­θεῖ τήν πί­στη, ἀλ­λά τόν ἱ­κε­τεύ­ει, ὡς ἱ­ε­ρεύς πού εἶ­ναι, νά μεί­νει στα­θε­ρός στήν ὁ­μο­λο­γί­α καί τό ἱ­ε­ρό χρέ­ος του. Τό μαρ­τύ­ριο τοῦ συ­ζύ­γου μου, λέ­ει στή συ­νέ­χεια στόν ἔ­παρ­χο, εἶ­ναι κα­θῆ­κον του καί θά τό ὑ­πο­στεῖ, ὅ­σο σκλη­ρό κι ἄν εἶ­ναι. Καί δέν ἔ­χω ἀν­τίρ­ρη­ση νά τόν ἀκολου­θή­σω κι ἐ­γώ σ’ αὐ­τό.

Ὁ Ἀρριανός εἶ­ναι πλέ­ον ἐ­κτός ἑ­αυ­τοῦ. Δι­α­τά­ζει νά βα­σα­νί­σουν καί τήν Μαύρα κον­τά στόν Τι­μό­θε­ο. Γιά νά τήν ἐ­ξευ­τε­λί­σουν τῆς κό­βουν τά μαλ­λιά καί στή συ­νέ­χεια τά δά­κτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν της, τά ὁ­ποῖ­α μέ τό­ση δε­ξι­ο­τε­χνί­α ἐ­πί τό­σα χρό­νια ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν τούς φτω­χούς καί τούς ἀρ­ρώ­στους. Ἀλ­λά δέν τε­λει­ώ­νει ἐ­δῶ τό μαρ­τύ­ριο. Σ’ ἕ­να κα­ζά­νι βρά­ζουν νερό καί τήν ρί­χνουν μέ­σα σ’ αὐ­τό, γιά νά τήν κά­ψουν. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός τήν δι­α­σώ­ζει θαυ­μα­τουρ­γι­κά ὅ­πως κά­πο­τε τούς τρεῖς παί­δας στό κα­μί­νι τῆς φω­τιᾶς.

Ὁ Ἀρ­ρια­νός δέν ἀν­τέ­χει ἄλ­λο πιά. Πρέ­πει τό μαρ­τύ­ριο νά κο­ρυ­φω­θεῖ καί οἱ δυ­ό ἀ­σε­βεῖς νά πε­θά­νουν. Δι­α­τά­ζει λοι­πόν σταυ­ρώ­ση. Οἱ δή­μιοι δέν ἀρ­γοῦν. Φέρ­νουν γρή­γο­ρα μπρο­στά τούς τά ξύ­λα καί τά ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τόν σταυ­ρό καί τή σταύ­ρω­ση. Ὁ Τι­μό­θε­ος καί ἡ Μαῦ­ρα, ἄν καί εἶ­ναι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νοι ἀ­πό τά ἀλ­λε­πάλ­λη­λα βα­σα­νι­στή­ρια, ὅ­ταν ἀντιλαμ­βά­νον­ται, ὅ­τι θά πε­θά­νουν ὅ­πως καί ὁ Κύ­ριός τους Ἰη­σοῦς πά­νω στό Σταυ­ρό, σκιρ­τοῦν ἀ­πό χα­ρά. Σκύ­βουν μέ εὐ­λά­βεια, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται καί ἀ­σπά­ζον­ται καί οἱ δυ­ό τά ξύλα τοῦ σταυ­ροῦ· κι ἔ­πει­τα πα­ρα­δί­δον­ται στή σταύ­ρω­ση. Δυ­ό σταυ­ροί ὁ ἕ­νας ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τόν ἄλ­λο ὑ­ψώ­νον­ται σέ λί­γο καί πά­νω σ’ αὐ­τούς κρέ­μον­ται τά σώ­μα­τα τῶν δυ­ό ἁγίων συ­ζύ­γων. Ἡ­μέ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες μέ­νουν κρε­μα­σμέ­νοι στό σταυ­ρό. Ὁ Σα­τα­νάς καί οἱ ἀν­θρω­ποί του τούς προ­κα­λοῦν νά ἀρ­νη­θοῦν τήν πί­στη, γιά νά σω­θοῦν. Κι αὐ­τοί μέ προσευ­χές, μέ γρα­φι­κά χω­ρί­α, μέ ἐ­νι­σχυ­τι­κά λό­για το­νώ­νουν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον νά μεί­νουν πι­στοί μέ­χρι τέ­λους. Ἄγ­γε­λοι πε­τοῦν ἐ­πά­νω καί γύ­ρω ἀ­πό τούς σταυ­ρούς γιά νά τούς ἐ­νι­σχύ­ουν. Ὁ Θε­ός ἀ­πό ψη­λά εὐ­λο­γεῖ καί χα­ρι­τώ­νει. Καί στό τέ­λος ὁ οὐ­ρα­νός ἀ­νοί­γει. Τό ζεῦ­γος τῶν συ­ζύ­γων Τι­μό­θε­ος καί Μαύρα εἰ­σέρ­χον­ται νι­κη­τές στή Βα­σι­λεί­α τῶν οὐρανῶν.

«Στρα­τός ἀγ­γέ­λων, χο­ρός μα­κά­ριος τῶν προ­φη­τῶν, μαρ­τύ­ρων, ἀ­πο­στό­λων, ὁ­σί­ων τε τῇ ἀ­νό­δῳ αὐ­τῶν ἐ­πε­κρό­τη­σε, πάν­των δέ ὁ Δε­σπό­της στέ­φει κα­τέ­στε­ψε νι­κη­τι­κῷ».

«Ὤ συ­ζυ­γί­α ἁ­γί­α! ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι τοῦ Χρι­στοῦ συ­νε­δέ­θη­σαν, διά τόν Χρι­στόν ἔ­ζη­σαν καί εἰρ­γά­σθη­σαν, χά­ριν τοῦ Χρι­στοῦ καί ἐν Χρι­στῷ ἀ­πέ­θα­νον. Παν­το­τει­νόν ὑ­πό­δειγ­μα ἄ­ρι­στον χρι­στι­α­νι­κῆς συ­ζυ­γί­ας…».

Κά­θι­σμα τῶν Ἁ­γί­ων. Ἦ­χος α΄·.

Τι­μή­σαν­τες Θε­όν ἀ­πη­μαύ­ρω­σαν πλά­νην, Τι­μό­θε­ος σα­φῶς καί ἡ ἔν­δο­ξος Μαύρα

καί πᾶ­σαν ὑ­πο­μεί­ναν­τες οἱ πα­νέν­δο­ξοι βά­σα­νον, ἐ­λαμ­πρύν­θη­σαν ὑ­πέρ ἀ­κτί­νας ἡ­λί­ου

καί γε­γό­να­σι συλ­λει­τουρ­γοί τῶν Ἀγ­γέ­λων, οὗς πί­στει δο­ξά­σω­μεν.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Ἁ­γί­ων. Ἦ­χος δ΄.

Τι­μό­θε­ον σή­με­ρον σύν τῇ συ­νά­θλῳ πι­στοί, συ­ζύ­γῳ τι­μή­σω­μεν Μαύρᾳ τῇ νύμ­φῃ Χρι­στοί,

τήν τού­των γε­ραί­ρον­τες εὐ­τολ­μον καρ­τε­ρί­αν. Οὗ­τοι γάρ σταυ­ρω­θέν­τες ἴ­χνε­σι τοῦ σφα­γέν­τος

ἠ­κο­λού­θη­σαν πό­θῳ καί πάν­των τάς  ἁ­μαρ­τί­ας Σταυ­ρῷ προ­ση­λώ­σαν­τος.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀθλητές Στεφανηφόροι»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

Οἱ Ἅγιοι Διόδωρος καὶ Ῥοδοπιανὸς ὁ Διάκονος

Ἔζησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ (302) καὶ γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ ὑπέμειναν πολλὲς βρισιὲς καὶ μαστιγώσεις ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες τῆς πόλης Ἀφροδισίας της Καρίας (χώρα τῆς Μ. Ἀσίας, ποὺ καταλάμβανε τὴν νοτιοδυτικὴ γωνία της, ἀπέναντι τοῦ χώρου μεταξὺ τῶν νησιῶν Σάμου καὶ Ῥόδου). Τελικὰ λιθοβολήθηκαν ἀπὸ τοὺς ἴδιους καὶ ἔτσι παρέδωσαν τὴν ψυχή τους στὸν στεφανοδότη Θεό.

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Θαυματουργός, Ἀρχιεπίσκοπος Ἄργους καὶ Ναυπλίου

1) Ἀ­σκη­τής καί Δι­δά­σκα­λος.

Ἡ Ἑλ­λά­δα εἶ­ναι χώ­ρα Ἁ­γί­ων. Δι­ό­τι κά­θε πό­λη της καί τό­πος ἔ­χει νά πα­ρου­σί­α­σει ἕ­να του­λά­χι­στον Ἅ­γιο, Ἱ­ε­ράρ­χη ἤ ὅ­σιο, ἀ­σκη­τή ἤ Μάρ­τυ­ρα, ἄν­δρα ἤ γυ­ναί­κα, πού ἔ­δρα­σε καί ἁ­γί­α­σε καί ἄ­φη­σε ἀ­νε­ξί­τη­λα τά ἴ­χνη τῆς ἀ­γα­θῆς δι­α­βά­σε­ώς του. Καί ἡ Ἀρ­γο­λί­δα προ­βάλ­λει με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ἁ­γί­ων καί ὁ­σί­ων της τή με­γά­λη ἐ­κεί­νη μορ­φή, τόν ἅ­γιο Πέ­τρο, ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἄρ­γους καί Ναυ­πλί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­τε­λεῖ τό σέ­μνω­μα καί τό καύ­χη­μα τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

Στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη εἶ­δε τό φῶς τοῦ ἡ­λί­ου ὁ ἁ­γιος Πέ­τρος τό ἔ­τος 850. Ὅ­λη ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἦ­ταν εὐ­σε­βής μέ ζω­ή ἀ­ρε­τῆς καί ἁ­γι­ό­τη­τος καί μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη κλή­ση πρός τή μο­να­χι­κή ζω­ή. Γι’ αὐ­τό οἱ γο­νεῖς μέ κοι­νή συμ­φω­νί­α καί τά τέ­κνα (Παῦ­λος, Δι­ο­νύ­σιος, Πλά­των καί Πέ­τρος) ὁ ἕ­νας κα­τό­πιν τοῦ ἄλ­λου ἀ­πο­σύρ­θη­καν στά ἐ­ρη­μη­τή­ρια πού ὑπῆρχαν γύρω ἀπό τήν Κων­σταν­τι­νούπολη καί ἀ­φο­σι­ώ­θη­σαν στήν προ­σευ­χή καί τήν ἄ­σκη­ση.

Ἀ­πό τή νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α πρό­σε­ξε ὁ Πέ­τρος καί τή μόρ­φω­ση τῆς δι­α­νοί­ας, ὥ­στε μέ τή φι­λο­σο­φι­κή καί θε­ο­λο­γι­κή μόρ­φω­ση, πού πῆ­ρε, νά ὑ­πη­ρε­τή­σει στό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ. Ἀλ­λά κυ­ρί­ως στρά­φη­κε στή μόρ­φω­ση τῆς εὐ­σε­βεί­ας. Καί πα­ρου­σί­α­ζε πράγ­μα­τι ἀ­πό τή νε­ό­τη­τά του ἦ­θος ἐ­ξαί­ρε­το, ἀ­ρε­τή καί ἁ­γι­ό­τη­τα θαυ­μα­στή, μέ συν­δυα­σμό βα­θεί­ας τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ἡ ὁ­ποί­α τόν ἔ­κα­νε νά μή ἐ­παί­ρε­ται πο­τέ γιά τά πολ­λά του ἠ­θι­κά καί δι­α­νο­η­τι­κά προ­σόν­τα, ἀλ­λά νά προ­σπα­θεῖ εἰ­λι­κρι­νῶς νά εὐ­α­ρε­στεῖ γι’ αὐ­τά στόν Θε­ό.

Ὁ Πα­τριά­ρχης Νι­κό­λα­ος ὁ Μυ­στι­κός γνώ­ρι­σε τόν μο­να­χό καί ἀ­σκη­τή Πέ­τρο καί ἑλ­κύ­σθη­κε ἀ­πό τήν ὁ­σί­α μορ­φή του. Στό πρό­σω­πό του εἶ­δε τά προ­σόν­τα ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α πρέ­πει νά κο­σμοῦν ἕ­ναν ἀ­λη­θι­νό ἐρ­γά­τη τοῦ Χρι­στοῦ, ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο στέ­λε­χος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Κι ἐ­πει­δή ὁ Πα­τριά­ρχης ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τέ­τοι­ους ἐ­κλε­κτούς συ­νερ­γά­τες, τοῦ πρό­τει­νε νά τόν χει­ρο­το­νή­σει ἐ­πί­σκο­πο. Ἀλ­λά ὁ Πέ­τρος σε­μνός καί τα­πει­νός ἀ­πο­φεύ­γει τά ἀ­ξι­ώ­μα­τα. Πο­θεῖ νά ὑ­πη­ρε­τή­σει τόν Θε­ό ἀ­φα­νῶς καί ἀ­θο­ρύ­βως καί ὄ­χι μέ τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ἐ­πι­σκό­που, τό ὁ­ποῖ­ο φέ­ρει πολ­λές καί βα­ρει­ές εὐ­θύ­νες. Θυ­μᾶ­ται τί ζη­τᾶ ὁ Θε­ός ἀ­πό τούς ποι­μέ­νες τῶν λο­γι­κῶν προ­βά­των καί μέ ποι­ούς λό­γους ἀ­πει­λεῖ τούς κα­κούς ποι­μέ­νες (Ἰ­εζ. λδ΄) καί φο­βᾶ­ται. Κι ὅ­ταν ὁ Πα­τριά­ρχης τοῦ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τήν πρό­τα­ση καί ζη­τᾶ νά τόν κα­τα­στή­σει ἀρ­χι­ε­ρέ­α στή χη­ρεύ­ου­σα Μη­τρό­πο­λη Κο­ρίν­θου, ἀρ­νεῖ­ται στα­θε­ρά καί ὁ Πα­τριά­ρχης χει­ρο­το­νεῖ ἀν­τί γι’ αὐ­τόν τόν ἀ­δελ­φό του Παύ­λο.

Μέ τό φό­βο ὅ­μως, ὅ­τι καί πά­λι ὁ Νι­κό­λα­ος θά ἐ­πα­νέλ­θει στήν ἀ­παί­τη­σή του, φεύ­γει ὁ Πέ­τρος ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καί ἐγ­κα­θί­στα­ται σ’ ἕνα ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ἐ­ρη­μη­τή­ριο τῆς μη­τρο­πο­λι­τι­κῆς πε­ρι­φέ­ρει­ας Κο­ρίν­θου. Ἐ­κεῖ συ­νε­χί­ζει τίς μο­να­στι­κές ἀ­σκή­σεις του, τίς προ­σευ­χές καί τή με­λέ­τη. Τό φῶς ὅ­μως καί τό ἄ­ρω­μα, ὅ­που κι ἄν το­πο­θε­τη­θουν, θά γί­νουν, γρή­γο­ρα ἀν­τι­λη­πτά. Κι ὁ Πέ­τρος στό νέ­ο του ἀ­σκη­τή­ριο μέ τό ἄ­ρω­μα τῆς ἀ­ρε­τῆς του καί τό φῶς τῆς ἁ­γί­ας του ζω­ῆς δέν ἀρ­γεῖ νά γί­νει ἀν­τι­λη­πτός καί νά ἑλ­κύ­σει τήν προ­σο­χή καί τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν Χρι­στια­νῶν. Καί σπεύ­δουν τό­τε οἱ πι­στοί νά φω­τι­σθοῦν κον­τά του, νά τόν συμ­βου­λευ­θοῦν, νά ἀ­κού­σουν τή δι­δα­σκα­λί­α του, νά πά­ρουν δυ­νά­μεις γιά τόν ἀ­γώ­να τῆς ζω­ῆς. Ἀλ­λά καί ὁ Πέ­τρος δέν ἀ­πο­μο­νώ­θη­κε πλή­ρως στό ἀ­σ­κη­τή­ριό του. Γνώ­στης τῆς ἀ­λη­θεί­ας τοῦ Χρι­στοῦ, αἰ­σθα­νό­ταν ὑ­πο­χρέ­ω­σή του νά δι­δά­ξει τό θεῖ­ο θέ­λη­μα καί νά φω­τί­σει τούς Χρι­στια­νούς. Ἀρ­χί­ζει λοι­πόν τίς πε­ρι­ο­δεῖ­ες του στά γύ­ρω χω­ρί­α καί τίς γύ­ρω πε­ρι­ο­χές καί μέ ζῆ­λο πο­λύ κη­ρύτ­τει καί δι­δά­σκει, χω­ρίς νά ὑ­πο­λο­γί­ζει πο­τέ τόν κό­πο καί τήν τα­λαι­πω­ρί­α. Φθά­νει μέ­χρι τήν Ἀρ­γο­λί­δα, τήν ὁ­ποί­α ἐ­πι­σκέ­πτε­ται πολ­λές φο­ρές καί τῆς ὁ­ποί­ας οἱ κά­τοι­κοι ἰ­δι­αι­τέ­ρως τόν ἀ­γά­πη­σαν καί τόν τί­μη­σαν.

Ὅ­λα ὅ­μως αὐ­τά δέν ἦ­ταν πα­ρά ἑ­τοι­μα­σί­α καί ἀρ­χή τῆς ἐκ­πλη­ρώ­σε­ως τοῦ σο­φοῦ σχε­δί­ου τοῦ Θε­οῦ. Καί ὁ Πέ­τρος χω­ρίς νά τό ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται συ­νερ­γεῖ στή θεί­α βου­λή. Δι­ό­τι ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή πού τόν γνώ­ρι­σαν οἱ Ἀρ­γο­λεῖς, εἶ­δαν στό πρό­σω­πό του τόν κα­λό καί στορ­γι­κό ποι­μέ­να τῶν προ­βά­των τοῦ Χρι­στοῦ. Κι ὅ­ταν ὁ δι­κός τους ἐ­πί­σκο­πος πέ­θα­νε, ἔ­σπευ­σαν σ’ αὐ­τόν, νά τόν ἀ­να­ζη­τή­σουν ὡς ἀρ­χι­ε­ρέ­α τους. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νεῖ­ται κι αὐ­τοί ἐ­πι­μέ­νουν. Τόν ἀ­κο­λου­θοῦν στίς πε­ρι­ο­δεῖ­ες του καί τοῦ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τήν ἐ­πί­μο­νη ἱ­ε­ρή τους ἀ­παί­τη­ση. Ἐ­πι­κα­λοῦν­ται γιά βο­ή­θεια τόν ἀ­δελ­φό του, ἐ­πί­σκο­πο Κο­ρίν­θου Παῦ­λο, καί τόν Πα­τριά­ρχη Νι­κό­λα­ο, γιά νά τόν πεί­σουν. Κι ἐ­πει­δή ὁ ἄ­ξιος κλη­ρι­κός καί πά­λι ἀρ­νεῖ­ται, τόν ἐκ­βιά­ζουν. Ἀ­πει­λοῦν, ὅ­τι θά ἀ­φή­νουν στό ἑ­ξῆς τούς νε­κρούς τους χω­ρίς νά τούς θά­βουν, ἕ­ως ὅ­του δε­χθεῖ νά ἐκ­πλη­ρώ­σει τό αἴ­τη­μά τους νά γί­νει ἐ­πί­σκο­πός της πε­ρι­ο­χῆς τους.

Στήν τε­λευ­ταί­α αὐ­τή ἀ­πει­λή ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὁ Πέ­τρος τήν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­άν συ­νε­χί­σει νά ἀρ­νεῖ­ται, θά εἶ­ναι ἀ­πει­θής στό θεῖ­ο θέ­λη­μα, τό ὁ­ποῖ­ο τό­σο πο­λύ εὐ­λα­βεῖ­ται. Πεί­θε­ται λοι­πόν καί δέ­χε­ται καί χει­ρο­το­νεῖ­ται ἐ­πί­σκο­πος Ἀρ­γο­λί­δος. Κλῆ­ρος καί λα­ός τόν ὑ­πο­δέ­χε­ται μέ ἐν­θου­σια­σμό καί συγ­κί­νη­ση. Ὅ­λοι πα­νη­γυ­ρί­ζουν καί δο­ξά­ζουν τόν Θε­ό γιά τό δῶ­ρο πού τούς χά­ρι­σε.

Ἔ­τσι εἶ­ναι! Ἄν­θρω­ποι πραγ­μα­τι­κῆς ἀ­ξί­ας, ἄν­θρω­ποι μέ τόν θη­σαυ­ρό τῆς ἀ­ρε­τῆς καί τῆς εὐ­σέ­βειας γί­νον­ται πε­ρι­ζή­τη­τοι. Γί­νον­ται ἀν­τι­κεί­με­νο ἀ­γά­πης καί τι­μῆς, ἀλ­λά καί ὠ­φέ­λι­μοι στό πε­ρι­βάλ­λον τους. Ἀ­πό τέ­τοι­ους ἀν­θρώ­πους ἔ­χει καί σή­με­ρα ἀ­νάγ­κη ἡ κοι­νω­νί­α μας γιά ὅ­λες τίς θέ­σεις καί τά ἀ­ξι­ώ­μα­τα.

2) Τήν ψυ­χή ὑ­πέρ τῶν προ­βά­των.

Τό ὑ­ψη­λό ἐ­πι­σκο­πι­κό ἀ­ξί­ω­μα, στό ὁ­ποῖ­ο ἀ­νῆλ­θε ὁ Πέ­τρος, ἀ­πέ­δει­ξε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ποι­ός θη­σαυ­ρός κρυ­βό­ταν στήν ψυ­χή τοῦ ἁ­γί­ου ἐ­κεί­νου ἀν­δρός. Ἡ ἐ­πι­σκο­πι­κή του δι­α­κο­νί­α ἔ­λαμ­ψε ὡς δι­α­κο­νί­α ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς καί φι­λαν­θρω­πί­ας καί ἐ­πι­σφρα­γι­ζό­ταν μέ τό λαμ­πρό καί ἀ­κτι­νο­βό­λο πα­ρά­δειγ­μά του.

Ποι­μέ­να τῶν ψυ­χῶν τόν κα­τέ­στη­σε ὁ Θε­ός καί ὡς τέ­τοι­ος ἔ­πρε­πε πρῶ­τα ἀ­πό ὅ­λα νά προ­σέ­ξει τήν ψυ­χή τῶν Χρι­στια­νῶν, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ἀ­ξί­α με­γα­λύ­τε­ρη ἀπ΄ ὅ­λο τόν κό­σμο. Γι’ αὐ­τήν ἄλ­λω­στε σαρ­κώ­θη­κε καί σταυ­ρώ­θη­κε ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς. Μέ συ­ναί­σθη­ση λοι­πόν τῆς ἱ­ε­ρῆς του ἀ­πο­στο­λῆς, μέ θεῖ­ο ζῆ­λο, μέ γνώ­ση πλή­ρη τῶν ἀ­λη­θει­ῶν τοῦ Χρι­στοῦ κή­ρυτ­τε συ­νε­χῶς, δί­δα­σκε σέ πολ­λούς καί λί­γους καί στόν κα­θέ­να ξε­χω­ρι­στά.

Καί ἦ­ταν ρή­το­ρας ἐ­ξαί­ρε­τος ὁ ἐ­πί­σκο­πος μέ δύ­να­μη καί πλο­κή λό­γου καί πνευ­μα­τι­κό­τη­τα βα­θειά. Ἔ­τρε­φε καί πό­τι­ζε τίς ψυ­χές τῶν Χρι­στια­νῶν καί εὐ­φραι­νό­ταν νά τούς βλέ­πει προ­ο­δευ­μέ­νους καί ἐ­νά­ρε­τους. Τί καί ἄν ὁ κό­πος ἦ­ταν πο­λύς; Τί καί ἄν ἐ­κεῖ­νοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν ἀ­γα­ποῦ­σαν, τόν συμ­βού­λευ­αν νά μήν κου­ρά­ζε­ται τό­σο πο­λύ στό κή­ρυγ­μα καί τίς πε­ρι­ο­δεῖ­ες; Αὐ­τός τούς ὑ­πεν­θύ­μι­ζε ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­πί­σκο­πος καί ὡς ἐ­πί­σκο­πος εἶ­χε ὑ­πο­χρέ­ω­ση νά δι­δά­σκει τό λα­ό. Τούς πρό­βα­λε τόν 58ο ἀ­πο­στο­λι­κό κα­νό­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­ει γιά τόν ἐ­πί­σκο­πο, ὅ­τι «ὁ ἀ­με­λῶν του κλή­ρου ἡ τοῦ λα­οῦ καί μή παι­δεύ­ων αὐ­τούς τήν εὐ­σέ­βειαν, ἀ­φο­ρι­ζέ­σθω· ἐ­πι­μέ­νων δέ τῇ ἀ­με­λείᾳα καί ρα­θυ­μίᾳα, κα­θαι­ρεί­σθω». Τί λοι­πόν θέ­λε­τε, τούς ρω­τοῦ­σε, νά μέ κα­θαι­ρέ­σουν;

Πα­ράλ­λη­λα μέ τό ἔρ­γο τῆς δι­δα­σκα­λί­ας, φρόν­τι­ζε ὁ Ἅ­γιος ἐ­πί­σκο­πος καί γιά τή φι­λαν­θρω­πί­α. Ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἀ­νέβηκε στόν ἐ­πι­σκο­πι­κό θρό­νο, δή­λω­σε, ὅ­τι ἡ οἰ­κί­α του θά ἦ­ταν πάν­το­τε ἀ­νοι­κτή γιά ὅ­σους εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη τή συμ­πα­ρά­στα­σή του. Καί γέ­μι­ζε πράγ­μα­τι κα­θη­με­ρι­νά τό ἐ­πι­σκο­πεῖ­ο ἀ­πό ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ζη­τοῦ­σαν συμ­βου­λή, πα­ρη­γο­ριά, ἐν­θάρ­ρυν­ση, συμ­πα­ρά­στα­ση, ἠ­θι­κή καί ὑ­λι­κή ἐ­νί­σχυ­ση. Κι αὐ­τός ὡς κα­λός ποι­μήν ἐ­παρ­κοῦ­σε σέ ὅ­λα. Δέν δί­στα­ζε καί τά ἀ­το­μι­κά του ἀ­πα­ραί­τη­τα εἴ­δη νά δί­νει, ὅ­ταν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε πράγ­μα­τι ἀ­νάγ­κη.

Πλού­σιοι ἄν­θρω­ποι τοῦ τό­που πρό­σφε­ραν στόν ἐ­πί­σκο­πό τους κα­τά τίς πε­ρι­ο­δεῖ­ες του χρη­μα­τι­κά πο­σά καί ἀλ­λά εἰ­δή γιά τή συν­τή­ρη­σή του καί τό φι­λαν­θρω­πι­κό ἔρ­γο. Κι αὐ­τός προ­τοῦ ἀ­κό­μη προ­λά­βει νά ἐ­πι­στρέ­ψει στό σπί­τι του, εἶ­χε ἤ­δη δι­α­νεί­μει στούς πτω­χούς τά δι­κά του καί τά ξέ­να.

Ἦλ­θαν ὅ­μως και­ροί, πού ἡ πε­ρι­ο­χή τῆς Ἀρ­γο­λί­δος δο­κι­μά­σθη­κε σκλη­ρά ἀ­πό λι­μό καί λοι­μό (πεί­να καί ἀ­σθέ­νεια). Καί ἐ­πι­στρά­τευ­σε τό­τε ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις ὁ κα­λός ἐ­πί­σκο­πος, γιά νά ὑ­πη­ρε­τή­σει τίς εἰ­δι­κές ἀ­νάγ­κες τοῦ λα­οῦ, μι­μη­τής τῶν με­γά­λων Ἱ­ε­ραρ­χῶν Χρυ­σο­στό­μου, Βα­σι­λεί­ου, Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ἐ­λε­ή­μο­νος καί μά­λι­στα τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ. Καί ἔ­βρι­σκε τρό­φι­μα καί ἔ­δι­νε ἀ­νά­λο­γα μέ τίς ἀ­νάγ­κες, γιά νά δι­α­τη­ρη­θοῦν στή ζω­ή οἱ Χρι­στια­νοί του. Ἀλ­λά καί στή θα­να­τη­φό­ρο καί με­τα­δο­τι­κή ἀ­σθέ­νεια πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο μό­χθη­σε ὁ Ἅ­γιος. Πε­ρι­έ­τρε­χε τήν πό­λη, ἐ­νί­σχυ­ε καί πε­ρι­ποι­οῦν­ταν τούς ἀ­σθε­νεῖς, κή­δευ­ε μέ δά­κρυ­α καί θλί­ψη τούς νε­κρούς.

Ἔ­τσι ὁ ἅ­γιος Πέ­τρος μέ ὅ­λη τή φρον­τί­δα του ἔ­γι­νε γιά τό ποί­μνιό του ὁ κα­λός ποι­μήν, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­έ­θε­σε τίς δυ­νά­μεις του καί ὅ­λη του τή ζω­ή «ὑ­πέρ τῶν προ­βά­των» (Ἰ­ω. ι΄ 11).

Τό ἔ­τος 922 ὁ Ἅ­γιος ἀ­σθέ­νη­σε. Ἡ ἀ­σθέ­νειά του ἀ­νη­σύ­χη­σε κλη­ρι­κούς, μο­να­χούς καί λα­ϊ­κούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι μέ­χρι τε­λευ­ταῖ­α στιγ­μή ἔ­σπευ­δαν στό κρεβ­βά­τι του νά τόν συμ­βου­λευ­θοῦν ἤ νά τοῦ προ­σφέ­ρουν τά δῶ­ρα καί τίς ὑ­ϊ­ι­κές πε­ρι­ποι­ή­σεις τους. Ἀλ­λά ἡ ἀ­σθέ­νεια δέν ἄρ­γη­σε νά ὁ­δη­γή­σει καί στό θά­να­το. Καί κα­τέ­φθα­σαν τό­τε πλή­θη λα­οῦ ἀ­π’ ὅ­λη τήν ἐ­παρ­χί­α καί πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τή, νά ἀ­σπα­σθοῦν τά τί­μια χέ­ρια τοῦ ἁ­γί­ου Ἱ­ε­ράρ­χου καί νά αἰσθανθοῦν τή θεί­α εὐ­ω­δί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­ξερ­χό­ταν ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό σκή­νω­μά του. Ἡ τι­μί­α σο­ρός του ἐτά­φη στή συ­νέ­χεια μέ­σα σέ βα­θύ­τα­το πέν­θος δί­πλα στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου τοῦ Ἀρ­γοῦς. Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως τά ἱ­ε­ρά λεί­ψα­να τά σύ­λη­σε τό ἔ­τος 1421 ὁ πα­πι­κός ἐ­πί­σκο­πος Σιγ­κου­αν­του­νά­νης καί τά με­τέ­φε­ρε στήν Ἰ­τα­λί­α, ὅ­πως καί ἄλ­λους θη­σαυ­ρούς τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ἡ Ἀρ­γο­λί­δα ὅ­μως κρα­τᾶ ἀ­μέ­ρι­στη τήν εὐ­χή καί τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἱ­ε­ράρ­χου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­τε­λεῖ τόν πο­λι­οῦ­χο καί προ­στά­τη τοῦ Ἀρ­γοῦς.

Δι­καί­ως λοι­πόν σε­μνύ­νε­ται ἡ Ἀρ­γο­λί­δα γιά τόν λαμ­πρό ποι­μέ­να καί Ἅ­γιό της, τόν Δι­δά­σκα­λο καί προ­στά­τη της, ὁ ὁ­ποῖ­ος συγ­χρό­νως εἶ­ναι γιά τούς δι­α­δό­χους του Ἱ­ε­ράρ­χες, γιά τόν κλῆ­ρο καί τόν λα­ό της ὑ­πό­δειγ­μα γιά μί­μη­ση ἐ­νά­ρε­του, φι­λάν­θρω­που καί ἱ­ε­ρα­πο­στό­λου ἁ­γί­ου.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἦ­χος πλ. α΄.

Τόν φρου­ρόν καί προ­στά­την Ἀρ­γεί­ων ἅ­παν­τες, Ἀρ­γο­λί­δος τέ πά­σης τόν ἀν­τι­λή­πτο­ρα,

εὐ­φη­μή­σω­μεν, πι­στοί, Πέ­τρον τόν ἔν­δο­ξον, τόν ποι­μά­ναν­τα σο­φῶς τήν ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Χρι­στοῦ,

Πα­τέ­ρων τό θεῖ­ον κλέ­ος, πρε­σβεύ­ει γάρ τῷ Κυ­ρί­ῳ ἐ­λε­η­θῆ­ναι τάς ψυ­χάς ἡ­μῶν.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀθλητές Στεφανηφόροι»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

Οἱ Ἅγιοι εἰκοσιεπτὰ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ πυρός.

Ὁ Ἅγιος Ἀχμὲτ ὁ Κάλφας

Ἦταν μωαμεθανὸς στὸ θρήσκευμα καὶ ὑπηρετοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη σὰν γραφέας τοῦ «δευτεράρη», ἐπικαλούμενος Πατσουρούνης. Στὸ σπίτι του εἶχε σὰν ὑπηρέτρια κάποια χριστιανὴ Ῥωσίδα, στὴν ὁποία ἐπέτρεπε νὰ τελεῖ ἐλεύθερα τὰ θρησκευτικά της καθήκοντα στοὺς ναούς. Ὁ ἴδιος βαπτίσθηκε κρυφὰ καὶ ἔγινεχριστιανός. Σὲ κάποια ἐπίσημη συζήτηση, ποὺ ἔγινε μὲ μορφωμένους μωαμεθανοὺς ἰσχυρίστηκε ὅτι ἡ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία εἶναι ἡ Χριστιανικὴ καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Τότε καταγγέλθηκε στὶς τουρκικὲς ἀρχές, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε στὶς 3 Μαΐου 1682 στὸ Κεάτχανε Μπαξὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ μαρτύριό του συνέγραψε ὁ Ἰ. Καρυοφύλλης. Στὸ Μικρὸ Εὐχολόγιο, στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καὶ στὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Σ. Εὐστρατιάδη, ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἀναφέρεται τὴν 24η Δεκεμβρίου.

Ὁ Ἅγιος Οἰκουμένιος ὁ Θαυματουργός, ἐπίσκοπος Τρίκκης

Ὑπάρχει κάποια σύγχυση σχετικῶς μὲ τὰ βιογραφικά του στοιχεῖα. Τὰ σχετικῶς ἐπικρατέστερα εἶναι, ὅτι ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνα (995 μ.Χ.). Μελέτησε ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναδείχτηκε ἄριστος ἑρμηνευτὴς τῶν ἁγίων Γραφῶν. Συγχρόνως συνέγραψε Ἑρμηνεῖες στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, στὶς 14 Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου καὶ στὶς 7 Καθολικές. Ἔτσι ἀφοῦ ἐκτιμήθηκε ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του γιὰ τὸ ἄμεμπτο ἦθος του καὶ τὴν μεγάλη ἐξωτερική του μόρφωση προκρίθηκε γιὰ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Τρίκκης (στὴ Θεσσαλία), τὸν ὁποῖο ἐκόσμησε σὰν καλὸς Ποιμένας καὶ τοῦΑρχιποιμένα Χριστοῦ μαθητής, καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ἀνακομιδὴ Λειψάνων Ὁσίου Λουκᾶ

Τοῦ ἐν τῷ Στειρίῳ τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ Ἁγία Ξενία ἡ Μεγαλομάρτυς καὶ θαυματουργή

Ἡ ἁγία Ξενία ἡ Καλαματιανὴ ἀνήκει στὴν ἔνδοξη χορεία τῶν μεγαλομαρτύρων γυναικῶν τοῦ 4ου αἰῶνος. Γεννήθηκε στὴν Καλαμάτα τὸ 291 ἀπὸ πιστοὺς γονεῖς, τὸ Νικόλαο καὶ τὴ Δέσποινα, ποὺ εἶχαν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ Ἰταλία.

Οἱ σκληροὶ ρωμαϊκοὶ διωγμοὶ τοὺς εἶχαν ἀναγκάσει νὰ ἔλθουν ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Καλαμάτα. Καὶ ζοῦσαν λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, σὲ ἕνα μικρὸ ἀγρόκτημα ποὺ τὸ καλλιεργοῦσαν γιὰ νὰ συντηρηθοῦν.

Στὴ φτωχικὴ αὐτὴ οἰκογένεια βασίλευε ἡ εἰρήνη, γιατὶ ὑπῆρχε ὁ μοναδικὸς πλοῦτος ποὺ χαρίζει εὐτυχία, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς καθοδηγοῦσαν τὴ μονάκριβη κορούλα τους, τὴν Ξενία. Καὶ ἡ μικρὴ δεχόταν μὲ μεγάλη χαρὰ τὰ θεῖα διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου.

Σχολεῖο δὲν μπόρεσε νὰ πάει. Ἔμαθε ὅμως ἀπὸ τοὺς γονεῖς της ἀνάγνωση γιὰ νὰ διαβάζει τὴν Ἁγία Γραφὴ ποὺ ὑπεραγαποῦσε. Ἐργαζόταν στὸ οἰκογενειακό τους κτῆμα καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ γιὰ τὶς εὐεργεσίες Του. Κάθε Κυριακὴ μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς της κατέβαιναν στὴν πόλη γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν. Καὶ ἐπέστρεφαν γεμάτοι ἀπὸ τὴ θεία εὐλογία καὶ τὴ χάρη τοῦ πολυέλεου Θεοῦ. Καὶ καθὼς μεγάλωνε ἡ Ξενία, ξεχώριζε ἀπὸ τὶς φίλες της σὲ ἀθωότητα καὶ καλοσύνες. Πολλὲς φορὲς ἔμενε νηστικὴ δίνοντας τὸ φαγητό της σὲ πτωχοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὅλοι θαύμαζαν τὴν ὡραιότητα τῆς ψυχῆς της, ποὺ ἀντανακλοῦσε μία σπάνια ὀμορφιὰ καὶ στὸ πρόσωπό της.

Αὐτὴ ὅμως τὴν ὀμορφιὰ τὴ ζήλεψε ὁ φθονερὸς ἐχθρός, ὁ μισάνθρωπος διάβολος, καὶ ἔστησε παγίδα στὴν ἁγνὴ κόρη. Ὁ Δομετιανός, ὁ εἰδωλολάτρης καὶ θηριώδης ἔπαρχος τῆς Καλαμάτας, καθὼς ἐπέστρεφε μιὰ μέρα ἀπὸ τὸ κυνήγι του, εἶδε τὴν ὡραιότατη αὐτὴ νεαρὴ κόρη, καὶ ἡ ὀμορφιά της ἄναψε μέσα του τὸν πόθο νὰ τὴν κάνει γυναίκα του. Προσπάθησε στὴν ἀρχὴ μὲ μαγικὲς τέχνες νὰ τὴν κάμψει. Ὅμως ἡ Ξενία μὲ τὴ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐξουδετέρωσε κάθε δαιμονικὴ ἐπιρροή.

Ὁ ἔπαρχος προσπάθησε ἔπειτα νὰ δελεάσει τὴν Ξενία. Τῆς ἔταξε δῶρα, πλούτη, τιμὲς καὶ δόξα, ἀκόμα καὶ γάμο εὐτυχισμένο, ἀρκεῖ νὰ θυσίαζε στὰ εἴδωλα. Ἡ ὥρα ἦταν δύσκολη γιὰ μιὰ ἀδύναμη κόρη. Ὅμως ἡ ἀγάπη στὸ Χριστὸ ἔδωσε στὴν Ξενία μοναδικὴ τόλμη, καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς της ὁμολόγησε ὅτι εἶναι χριστιανὴ καὶ ὅτι ἀρνεῖται νὰ θυσιάσει στοὺς ψευτοθεούς. Ἀμέσως ἄρχισαν τὰ μαρτύρια. Ὁ ἔπαρχος γεμάτος ὀργὴ διέταξε νὰ τὴ βασανίσουν μὲ σκληροὺς ραβδισμούς. Ἔπειτα νὰ τὴν κρεμάσουν καὶ μὲ ἀναμμένα δαδιὰ νὰ καψαλίσουν τὶς γυμνωμένες σάρκες της. Τί φρικτὸ θέαμα! Ἀλλὰ καὶ τί θαλπωρὴ οὐράνια! Ἄγγελος Κυρίου – ἀθέατος ἀπὸ τοὺς δημίους – δρόσιζε τὴ μάρτυρα καὶ τῆς ἁπάλυνε τοὺς πόνους.

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ὁ Δομετιανὸς τιμώρησε τοὺς δημίους ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ πληγώσουν θανάσιμα τὴν Ξενία.

Σὲ λίγο ἀκολούθησε ἡ φυλάκισή της. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία δέχθηκε μὲ θεῖο ὅραμα τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου, ποὺ τὴν ἐνίσχυε καὶ θεράπευσε τελείως τὶς πληγές της. Ὁ ἔπαρχος τὰ πληροφορήθηκε ὅλα αὐτὰ καὶ μὲ ἐλπίδα ὅτι θὰ πετύχαινε τώρα τὸν σκοπό του, κάλεσε καὶ πάλι τὴν Ξενία καὶ τὴν καλόπιανε μὲ ὑποσχέσεις καὶ τὴν παρότρυνε νὰ θυσιάσει. Ἡ Ξενία προσποιήθηκε ὅτι τὸ ἤθελε αὐτό, ὅταν ὅμως ἔφθασε στὸ ἄψυχο ἄγαλμα, προσευχήθηκε μὲ πίστη, καὶ ἀκολούθησε μεγάλος σεισμός. Τὸ ἄγαλμα ἔπεσε κάτω μὲ πάταγο καὶ συντρίφθηκε. Πλῆθος κόσμου πίστεψε τότε στὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ Δομετιανὸς ἐξαγριώθηκε τώρα πιὸ πολύ.

Δὲν πίστευε ὅτι θὰ πάθαινε τέτοια ντροπή. Γι’ αὐτὸ διέταξε ἔξαλλος νὰ δέσουν τὴν Ξενία πίσω ἀπὸ ἕνα ἄλογο γιὰ νὰ τὴ σύρει πάνω σὲ κακοτράχαλους δρόμους. Ὅμως τὸ ἄλογο ζῶο σεβάσθηκε τὴ μάρτυρα! Ἀρνήθηκε νὰ προχωρήσει. Καὶ στάθηκε πεισματικὰ ἀκίνητο. Τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου Θεοῦ μεγαλύνθηκε καὶ πάλι, γιατὶ πολλοὶ καλόπιστοι εἰδωλολάτρες βλέποντας κι αὐτὸ τὸ θαῦμα πίστεψαν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ τῶν χριστιανῶν. Τώρα ἀπέμενε μιὰ μόνο λύση – ἀπόφαση ἀπὸ τὸν ντροπιασμένο ἔπαρχο: «Ἡ Ξενία νὰ τιμωρηθεῖ μὲ θάνατο διὰ ξίφους.

Ἡ καρδιά της νὰ τοῦ δοθεῖ ὡς δῶρο γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση. Καὶ τὸ νεκρὸ σῶμα της οἱ δήμιοι νὰ τὸ κομματιάσουν καὶ νὰ τὸ κάψουν». Ὅλα ἔγιναν ὅπως τὰ εἶχε διατάξει ὁ αἱμοβόρος τύραννος.

Ἡ Ξενία λίγο πρὶν σφαγιασθεῖ, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δόξα τοῦ μαρτυρίου ποὺ τῆς ἑτοίμαζε καὶ Τὸν παρακάλεσε Αὐτὸς νὰ θεραπεύει διὰ πρεσβειῶν της ὅσους θὰ πάσχουν ἀπὸ δαιμονικὲς ἐπήρειες καὶ θὰ τὴν ἐπικαλοῦνται.

Ἦταν ἄνοιξη, 3 Μαΐου τοῦ ἔτους 318, ὅταν ἡ 27χρονη ἁγνὴ παρθένος, ἡ Ξενία – ἀνθισμένη ἀπὸ τὰ ἔνθεα ἄνθη τῶν ἀρετῶν καὶ πιὸ εὐωδιαστὴ ἀπὸ ὅλα τὰ μύρα τῆς ἀνοίξεως – παρέδωσε τὴν ψυχή της στὸ Νυμφίο Χριστό. Τὸ ἄρωμά της ἁπλώθηκε ἀμέσως σ’ ὅλη τὴν Πελοπόννησο, καὶ πέρα ἀπὸ αὐτήν.

Πάμπολλα θαύματα καταγράφηκαν, καὶ ναοὶ κτίστηκαν στὸ ὄνομά της. Καὶ ἐκεῖ ὅπου, κατὰ τὴν Παράδοση, ὑπῆρχε τὸ πατρικὸ ἀγρόκτημα τῆς Ἁγίας, κτίστηκε παρεκκλήσιό της πίσω ἀπὸ τὶς ἐργατικὲς κατοικίες τῆς Καλαμάτας στὴ δυτικὴ ἔξοδο τῆς πόλεως.

Ἡ ἁγία Ξενία ἡ Μεγαλομάρτυς θεωρεῖται προστάτιδα τῶν ψυχικὰ πασχόντων καὶ τῶν καρδιοπαθῶν. Ἂς ἐμπνέει ὅμως καὶ τὶς καρδιὲς τῶν νέων νὰ μένουν ἐλεύθερες καὶ ἀδούλωτες ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νά ’ναι γεμάτες ἀπὸ θεία φλόγα ἀγάπης στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ Ἅγιος Παμβὸς «καθολικὸς Γεωργίας»

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται μόνο στὸ ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο σελ. 88 καὶ γιορτάζεται στὴ Γεωργία τῆς Ῥωσίας τὴν 3η Μαΐου.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ῥῶσος